Ερωτικές εξομολογήσεις στην λογοτεχνία

14.02.2020

γράφει η Βάλια Καραμάνου

 

Μέσα από την λογοτεχνία έχουμε καρδιοχτυπήσει, έχουμε ζήσει αυτούς τους μοιραίους και παράλληλους έρωτες που ταλαιπωρούν χρόνια όχι μόνο τους ίδιους τους εμπλεκόμενους ήρωες, αλλά και εμάς τους αναγνώστες, που με κομμένη ανάσα παρακολουθούμε τις διακυμάνσεις αυτών των δύσκολων ερώτων και αναμένουμε ως λύτρωση την ένωση των ηρώων, ακόμα και αν είναι η τελευταία τους επαφή πριν τον οριστικό χωρισμό. Διαλέγω επιλεκτικά μερικά δείγματα κειμένων που με την ίδια δύναμη μας ανέστησαν και μας καταβαράθρωσαν:

 

1.

Jazz (1992) της Toni Morrison‎: Στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης- γύρω στο 1920- ένας μεσήλικας άντρας, ο Τζο, πλανόδιος πωλητής καλλυντικών από τον Νότο, παντρεμένος με μια σχεδόν συνομήλική του κομμώτρια, την Βάιολετ, ερωτεύεται ένα πολύ νεαρό κορίτσι. Το πάθος του γι’ αυτήν θα τον οδηγήσει στην δολοφονία της, καθώς διακατέχεται «μ’ έναν από εκείνους τους ολέθριους, τρομακτικούς έρωτες, που τον έκανε να νιώθει τέτοια θλίψη και ευτυχία ώστε τη σκότωσε μόνο και μόνο για να κρατήσει ζωντανό τούτο το αίσθημα». Η σύζυγος, τυφλωμένη από την ζήλια, ορμά – κατά την διάρκεια της κηδείας της – και προσπαθεί να βεβηλώσει το σώμα του νεκρού κοριτσιού. Ακολουθεί η πορεία του ζευγαριού μέσα από το έρεβος, το μίσος και το πάθος σε όλα τα στάδια της συμφιλίωσης και τελικά της συγχώρησης. Μαζί τους, στους ίδιους τόνους, σαν ένα κομμάτι τζαζ, βιώνουν οι έγχρωμοι πρωταγωνιστές του έργου την διαδικασία προσαρμογής τους στην Πόλη μετά τους διωγμούς που υπέστησαν στο παρελθόν στον Νότο, μπροστά σε ένα ρευστό μέλλον. Η αφήγηση, σαν ένα κομμάτι μπλουζ, καταλήγει σε έναν συγκλονιστικό επίλογο, από τους πιο ερωτικούς που έχουν γραφτεί ποτέ: «Είναι ωραίο, όταν τα ώριμα ζευγάρια ψιθυρίζουν ο ένας στον άλλον κάτω από τα σεντόνια… Όμως υπάρχει και κάτι άλλο, όχι τόσο μυστικό. Όταν τα δάχτυλα αγγίζουν, τη στιγμή που ο ένας δίνει την τσαγιέρα στον άλλο. Όταν εκείνος της σηκώνει στον γιακά , καθώς περιμένουν το τρόλεϊ… Τους ζηλεύω, φθονώ τη δημόσια αγάπη τους. Εγώ την γνώρισα μόνο στα κρυφά, την μοιράστηκα στα κρυφά και λαχταρούσα, ω πόσο λαχταρούσα να την επιδείξω, να βροντοφωνάξω όσα εκείνοι δεν χρειάστηκαν καν να πουν: πώς μόνο εσένα αγάπησα, πως παραδόθηκα ολόκληρη, χωρίς δεύτερη σκέψη σε σένα και σε κανέναν άλλο. Πως θέλω και συ να μ’ αγαπήσεις και να μου το δείξεις. Πως αγαπώ τον τρόπο που με κρατάς, πόσο κοντά σου μ’ αφήνεις να’ μαι. Μ’ αρέσουν τα δάχτυλά σου πάνω μου να με χαϊδεύουν, να με σηκώνουν, να με γυρίζουν. Έχω κοιτάξει τόσες φορές το πρόσωπό σου και πεθύμησα τα μάτια σου όταν έφυγες μακριά μου. Να σου μιλώ και να σ’ ακούω ν’ απαντάς -αυτή είναι η μόνη ηδονή. Αλλά δεν μπορώ να τα πω δυνατά. Σε κανέναν δεν μπορώ να πω ότι αυτό περίμενα. Κι επειδή ήμουν προορισμένη να περιμένω, κατάφερα να τα βγάλω πέρα. Αν μπορούσα, θα το έλεγα. Φτιάξε με, ξαναφτιάξε με. Είσαι ελεύθερος να το κάνεις και είμαι ελεύθερη να σ΄ αφήσω, γιατί κοίτα, κοίτα. Κοίτα που είναι τα χέρια σου. Τώρα.»

 

2.

«Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» του Κώστα Μουρσελά, Εκδόσεις «Κέδρος», (1989): Ο Εµµανουήλ Ρετσίνας, ή αλλιώς Λούης, ένας άλλος Αλέξης Ζορµπάς ένας γοητευτικός τυχοδιώκτης στην μεταπολεμική Αθήνα, σχεδόν αγράµµατος, σχεδόν άθεος, ασταθής απέναντι σε κάθε δέσμευση και ταυτόχρονα τόσο αθώος και μεγαλόκαρδος κάνει παρέα µε τον Κωνσταντίνο Μανολόπουλο, έναν δειλό και συντηρητικό διανοούμενο, και την μοιραία Μάρθα, χαρακτήρες µιας ολόκληρης εποχής. Ο Λούης σαν σύγχρονος επαναστάτης τους ωθεί, καθώς και όλους τους υπόλοιπους χαρακτήρες να «να ζουν έξω από την κιμωλία», πέρα από κάθε κατεστημένο. Όλοι μαζί απαρτίζουν ένα παζλ, «σύγχρονοι Άμλετ, σύγχρονοι Ζορμπάδες, αγιοποιημένα κοπρόσκυλα, πόρνες, μπορντέλα, γειτονιές, παράγκες, νυμφομανείς, αυνάνες, παπατζήδες, μικροαστοί, πρώην προλετάριοι, πρώην ιδεολόγοι και νυν “επιτυχημένοι” καριερίστες, κάλπηδες, ξεφτίλες, άνθρωποι που ερωτεύονται πρόσωπα μέσ’ από καθρέπτες και όχι τα ίδια τα πρόσωπα» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου). Ανάμεσα σε αυτούς υπάρχει η μοιραία και καταλυτική έλξη ανάμεσα στον Κωσταντή και στην ωραία Μάρθα, που ωστόσο δεν βρίσκει ποτέ ευόδωση, καθώς εκείνος δεν αποφασίζει ποτέ να κάνει το μεγάλο βήμα της απελευθέρωσης, ενώ παράλληλα εκείνη κυλιέται σε διάφορες αγκαλιές, στο αλκοόλ και στην δική της επανάσταση απέναντι σε καθετί κατεστημένο. Ο αναγνώστης βιώνει την διαρκή ματαίωση αυτού του δυνατού έρωτα και αναμένει την εκπλήρωσή του ως λύτρωση. Αυτή επέρχεται στο 17ο κεφάλαιο με τίτλο «Έτσι… Έτσι… Έτσι…», στο ξενοδοχείο «Μυκήνες» στον Πειραιά, όπου επιτέλους σμίγουν οι δύο εραστές σε μια από τις ερωτικές σκηνές της λογοτεχνίας (και της τηλεόρασης, όπου μεταφέρθηκε το έργο): «…Την κοίταξα. Η Μάρθα! Αυτό το όνειρο που με κυνηγούσε μια ζωή, τώρα εδώ, γυμνή, εκτεθειμένη στα μάτια μου, λεπτή, εύθραυστη. Το ίδιο κι εγώ βέβαια. Γυμνός, εκτεθειμένος, εύθραυστος μπροστά της… Η βροχή είχε μεταβληθεί σε χαλάζι και χτυπούσε τα τζάμια, κι εγώ την έσφιγγα.

– Αν ήξερες, Μάρθα. – Ξέρω.

 Δάκρυσε.

 – Αν, της λέω πάλι. – Μη μιλάς. Μη!…

 Την έσφιγγα. Η υγρασία, από τα δάκρυα, είχε κάνει τα μάτια της να λάμπουν. Άρχισα να τα ρουφάω, τα δάκρυα, στα μάγουλα, καθώς κατρακυλούσαν, αλμυρά, νόστιμα. Μου θύμισαν θάλασσα, κύματα, Λούη. Και ξαφνικά άρχισε ένα μονόλογο, τρυφερό, άγριο. Να λέει πως την έλιωσα που ήρθα, που σκέφτηκα που θα είναι και ήρθα, που θυμήθηκα τις «Μυκήνες»… Ένιωθα να μετακινούνται μέσα μου σπλάχνα, καρδιές, να φουσκώνουν, να φουσκώνουν σαν να υψώνονται πανιά, να μη με χωράει ο κόσμος, το σώμα μου, επιτέλους, επιτέλους δεν πέθαναν όλα ακόμα, δεν τέλειωσαν όλα ακόμα!… Ένιωθα – το πιστεύεις; – να υψώνονται πανιά, ν’ ανοίγουν πόρτες, παράθυρα, να μπαίνει ο άνεμος, να τα φουσκώνει και να μας παίρνει, να φεύγουμε, να ταξιδεύουμε πάνω στο κρεβάτι, ενώ άκουγα παφλασμούς από θάλασσα, που κι αυτή είχε μπουκάρει στο δωμάτιο. Οι «Μυκήνες» ταξίδευαν… Σιγά σιγά ηρέμησε, με κοίταξε, άνοιξαν τα μάτια της, έγιναν τεράστια, και έφερε γύρω μου τα χέρια της και με τράβηξε πάνω της…- Έτσι, έτσι, έτσι!… ψιθύριζε, ενώ μου φιλούσε χείλια, λαιμό, μάγουλα… Το «έτσι» της τα ’λεγε όλα. Συγκεντρωμένα όλα τα ερωτόλογα του κόσμου στο «έτσι» της. – Αγάπη μου, είπε.- Αγάπη μου, της είπα, και άρχισαν όλα να επανέρχονται στη θέση τους. Όλα ξεφούσκωσαν. Έφυγε ο άνεμος, χάθηκαν οι παφλασμοί και η γεύση της αλμυρής θάλασσας, στο στόμα, πάει, έφυγε κι αυτή. Άρχισε ν’ ακούγεται πάλι η «Πρώτη» του Μάλερ, η βροχή και η ανάσα της». Είναι η τελευταία σκηνή, πριν εκείνη φύγει για πάντα μακριά του.

 

3.

