Select Page

Κάθε φέτα από καρπούζι

Κάθε φέτα από καρπούζι

Δύσκολα κι εκείνα τα χρόνια. Φτωχικά. Όταν όμως τα κοιτάζεις από μια απόσταση, καταλαβαίνεις πως ο χρόνος έχει τη μοναδική ικανότητα να ξεθωριάζει καθετί στενάχωρο, να λειαίνει τις τραχιές γωνίες του και να τονίζει με φωτεινά χρώματα τις στιγμές που συνδέονται με ιδιαίτερα γεγονότα, με γιορτές ή διακοπές. Στην τελευταία λέξη ο νους ακουμπάει πάντα στον Αύγουστο, διότι αυτόν τον μήνα παραθέριζαν όσοι ήταν τυχεροί και είχαν ένα χωριό ή κάποιον να τους φιλοξενήσει.
Στην οικογένειά μου νιώθαμε διπλά τυχεροί. Εκτός από χωριό, είχαμε κολλήσει και το μικρόβιο του ταξιδευτή, ποιος ξέρει από ποιον, κι έτσι ταξίδια κι εκδρομές δε μας έλειπαν. Τα οικονομικά μας πενιχρά. Από ανέσεις, τίποτα σπουδαίο. Ένα φιατάκι είχαμε όλο κι όλο και με αυτό «οργώναμε» την Ελλάδα. Την ηπειρωτική, αφού ο πατέρας ούτε ήθελε να ακούσει για τη νησιωτική. Η ιδέα ότι εξαρτιόταν από ένα πλοίο που θα του όριζε τη διάρκεια παραμονής του στο μέρος, του προκαλούσε πανικό. Ξεκινούσαμε λοιπόν για μέρη άγνωστα κι όπου μέρα μας, όπου νύχτα μας.
Σε αυτά τα ταξίδια είχαμε ανακαλύψει τα ωραιότερα ξενοδοχεία. Ξενοδοχείο «Η Αμμουδιά», «Η Ελιά», «Ο Πλάτανος». Όλα ευάερα, ευήλια και πλήρως εναρμονισμένα με το περιβάλλον. Το πρωί μας ξυπνούσε ο ήλιος και το βράδυ μάς κοίμιζαν τ’ αστέρια. Και τι αστέρια! Ξαπλώναμε ανάσκελα και τα κοιτούσαμε, κάνοντας τα πιο όμορφα ταξίδια ανάμεσα στους άλλους γαλαξίες, νιώθοντας ταυτόχρονα προνομιούχοι γι’ αυτή την πολυτέλεια. Τι να λέμε, ξενοδοχεία πολλών αστέρων, όχι ψέματα. Τώρα καταλαβαίνω πως, όποιος έχει μάθει από μικρός να στροβιλίζεται στη μαγεία των αμέτρητων αστεριών, μίζερος του φαίνεται στη μετέπειτα ζωή του ο χορός με πέντε αστέρια μόνο. Αυτό είναι νόμος, αν και οι νόμοι συχνά έχουν και τα παραθυράκια τους.
Κάποιος Αύγουστος ήταν, όταν ξεκινήσαμε για ένα τέτοιο ταξίδι στην κεντρική Μακεδονία. Το πρώτο του πρωινό μας βρήκε να φορτώνουμε το αυτοκίνητό μας με αποσκευές και προμήθειες σε τροφές. Αν είχε φωνή το έρμο, ποιος ξέρει τι θα μας έσουρνε, έτσι που το είχαμε καταντήσει σαν παραγεμισμένο ντολμά. Το πορτ μπαγκάζ ασφυκτιούσε, η οροφή θαρρείς και βούλιαζε από τα αμέτρητα σακίδια πάνω στη μεταλλική του σχάρα και σαν να μην έφταναν αυτά, είχαμε και δυο μεγάλα καρπούζια στα πόδια μας. Τα καρπούζια ήταν η αγαπημένη και μόνιμη συντροφιά μας στα ταξίδια, αφού παντού βρίσκαμε πηγές και τρεχούμενα νερά που τα κρατούσαν δροσερά. Το φιατάκι μας, παρά το φόρτωμα, αποδείχτηκε μουλάρι και όχι μόνο δεν παραπονέθηκε αλλά αντιθέτως μια μέρα μας οδήγησε και στον Παράδεισο. Οι ταμπέλες βέβαια τον ανέφεραν ως Άγιο Νικόλαο της Νάουσας, απόδειξη ότι κι αυτές μπορούν να γίνουν πεζές καμιά φορά.
Ήταν ένα ειδυλλιακό μέρος, κατάφυτο από αιωνόβια και δροσερά πλατάνια. Μαζί με το ποτάμι που κυλούσε πλούσιο και γάργαρο, σχημάτιζαν μια δροσερή αγκαλιά από αυτές που μόνο η φύση μπορεί να χαρίσει. Το νερό του υπερβολικά παγωμένο. Λίγο να ακουμπούσες μέσα τα πόδια κι ένιωθες αμέτρητες βελόνες να τα κεντούν κοντά κοντά.
Τριγύρω οι σκηνές έμοιαζαν με πολύχρωμα λουλούδια, θαρρείς κι είχαν ανοίξει τα πέταλά τους για να υποδεχτούν τους τουρίστες, που είχαν έρθει από κάθε γωνιά της Ευρώπης, με σκοπό να απολαύσουν τις ομορφιές της χώρας μας. Τακτοποιηθήκαμε κι εμείς στο ξενοδοχείο «Το Ποτάμι» όσο καλύτερα γινόταν, πιάνοντας παρακαλώ και τη «σουίτα». Έτσι ονομάσαμε το σημείο που κατασκηνώσαμε, λόγω της προνομιακής του θέσης. Βρισκόταν σ’ ένα τρίγωνο στεριάς, εκεί που τα νερά του ποταμού ενώνονταν σχηματίζοντας ένα μικρό δέλτα, εκεί που τρία πλατάνια διασταύρωναν τα κλαδιά τους, προσφέροντάς μας την καλύτερη σκιά. Το πρώτο πράγμα που έκανε ο πατέρας ήταν να ρίξει τα καρπούζια μέσα στο ποτάμι για να είναι παγωμένα. Όσο η μητέρα ετοίμαζε το φαγητό, εμείς τα παιδιά τρέχαμε από δω κι από κει φορώντας ένα βρακί μονάχα και κάναμε παρέα με τα υπόλοιπα παιδάκια που δεν ήξεραν γρι ελληνικά κι εμείς ούτε λέξη από τη γλώσσα τους. Καταφέραμε όμως να συνεννοηθούμε, γιατί τα παιδιά πάντα βρίσκουν τον τρόπο.
Φάγαμε και όταν ήρθε η ώρα για το φρούτο, ο πατέρας έκοψε το καρπούζι σε φέτες και πρόσφερε και στους άλλους κατασκηνωτές. Για τους μεγάλους, έγιναν συνώνυμες με τη φιλοξενία. Για μας τα παιδιά, με το παιχνίδι. Ένα παιχνίδι απλό κι εμπνευσμένο από την ανάγκη μας για συναναστροφή. Λίγα κουκούτσια απ’ το καρπούζι, σημείο εκκίνησης το στόμα μας και στόχος ο κορμός ενός γέρικου πλάτανου, ήταν αρκετά για να αξιοποιήσουμε με τον καλύτερο τρόπο κάτι που όποιος δε διαθέτει φαντασία το θεωρεί άχρηστο.
Αυτό το κέρασμα έγινε αφορμή να γνωριστούμε καλύτερα με όλους τους γείτονές μας. Λίγα ελληνικά από δω, λίγα αγγλικά από κει, λίγο η γλώσσα του σώματος, συνεννοηθήκαμε έστω και τσάτρα πάτρα. Και τι μάθαμε; Πως κι αυτοί είχαν κολλήσει το μικρόβιο του ταξιδευτή, μόνο που το δικό τους τους οδηγούσε και πέρα από τα σύνορα της χώρας τους. Στην Ελλάδα έρχονταν συχνά γιατί τους άρεσε ο τόπος και οι άνθρωποι. Ο Άγγλος ήταν θαρρώ που είπε, πως του είχε κάνει εντύπωση η αφθονία των φρούτων και των λαχανικών που υπήρχαν στη χώρα μας κι έδειξε το καρπούζι. Πρόσθεσε πως στη χώρα του το συγκεκριμένο φρούτο πουλιόταν με τη φέτα και μάλιστα ακριβά, γι’ αυτόν τον λόγο όταν μετά από μέρες φύγαμε από κείνον τον επίγειο παράδεισο, αφήσαμε το άλλο καρπούζι μέσα στο ποτάμι, δώρο στους γείτονές μας για να το ευχαριστηθούν, να το χορτάσουν. Ο επόμενος προορισμός μας εξάλλου ήταν η Ηλεία, η ιδιαίτερη πατρίδα των γονιών μου, με τον ατέλειωτο κάμπο και την αφθονία όλων των φρούτων και ιδιαίτερα των καρπουζιών. Άλλα παιχνίδια μας περίμεναν εκεί, άλλα κεράσματα, άλλες απολαύσεις με αυτόν τον ζουμερό καρπό της φύσης.
Ταξιδεύαμε πια πιο ανάλαφροι, απαλλαγμένοι από κάμποσο βάρος. Ο πατέρας όμως δεν μπορούσε με τίποτα να χωνέψει αυτό που άκουσε την προηγούμενη μέρα: «Άκου να πουλιέται με τη φέτα το καρπούζι! Τι να σου κάνει μωρέ μια φέτα; Χορταίνεις με μια φέτα μοναχά; Νερό είναι. Μέχρι να τη βάλεις στο στόμα σου διαλύθηκε» έλεγε και ξαναέλεγε, φύσαγε και ξεφύσαγε.
«Δίκιο έχεις. Τι να σου κάνει; Να φάει η οικογένειά σου, εσύ ή να φιλέψεις και κάποιον;» ακούω δίπλα μου τη φωνή ενός ηλικιωμένου. Δεν έχω καταλάβει πόση ώρα κάθομαι απέναντι από το ψυγείο του σούπερ μάρκετ και μπροστά στη θέα του μισού καρπουζιού, επαναλαμβάνω εκείνα τα λόγια. Παράξενο μου φαίνεται, έτσι όπως το βλέπω τυλιγμένο με μια διάφανη μεμβράνη, να φιγουράρει λες και είναι μουσειακό είδος. Να στέκει λειψό και μίζερο και να γίνεται η υποχρεωτική επιλογή του κουτσουρεμένου μισθού. Κάποιοι να μπορούν να το αγοράσουν, κάποιοι άλλοι όχι.
«Όλα τα πετσοκόψανε παιδί μου, το καρπούζι θα αφήνανε ολόκληρο;» ακούγεται πάλι η φωνή του, λες και κάνει διάλογο με τις σκέψεις μου.
Μα εμένα με πονάει να το βλέπω έτσι. Ίσως επειδή κάθε φέτα που λείπει και το αφήνει μισό, είναι σαν να στερεί από το αύριο τις αναμνήσεις του τώρα. Να τις αφήνει άνυδρες, θαμπές και ξινισμένες, σαν το καρπούζι το κομμένο που μένει έξω από το ψυγείο.
Κι όμως αυτό το φρούτο το έχω συνδέσει με την αφθονία και με κάμπους κατάμεστους από την παρουσία του. Με ταξίδια κι εκδρομές. Μπολιασμένο κι αυτό με το μικρόβιο του ταξιδευτή, να γυρίζει πόλεις και χωριά και να υπόσχεται απολαύσεις. Να περνά από τις γειτονιές, να μαζεύονται οι γείτονες κοντά του και να οι κουβέντες, να τα αστεία!
Να χαιρετάει η τροφαντή του σάρκα με έναν ήχο υπόκωφο στο άγγιγμα της παλάμης του κάθε αγοραστή.
Να γελάει η σκληρή του η φλούδα με εκείνο το χορταστικό τρίξιμο στην επαφή με το μαχαίρι.
Να τρέχουν οι ζουμεροί χυμοί του πάνω σε μουτράκια παιδικά και τα κουκούτσια του να γίνονται αφορμή για παιχνίδια ομαδικά, απλά, ξέγνοιαστα.
Κάθε φέτα του να ξυπνάει ολόκληρα καλοκαίρια και να αφήνει τους ζαχαρωμένους χυμούς να κυλούν και να χαϊδεύουν ηδονικά τις στιγμές.
Όσο να πεις, μια γλύκα τη χρειάζονται κι αυτές για να φωλιάσουν στο σεντούκι του χρόνου όμορφα φτιασιδωμένες και από κει, να στάζουν σταγόνα σταγόνα τη δροσιά τους στις θύμησες.

_

γράφει η Χριστίνα Σουλελέ

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

6 Σχόλια

  1. ΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ

    Έτσι λοιπόνεξηγούνται όλα ρε παιδάκι μου Ταξιδεύτρια αό κούνια που λένε
    ΈΤΣΙ ΈΜΑΘΕΣ και δεν ξέμαθες ποτέ.
    Ωραίες αναμνήσεις που όσο τις λες και τις ξαναλες δεν πρόκειται ποτέ να χάσουν την φρεσκάδα τους

    Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Κάθε φέτα από καρπούζι στάζει δροσιά σε πρόσωπα, σε τοπία, σε στιγμές. Έτσι εξηγούνται όλα Λένα μου. Τίποτα δεν είναι τυχαίο.

      Απάντηση
  2. Σοφία Ντούπη

    Χριστινάκι μου για ακόμη μία φορά με ταξίδεψες…υπέροχο κείμενο, γεμάτο από την μεγάλη σου αγάπη για την φύση, που έχεις τον τρόπο να την περνάς σε όλους μας!!!Σ’ ευχαριστώ πολύ, να περνάς όμορφα!!!

    Απάντηση
  3. Χριστίνα Σουλελέ

    Σε ευχαριστώ πολύ Σοφία μου, χαίρομαι που σου άρεσε. Να περνάς κι εσύ όμορφα!

    Απάντηση
  4. Βάσω Καρλή

    Δροσερή η ιστορία σου, Χριστίνα. Μέσα από τη διήγησή σου, ένιωσα ότι ήμουν μέλος της οικογένειας και ταξίδεψα μαζί τους!!!

    Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Σε ευχαριστώ πολύ Βάσω! Χαίρομαι που σε δρόσισε. Το χρειαζόμαστε τέτοιες μέρες.

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!