2,5 χρόνια πέρασαν. 2,5 χρόνια από την ημέρα που διάβασα τη “Δεύτερη Πράξη”. 2,5 χρόνια που κάθε μέρα, κάθε μέρα όμως, έψαχνα μανιωδώς στο διαδίκτυο, ρωτούσα γνωστούς και μη, κοίταζα τα “υπό έκδοση” του Ψυχογιού μήπως υπάρχει ο νέος τίτλος της Μεταξίας Κράλλη, μήπως έχει έστω ακουστεί ότι θα κυκλοφορήσει νέο βιβλίο κάποια στιγμή. Από πουθενά φως αλλά η ελπίδα τελευταία πεθαίνει ως γνωστόν. Μέχρι που μια άγια μέρα του περασμένου Ιουλίου βλέπω ότι είναι προς έκδοση στις 6 Οκτωβρίου το καινούριο της βιβλίο με τίτλο “Κάποτε στη Σαλονίκη”. Και οι μέρες αρχίζουν να κυλούν πλέον αντίστροφα. Σαν τους φυλακισμένους που μετράνε τις μέρες της αποφυλάκισης στον τοίχο σβήνοντας μία προς μία, έτσι ακριβώς κι εγώ. Είχα βάλει στην άκρη χρήματα και πραγματικά δεν έβλεπα την ώρα να κρατήσω ακόμη μια φορά ένα βιβλίο της στα χέρια μου, να γίνω κομμάτι της ιστορίας της, να ξέρω ότι τους ήρωές της δε θα τους ξεχάσω ό,τι και να γίνει. Και την πρώτη μέρα κυκλοφορίας του πήγα και το αγόρασα. Και το διάβασα αργά αργά, για να μη μου ξεφύγει ούτε μισή γραμμή, για να μπορέσει να χαραχτεί η ιστορία για πάντα μέσα μου. Αν τελικά ανταμείφθηκα; Ναι, και με το παραπάνω. Γιατί με το συγκεκριμένο έργο η Κράλλη αποδεικνύει ότι δεν είναι μόνο μία εξαιρετικά παραστατική και αληθινή συγγραφέας, αλλά ότι μπορεί να κάνει την οποιαδήποτε συνηθισμένη ιστορία να μοιάζει μοναδική και τόσο αληθινή σα να την έχεις ζήσει εσύ, οι γονείς σου ή κάποιος άλλος συγγενής σου, σίγουρα όμως δεν είναι μια κρύα, χωρίς συναίσθημα, διεκπεραιωτική ιστορία, απλά και μόνο ,στην προκειμένη περίπτωση, για να πιάσουμε και λίγο το ιστορικό υπόβαθρο. Όχι, η Κράλλη δε μένει μόνο σ’ αυτό, πετυχαίνει πολλά παραπάνω.
Στη Θεσσαλονίκη του 1927 η Χριστίνα και ο Αλμπέρτο γνωρίζονται και ερωτεύονται. Ο έρωτάς τους δε θα είχε κάποια διαφορά από των υπολοίπων Ελλήνων, αν εκείνος δεν ήταν γιος μιας εύπορης εβραϊκής οικογένειας κι εκείνη ανηψιά του μητροπολίτη της πόλης. Τα ταραγμένα χρόνια που ακολουθούν, καθώς και όλοι όσοι απαρτίζουν τον κοινωνικό τους περίγυρο, θα στιγματίσουν τις ζωές τους για πάντα αλλά και θα τους δώσουν τη δύναμη να παλέψουν για όσα αγαπούν.
Αντικειμενική να είμαι δε θα μπορούσα καθαρά και μόνο γιατί είναι Μεταξία Κράλλη. Και το χειρότερο βιβλίο να γράψει αυτή η γυναίκα, στα μάτια μου θα μοιάζει εξαιρετικό. Στο προκείμενο όμως, εξαρχής πίστευα ότι θα μου άρεσε γιατί κάτι η υπόθεση, κάτι ο πρόλογός της για το πώς εμπνεύστηκε την ιστορία και φυσικά όλη η έρευνα και η βιβλιογραφία που χρησιμοποίησε, μ’ έκανε να πιστεύω ότι άξιζε η αναμονή τελικά. Και άξιζε. Βέβαια κακά τα ψέματα, “Μια φορά κι ένα καλοκαίρι” και “Η αγάπη φόβο φέρνει” δεν είναι και ούτε και περίμενα κάτι τέτοιο. Άλλωστε, σε ένα βιβλίο με το αντίστοιχο ιστορικό περιεχόμενο που από μόνο του αποπνέει σεβασμό θα ήταν τελείως ανούσιο και υποτιμητικό να επικεντρωθεί μόνο στο ερωτικό στοιχείο ή εν πάση περιπτώσει, να του δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα απ’ όση χρειάζεται στην παρούσα φάση. Το ερωτικό στοιχείο λοιπόν σαφώς και υπάρχει σε αυτό το ταξίδι στην παλιά Θεσσαλονίκη, αλλά έχει τον ρόλο που του αρμόζει και δεν ξενίζει στο σύνολο του έργου.
Πέραν όλων αυτών λοιπόν, αυτό που κάνει το βιβλίο της Κράλλη εξαιρετικό για ακόμη μια φορά, είναι ότι έγραψε ένα πολυποίκιλο βιβλίο με ένα εξαιρετικό κοινωνικό-θρησκευτικό-ιστορικό υπόβαθρο, δίνοντας βάση σε όλους της τους χαρακτήρες -μαστόρισσα άλλωστε σε αυτό-, εξελίσσοντάς τους βήμα βήμα παράλληλα με την εξέλιξη των γεγονότων και όχι βάζοντάς τους σε κάδρο, προστατεύοντάς τους, μην τυχόν πάθουν κάτι αν τους αγγίξουν οι δυστυχίες! Αντιθέτως, όλοι οι χαρακτήρες της πονάνε, πληγώνουν και πληγώνονται, συγχωρούν, αντέχουν αλλά και καίγονται στην Κόλαση για πάντα. Συγκεκριμένα, μια παράγραφος στη σελίδα 644 με συγκλόνισε γιατί μέσα στην απλότητά της περιγράφει ακριβώς ό,τι αισθάνθηκαν εκείνοι οι άνθρωποι την ύστατη ώρα, ή μάλλον αυτό που πιστεύουμε ότι αισθάνθηκαν καθώς οι ίδιοι δε θα μπορέσουν ποτέ να το επιβεβαιώσουν. Το βιβλίο έχει εξαιρετικές περιγραφές, άλλες ευχάριστες κι άλλες δυσάρεστες, αλλά τόσο ζωντανές που σε βάζουν για τα καλά μέσα στην ιστορία. Δε γίνεται να μη νιώσεις κομμάτι αυτής της περιόδου, να μη δεις με άλλα μάτια τη Θεσσαλονίκη, αυτή την τόσο ξεχωριστή πόλη που εξακολουθεί ακόμη και πολύπαθη να μαγεύει, δε γίνεται να μη νιώσεις τη δυστυχία των ανθρώπων όταν αγωνιούν για την επόμενη μέρα και την πείνα που τους κυριεύει. Θα μπορούσα να λέω κι άλλα, όμως το βιβλίο με συνεπήρε τόσο που τα ξέχασα. Δεν πειράζει, ίσως καλύτερα, η ουσία βρίσκεται μόνο στις σελίδες του, όλα τ’ άλλα περισσεύουν.
Το βασικότερο εντέλει χαρακτηριστικό του είναι ότι στις 700 σελίδες του δεν πλατειάζει στιγμή, δεν υπάρχει μια περιττή περιγραφή, δε νιώθεις ότι τραβάει με το τσιγκέλι τα γεγονότα και τις αντιδράσεις των ηρώων απλά και μόνο για να συγκινήσει και να γεμίσει τις σελίδες. Ίσως φαίνεται δύσκολο όμως ισχύει. Αν θα έπρεπε να το κρίνω με αντικειμενική ματιά, θα έλεγα ότι είναι από τα καλύτερα μυθιστορήματα του είδους και επάξια μπορεί να χαρακτηριστεί ιστορικό. Η Μεταξία Κράλλη λοιπόν επιβεβαιώνει ότι ήρθε για να μείνει και ευχόμαστε από καρδιάς να μείνει για πάντα.
_
γράφει η Μαρία Ανδρικοπούλου
0 Σχόλια