«Επικίνδυνες Σχέσεις» του Laclos ( εκδόθηκε το 1782, ενώ απαγορεύτηκε με την κατηγορία του «επικίνδυνου» το 1825, επί κυβερνήσεως του Καρόλου Ι’): Πρόκειται για την αλληλογραφία μεταξύ αριστοκρατών της εποχής με πρωταγωνιστές την μαρκησία ντε Μερτέιγ και τον υποκόμη ντε Βαλμόν . Οι παλαιοί αυτοί εραστές, βουτηγμένοι στις ηδονές, με ύστατη απόλαυση την αποπλάνηση των ευσεβών και των αθώων, είναι οι θύτες ενός επικίνδυνου παιχνιδιού: Η μαρκησία, προκειμένου να εκδικηθεί έναν πρώην εραστή της, αποφασίζει να διαφθείρει την μέλλουσα σύζυγό του, την νεαρή Καικιλία ντε Βολάνζ, η οποία μόλις βγήκε από το σχολή των καλογραιών. Προτείνει λοιπόν στον υποκόμη ντε Βαλμόν να αναλάβει αυτό το έργο και να ακυρώσει έτσι τον επικείμενο γάμο της. Στο σημείο αυτό, παρεισφρέει το πρόσωπο της νεαρής και όμορφης κυρίας Προέδρου ντε Τουρβέλ, που είναι επιπρόσθετα βαθιά θρησκευόμενη και νιόπαντρη. Ο υποκόμης ντε Βαλμόν θα αναλάβει να διαφθείρει και αυτήν την τρυφερή ύπαρξη ως υπέρτατη πρόκληση με ανταμοιβή την ερωτική του επανένωση με την μαρκησία ντε Μερτέιγ. Πράγματι, η αποστολή του φτάνει σε πέρας με επιτυχία, αλλά και παράπλευρες, απρόσμενες απώλειες: Ο υποκόμης ντε Βαλμόν ουσιαστικά ερωτεύεται το θύμα του, την μαντάμ ντε Τουρβέλ, εμπλέκεται σε πόλεμο με την φθονερή μαρκησία για να καταλήξει νεκρός σε μια μονομαχία, που μοιάζει περισσότερο με αυτοκτονία. Σύντομα θα τον ακολουθήσει στον τάφο και η καταρρακωμένη ντε Τουρβέλ. Η ιστορία της πολιορκίας της με σκοπό να καμφθεί και ο ύστατος ηθικός φραγμός της αποτυπώνεται αγωνιώδης μέσα στις επιστολές που ανταλλάσσουν μεταξύ τους οι ήρωες. Όσο όμως σθεναρή είναι αρχικά η αντίστασή της, τόσο μεγαλειώδης θα είναι και η τελική ερωτική παράδοσή της. Χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος ο υποκόμης σε επιστολή του προς την μαρκησία: «Η χθεσινή σκηνή με παρέσυρε μακρύτερα απ’ όσο υπολόγιζα. Για μια στιγμή αισθάνθηκα πως μοιραζόμουν την ταραχή και την μέθη που ενέπνεα. Αυτή η παροδική χίμαιρα θα έπρεπε αν έχει ήδη διαλυθεί. Και όμως: η γοητεία της παραμένει ακέραιη….

– Έχετε δίκιο, είπε η τρυφερά ύπαρξις. Από δω και πέρα θα υποφέρω την ύπαρξή μου μόνο αν θα χρησιμεύει στην ευτυχία σας. Σας αφιερώνομαι ψυχή και σώματι. Σας παραδίδομαι…

Με αυτή την αφελή ή θεϊκή γλυκύτητα μου παρέδωσε τον εαυτό της και τις χάρες της. Ήταν πλήρης και αμοιβαία η μέθη και για πρώτη φορά επέζησε πέραν της ηδονής. Απελευθερώθηκα από την αγκαλιά της μόνο και μόνο για να πέσω στα γόνατά της για να της ορκιστώ αιώνιο έρωτα. Και δεν ντρέπομαι να ομολογήσω ότι σκεφτόμουν ακριβώς εκείνα που έλεγα…» Είναι η στιγμή που ο υποκόμης – εν αγνοία του ακόμα- κηρύσσει τον αόρατο πόλεμο με την μαρκησία και κυρίως με τον εαυτό του, προδίδοντας και σκοτώνοντας στο τέλος ό,τι αγαπά.

Άλλωστε, η διαμάχη αυτή που ξεκινά ανάμεσα στον υποκόμη ντε Βαλμόν και στην Μαρκησία ντε Μερτέιγ είναι έκφραση ενός ακόμα μεγαλύτερου έρωτα που τελικά βρίσκει διέξοδο στον θάνατο. Η φράση της Μαρκησίας, που αποφασίζει να μην τηρήσει τελικά την συμφωνία της και να δοθεί στον υποκόμη, νιώθοντας πως αγαπά ήδη μια άλλη γυναίκα, είναι ο απόλυτος αντίποδας ενός μοιραίου και επώδυνου έρωτα: «Λοιπόν, πόλεμος!»

 

4.

