Select Page

Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ, του Γιάννη Καλπούζου

Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ, του Γιάννη Καλπούζου

Γιάννης Καλπούζος:

«Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ»

Από τις εκδόσεις «ΨΥΧΟΓΙΟΣ»

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

————————————-

από τον Άγγελο Πετρουλάκη

Το διήγημα είναι ίσως το δυσκολότερο άθλημα της πεζογραφίας. Απαιτεί από τον συγγραφέα προσήλωση στο ελάχιστο. Δεν συγχωρεί χαλάρωση, ούτε ανιχνεύσεις στο άπειρο. Αναγκάζει τον συγγραφέα ό,τι έχει να δώσει, να το δώσει σύντομα και πυκνά. Με γραφή συμπυκνωμένη δηλαδή.

Στον χώρο του ελληνικού διηγήματος μπορεί να εντοπίσει κανείς μαργαριτάρια. Γραφές που ξεχωρίζουν για την ευαισθησία τους και για την πρωτοτυπία τής αφήγησης. Γραφές ιδιαίτερα εσωτερικές, που μπορούν και να είναι εξομολογήσεις τού συγγραφέα, καθώς διακατέχεται από τη συνεχή αγωνία να ορίζει τη θέση του μέσα στον χρόνο.

Ένα όμοιο κόσμημα ήρθε, προσφάτως, στα χέρια μου. Πρόκειται για το «Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ», του Γιάννη Καλπούζου, συγγραφέα του πολυδιαβασμένου «Ιμαρέτ» και άλλων γόνιμων μυθιστορημάτων («Σέρρα», «Ό,τι αγαπάω είναι δικό σου» κ. ά.).

Πρόκειται για επανέκδοση του «Μόνο να τους άγγιζα», δεκαπέντε χρόνια μετά την έκδοση του «Κέδρου» (την οποία και ανακάλυψα κάπου στα πάνω – πάνω ράφια της βιβλιοθήκης), που όμως έχει εμπλουτιστεί «ποικιλοτρόπως» κατά τη σημείωση του συγγραφέα με «ένα νέο διήγημα και μια σύγχρονη παραλογή».

Με συνεπήρε από την πρώτη φράση τού πρώτου διηγήματος, που έχει δώσει τον τίτλο του και στο βιβλίο: «Ήταν έρωτας οδοστρωτήρας». Φανερόν ή κεκαλυμμένο, τον συνάντησα πολλές φορές τον έρωτα στο «Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ». Και θανατηφόρο επίσης. Όπως συνάντησα την ψυχή του συγγραφέα να ξεγυμνώνεται, έτσι όπως μόνο μέσα από ένα διήγημα μπορεί.

Εσωτερικοί μονόλογοι, χαμηλόφωνες εξομολογήσεις. Ενδοσκοπήσεις που συγκλονίζουν. Ο εξωστρεφής συγγραφέας τού «Σέρρα», πλήρως μεταλλαγμένος, εμφανίζεται σε μια συνεχή καταβύθιση, καθώς αναζητά το στίγμα του σε σχέση με τη ζωή. Ή, καθώς προσπαθεί να αναπλάσει το σημαντικό σε τίποτα και το αντίστροφο. «Γιατί το σημαντικό πολλές φορές κρύβεται μέσα στο ασήμαντο» (Ο Φιλ). Γιατί η ζωή, από μόνη της, είναι άπειρα σημαντική, έστω κι αν εκφράζεται από την περιέργεια ενός απατημένου συζύγου, ν’ αναγνωρίσει ένα πρόσωπο που πολλά χρόνια πριν υπήρξε εραστής τής συζύγου του («Γιατί υπάρχουν δόκανα που τα σέρνεις απάνω σου κι ας μην το ξέρεις. Σ’ έχουν δαγκωμένο, μα, για όσο τα ξεχνάς, δε σε πονάνε. Όμως αλίμονο αν τα θυμηθείς. Σε σφάζουν δυο και τρεις και δεκατρείς φορές. Σε μακελεύουν» (Κακές συνήθειες).

Σε όλα τα διηγήματα της συλλογής, κυρίαρχο στοιχείο είναι ο στοχασμός. Ο εσωτερικός μονόλογος. Η αντιμετώπιση του εαυτού και το μέτρημά του σε σχέση με τον κόσμο, σε σχέση με την αφηγηματική τού πόνου: «Να τιμάς την οδύνη των άλλων, μα και τη δική σου…Ποιο είναι το κατάλληλο ένδυμα για να υποδεχτείς το δάκρυ; Να σταθείς απέναντι στην ψυχή του άλλου; (Μόνο να τους άγγιζα).

Ο Γιάννης Καλπούζος μάς παραθέτει έναν κόσμο ψυχογραφημάτων χωρίς ομπρέλα. Όλα είναι γυμνά: Ψυχή, αισθήσεις, σκέψεις, διαλογισμοί. Όλα είναι στην αρχή τού πλανητικού τους κόσμου. «Νόμιζα ότι θα πολτοποιήσω τη θλίψη μου. Ωστόσο αυτή έσταζε κι άπλωνε. Σκουριά στο χιόνι» (Αυξομειώσεις).

Επέλεξα να διαβάζω ένα διήγημα τη μέρα. Επέλεξα μια ανάγνωση εντελώς σχολαστική, με πισωγυρίσματα κι επαναλήψεις. Συνάντησα έναν άλλο Καλπούζο. Που ήθελε να μιλήσει σε μια γλώσσα καταδική του, μια γλώσσα με προσωπικούς κώδικες και σιωπές λαλίστατες. Συλλογίστηκα πως αυτά που διάβαζα μήπως ήταν αυτά που ήθελε πάντα να γράφει, σαν αντίλογο στις μεγάλες ιστορίες που μέχρι τώρα μάς έδινε.

Οι συγγραφείς, σκέφτομαι, έχουν περισσότερες από μια προσωπικότητες. Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να επιβιώσουν στο εργαστήρι τους κυνηγώντας τις λέξεις; Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να γεννούν πρόσωπα, να μεταπλάθουν τη ζωή; Και, αναρωτιέμαι μήπως κάποιες φορές γράφουν και στα περιθώρια των σελίδων που έχουν ολοκληρώσει. Αν αυτό συμβαίνει – υποθέτω – είναι γιατί από τον κύριο κορμό των μυθοπλασιών, αποσπούν εκείνα τα σημάδια που οδηγούν τον αναγνώστη στις πιο δικές τους ώρες. Δύσκολες οι δημόσιες εξομολογήσεις.

«Έκλαιγες. Κρυβόσουν κι έκλαιγες. Για να μη σε δω. Μα πώς; Αφού σε κρατούσα μέσα μου. Έκλαιγες κι ούτε σκέφτηκες ότι έβρεχε την ώρα που με βρήκες. Λησμόνησες πως οι κεραυνοί έρχονται με τη βροχή, σηκώνουν μέσα μου πυρετό και με στέλνουν να μαζέψω το μέλι των γκρεμών. Ξέχασες ότι έτσι γράφονται τα διηγήματα»(Επίλογος).

Η τελευταία φράση έκρυβε την απάντηση που γύρευα διαβάζοντας τα όντως αριστοτεχνικά διηγήματα του Γιάννη Καλπούζου. Από τις πιο ερωτικές εξομολογήσεις που πασχίζουν να κρυφτούν σε λέξεις αδιάφορες. Ένας ψίθυρος που θέλει να συναντήσει μια υπερήφανη στάση πόνου.

Οι ανατροπές, οι συμβολισμοί, το φαντασιακό, το παράλογο (που εμφανίζεται ξεκάθαρα στο τελευταίο κείμενο, ποιητικό, μια εκδοχή παραλογής που κινείται μετά εξασύλλαβου και εικοσασύλλαβου στίχου), το ανείπωτο.

Ο Γιάννης Καλπούζος κατέθεσε μια γενναία άποψη για ένα δύσκολο είδος γραφής, σμιλεύοντας μια έκφραση απόλυτα προσωπική και σαφώς σημαντική.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!