Αναμμένο κάρβουνο η ψυχή
προδόθηκε, παγιδεύτηκε στην πυρκαγιά
έλιωσαν τα φτερά της σαν κερί,
οι στάχτες της σκοτεινιασμένο σύννεφο στη γη

Ένα πικρό παράπονο έδωσε τη θέση του στην αγάπη
ο αποκαμωμένος ήλιος εξομολογήθηκε τη σκοτεινιά του
και ασημοστολισμένος ξεπρόβαλε δειλά-δειλά
με λαχτάρα να φωτίσει τον κόσμο ξανά

Άφησα στα φιλιά του την παγωνιά της ψυχής,
το βλέμμα μου στην απλόχερη τη ζεστασιά του
η ζωή είναι κουράγιο, τί κι αν ανείπωτα πονούσα
τη γαλήνη στο άγγιγμά του αποζητούσα;

Το φως τότε δραπέτευσε κι ήρθε στην αγκαλιά μου,
οι αποχρώσεις των ρυτίδων μου στόλισαν τα φτερά μου,
στον πανικό της ψυχής μου έκρυψα της οργής το δάκρυ
με τ’ άστρα που μου ‘δωσε στο δρόμο ένα παιδί δρόσισα την αγάπη

Τα διψασμένα βήματά μου μ’ οδήγησαν στα λημέρια τα ψηλά,
οι άνυδροι λογισμοί μου ποτίστηκαν με της ελπίδας το όραμα,
ρίζωσε η σκέψη, άνθισε η προσμονή
στης ανθρωπιάς το μετερίζι, πάλλεται η ψυχή.

 

_

γράφει η Ελένη Φλεμετάκη

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!