«Το τανγκό των Χριστουγέννων» του Γιάννη Ξανθούλη (εκδόσεις Καστανιώτη,2011) : Πρόκειται για ένα τρυφερό βιβλίο γεμάτο έρωτα, που ξεχειλίζει σε όλες του τις μορφές. Η ιστορία εκτυλίσσεται το 1970 στο στρατόπεδο του Έβρου, μέσω χρονικών αναδρομών του Λάζαρου Λαζάρου που στο χρονικό παρόν (2002) είναι μεσήλικας, ενώ τότε διατελούσε την θητεία του ως φαντάρος. Εκεί λοιπόν, δυο μέρες πριν τα Χριστούγεννα, ο υπολοχαγός Καραμανίδης τον υποχρεώνει να του μάθει τα βήματα του τανγκό, προκειμένου να ζητήσει σε χορό τον μεγάλο του έρωτα, που δεν είναι άλλος από την γυναίκα του συνταγματάρχη, την Ζωή Λόγγου. Οι πρόβες εντατικές γίνονται κρυφά με τον Λάζαρο Λαζάρου να φτάνει στα όριά του από την πνευμονία που τον ταλαιπωρεί, την ετοιμοθάνατη μητέρα του και τα ανομολόγητα συναισθήματά του για τον φαινομενικά σκληρό Καραμανίδη. «Έχεις αγαπήσει ποτέ;» τον ρωτά ο υπολοχαγός για να λάβει κατόπιν την αμφίσημη απάντηση από τον Λάζαρο «πως πρέπει να χορέψει, για να κρατήσει στα χέρια του έστω για δύο λεπτά αυτό που ποθεί», «…έρχονταν κοντά αψηφώντας τις αποστάσεις ασφαλείας, ίδρωναν ταυτόχρονα στις κοφτές διαδρομές του Ταγκό, συγχρονίζονταν υπνωτισμένοι σε εκείνη την αγωνιώδη παντομίμα..». Παράλληλα, η Ζωή Λόγγου ζει αποστασιοποιημένη ερωτικά από τον σύζυγό της, ο οποίος επίσης ταλανίζεται από τον κτητικό έρωτα και την ζηλοτυπία του γι’ αυτήν. Η ερωτική ένταση κορυφώνεται στην πολυπόθητη σκηνή του τανγκό, στην χριστουγεννιάτικη γιορτή του στρατοπέδου, όταν ο Καραμανίδης κρατώντας στα χέρια του επιτέλους την Ζωή, της ομολογεί κοφτά και ειλικρινά: «Σας αγαπώ, από την πρώτη στιγμή που σας είδα… ντρέπομαι, μα σας αγαπώ». Και εκείνη εμβρόντητη τελικά του απαντά πως δεν «θα’ πρεπε να ντρέπεται μια και χορεύει τόσο ωραία». Είναι η αρχή μιας μεγάλης αγάπης που θα έχει ως κρυφό καρπό τον ερχομό ενός παιδιού αργότερα, ακόμα και αν οι ήρωες την έζησαν σύντομα μέσα στα σκοτάδια της αφάνειας και δεν έζησαν ποτέ μαζί.

 

5.

Κλείνοντας , θα παραθέσω δύο από τις ωραιότερες ερωτικές εξομολογήσεις που αποδόθηκαν ποιητικά για κάθε δύσκολο και μοιραίο έρωτα:

 «… Κι αν ήμουν άντρας

 κι έπρεπε να ’μαι δυνατός

 (έπρεπε…)

 να το ξέρεις:

 Όπου μ’ άγγιζες πονούσα.

 Όπου δε μ’ άγγιζες

 πονούσα.

 

 Και μέσα μου φουσκώναν ολόκλειστα

 τα δικά μου ποτάμια

 που θα μπορούσαν να ποτίσουν

 όλα τα λησμονημένα περιβόλια…»

 

(Μεγάλο γράμμα, Τίτος Πατρίκιος)

 

 

 

 Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,

 τ’ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ.

 Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ‘ρθω σ’ εσένα,

 και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.

 Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,

 σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.

 Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι.

 Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ

 μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.

 

 (Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Μετάφραση: Κωστής Παλαμάς)

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Κερδίστε το!

Αρχείο

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου