Στροβιλίζονται οι λέξεις στο μυαλό το ταραγμένο,

Κάνουν να βγουν στο φως, μα δεν το καταφέρνουν.

Τι τις εμποδίζει αναρωτιέμαι, μα απάντηση ποιος να δώσει!

Και η ασάφειά τους με τυραννά με την καλυμμένη αποκοτιά τους.

Μα όταν αποφασίσουν να βγουν στης μέρας τη λαμπράδα,

τι αίσθημα πληρότητας… Το πλάκωμα της ψυχής ως μη γενόμενο.

Και οι λέξεις, καλές κακές, γεμίζουν το χαρτί

Και το μολύβι τρέχει μη και τις προλάβει όλες…

Μα λίγες, μα πολλές, λίγη σημασία έχει, αφού τις γεννά η έμπνευση

Γοητευτική παρατρεχάμενη της πεζοποίησης και ψυχοκόρη της.

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου