2.08.2017

Ηρωική έξοδος;

Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

Ημέρα 1η
Αλλοπαρμένα ξωτικά γελούσανε στις παρυφές της νύχτας. Εγώ και οι άλλοι που δεν ήμουν παίζαμε σκοτεινό δωμάτιο. Ηλεκτροφόρες αγκαλιές με κλείνανε από παντού. Κρύφτηκα κυνηγώντας τον σφυγμό πάνω σε φλέβες αδειανές. Ο χρόνος εκτός σε λίγο θα γινόταν μέλλον.

Ημέρα 2η
Από τα χείλη μου έσταζε καμένο γάλα. Το φίδι που σερνόταν κάτω απ’ το χαλί είχε ραγίσει. Κλώτσησα το φωτιστικό δαπέδου και το έριξα. Η λάμπα έγινε κομμάτια. Το βολφράμιο έμεινε πυρακτωμένο. Σαν σήμα κινδύνου για τον κόσμο που βουλιάζει. Μια μπαλαρίνα χόρευε πάνω από τα κύματα. Με μάτια ακυβέρνητα. Και πέλματα από νερό. Έπιασα την ηλεκτρική κιθάρα. Προσπάθησα να συγχρονίσω τις νότες με τα βήματά της. Και έγινα σκιά που η μέρα την τρομάζει.

Ημέρα 3η
Ξήλωσα την τελευταία σελίδα από τα παιδικά μου παραμύθια. Ζωγράφισα στον τοίχο ερωδιούς. Πήδηξα πάνω στον πιο γρήγορο. Και έφυγα.

Ημέρα 4η
Αυτοεξορίστηκα εκεί που τρύπωσα κρυφά σ’ ένα απ’ τα δειλινά της μπαλαρίνας. Οι μέρες χαρίζανε τις ώρες τους στις νύχτες. Μα αυτή μου έλεγε πως περιμένει την Πρωτομαγιά. Με μία κίνηση απρόβλεπτη, έριξε τα πιόνια απ’ τη σκακιέρα της ζωής μου. Τα νύχια της αναστάτωσαν το αξύριστό μου πρόσωπο. Η λησμονιά φυλλορροούσε στο άκουσμα των στεναγμών μας. Και τα βρεγμένα αγγίγματα ήταν η πιο γλυκιά πατρίδα.
Μας πήρε ο ύπνος αγκαλιά. Ονειρευτήκαμε ότι πετάμε πάνω απ’ τη φωτισμένη πόλη. Άφησε το χέρι μου πριν μάθουμε τι να ’ναι αυτό που μας ποτίζει τα φτερά. Συνέχισε να χορεύει μόνη πάνω από τα κύματα. Σαν την ανατολή που όλο μας αφήνει. Σαν ένα άρωμα από στίχους που μου καίνε το χαρτί. Τα πιόνια προχωρήσανε ξανά προς τη σκακιέρα. Το βήμα τους έκανε ό,τι απέμεινε από το σκηνικό του κόσμου να ζαρώνει.

Ημέρα 5η
Πόνταρα αυτά που κέρδισα ξανά στη φαντασία. Νανούρισα τη λογική υμνώντας με ξεκούρδιστη φωνή τα περασμένα. «Γιατί ό,τι βρέθηκε είναι τέρμα κι ό,τι χάθηκε είναι πληγή» που τραγουδούσε και ο Θάνος βγάζοντας όλο το σκοτάδι που θα μπορούσε ένα σώμα να χωρέσει. Ξάπλωσα πλάι στα όνειρα που έχασαν το δρόμο τους. Κι έμεινα εκεί ν’ αναρωτιέμαι:
Ποιο πάθος θα με ταξιδεύει αύριο;

_

γράφει ο Χρήστος Κάρτας

 

Ακολουθήστε μας

Οι κόσμοι

Οι κόσμοι

Λέμε Δεν ξέρω πώς έφτασα Στους συνειρμούς αυτούς Ενσωματώθηκα στους χρόνους τους; Ε; Άγγιξα το μένος ή τη θαλπωρή τους; Ε;   Οι δρόμοι Με τα αυτοκίνητα Και τους πεζούς Μετασχηματισμός είναι; Ε; Ναι.   Και οι θάλασσες Με τα βότσαλα Και τα βουνά Με τα δέντρα Τι είναι;...

Το παράδοξο της ψυχής

Το παράδοξο της ψυχής

Πώς να φυλάξεις μια ψυχή σε ένα κάστρο;  Κι αν τη φυλάξεις ίσως να απομείνει το κουφάρι.  Γιατί η ψυχή θε να ναι ελεύθερη να σεργιανά και να ατενίζει Κι όπως γυρίζει να καρπώνεται τη σκέψη που ορίζει. Νομίζει.    Σαν και το κουφάρι που τη σέρνει δεν είναι κάστρο;  Κι...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Το παράδοξο της ψυχής

Το παράδοξο της ψυχής

Πώς να φυλάξεις μια ψυχή σε ένα κάστρο;  Κι αν τη φυλάξεις ίσως να απομείνει το κουφάρι.  Γιατί η ψυχή θε να ναι ελεύθερη να σεργιανά και να ατενίζει Κι όπως γυρίζει να καρπώνεται τη σκέψη που ορίζει. Νομίζει.    Σαν και το κουφάρι που τη σέρνει δεν είναι κάστρο;  Κι...

Μια σημείωση

Μια σημείωση

Τι είναι, ας πούμε, η τύχη;Ό,τι σε καταβαραθρώνειΩς επί το πλείστονΑπαντάς. Αυτό είναι γνωστό κυρίως στους ζωντανούς. Λέγοντας αυτά στον καθρέφτη, το ανύπαρκτο αυτό ον, τον μελιστάλαχτο δολοφόνο της σάρκας, τον αγνό τιμωρό του θολού ονείρου που όλο με ποθεί και μένα...

Ανεστραμμένα είδωλα

Ανεστραμμένα είδωλα

Στην κοίτη ενός σπασμένου καθρέφτη, είδα τον κόσμο ανάποδα. Τα πουλιά βυθίζονταν στον ουρανό, σαν πέτρες σε πηγάδι. Τα δέντρα κρεμόντουσαν από τα σύννεφα, με τις ρίζες τους γυμνές στον άνεμο, και οι άνθρωποι περπατούσαν,  κρατώντας στα χέρια τους, τα πρόσωπά τους, σαν...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *