Κι επιτέλους,
αψηφώντας τον παλιό μου δράκο,
αψηφώντας και τον φόβο μου τον πιο κρυφό μου,
έβαλα πλώρη για ποτάμια τρυφερά,
ποτάμια που έσταζαν σαν μέλι της συκιάς,
μέλι,
χελιδόνι,
μα σ’ εμένα
μαζεμένα τα γαρύφαλλα ξεστρώνει.
Κι οι ασημένιοι κύκνοι των ονείρων μου,
που μαύροι είχαν γίνει έναν Ιούνη,
πάντα κάτω απ’ της Σελήνης τα ίχνη φθάνουν,
με αφήνουν και δεν ξέρω πια τον δρόμο
προς τα μέρη του θριάμβου,
προς τα μέρη όπου ήμασταν μαζί, αγαπημένη,
μα σαν τρέχω πέφτω επάνω στον λοστρόμο.
Τότε θυμήθηκα την γη που με μεγάλωσε,
δίπλα από δυόσμους, γιασεμιά,
δίπλα από θάμνους και βουνά,
είναι αλήθεια, των ανέμων μυστικά,
που γράφουν πάνω αμαρτίες και δεινά,
μα ταπεινά, σας λέω, μ’ έριξαν επάνω στα φτερά τους
και μου δείξανε μιαν χώρα μαγική,
που είχε επάνω τ’ όνομά της σε ψηφίδες,
και δυο λέξεις που θα μείνουνε αιώνια στο μυαλό μου.
“Αφρός Θαλάσσης” σαν βελόνα μ’ ακουμπά,
μα τα κουμπιά στριφογυρίζουνε σαν σβούρες.
Κι επιτέλους,
αψηφώντας τον παλιό μου δράκο,
αψηφώντας και τον φόβο μου τον πιο κρυφό μου,
έβαλα πλώρη για ποτάμια τρυφερά,
για ποτάμια που θα λούζουνε τις όμορφες παρθένες,
καδένες άγκυρας
σκορπίζονται στον πάτο και μαζεύουν θησαυρούς,
και σαν η εικόνα ολοκληρώνεται αργά,
εγώ, που τώρα είμαι Αγρινό,
φωτογραφίζω με το πνεύμα μου τα πάντα.
_
γράφει ο Μαρκαντώνιος Τιθωνός







0 Σχόλια