Select Page

Μελάνι μαύρο

Μελάνι μαύρο

Οι μεντεσέδες, που συγκρατούσαν τα ξύλινα παντζούρια, έτριζαν σε μια δική τους μουσική, έτσι που φυσούσε ο αέρας. Η μεγάλη λεύκα έξω από το σπίτι έγερνε μπροστά στην καγκελόπορτα, υποκλινόμενη θαρρείς σε κάποιον αόρατο αφέντη. Η αρμύρα τής χτυπούσε το πρόσωπο. Καθόταν στο τραπέζι της αυλής, με το βλέμμα στραμμένο προς τη θάλασσα. Έμοιαζε να μην την αγγίζει τίποτα από ό,τι συνέβαινε γύρω της. Έγειρε πίσω στην καρέκλα κι έστριψε τσιγάρο, αναζητώντας τη φωτιά της. Τα πνευμόνια της ρούφηξαν με δίψα τον καπνό. Με το βλέμμα της αγκάλιασε τα φουγάρα του πλοίου που ξεμάκραινε, καθώς έβγαινε από το λιμάνι. Νύχτωνε. Τα φώτα του αναμμένα, μια μικρή πολιτεία, πλωτή. Έπρεπε να είναι εκεί. Όμως, δεν είχε το θάρρος. Τα πόδια της δεν την πήγαιναν βήμα μπροστά. Τι να σκεφτόταν άραγε; Ίσως πως δεν την ένοιαζε ούτε ένα αντίο να του πει. Ίσως και ότι χάρηκε τελικά που ήρθε έτσι η ζωή τους. Ίσως... Δεν είχε σημασία πια.

Κάτω από το τασάκι, ένα χαρτί με μαύρα γράμματα, μουσκεμένο εδώ κι εκεί από τις σταγόνες που έφερνε ο αέρας. «Αν χώρηση: 10:55 – Όν μα επιβ...». Όταν της το αγόρασε, το όνομά της θα φιγουράριζε πεντακάθαρα στο κέντρο του μικρού χαρτιού. Ένα μάτσο μουτζούρες μισοσβησμένες την κοιτούσαν επίμονα, τρυπώντας την ως το κόκκαλο. Στην πίσω πλευρά δυο λέξεις, «Σε περιμένω». Από τα μάτια της έβρεξε η ψυχή της το χώμα. Τα χέρια της σταθερά, έφεραν το ποτήρι στα χείλη της. Κινήσεις κοφτές, σίγουρες. Ακόμη ένα, κι άλλο ένα, κι άλλο. Άφησε το σωληνάριο στο τραπέζι. Σηκώθηκε και προχώρησε προς τη σιδερένια πόρτα. Ένιωθε το στήθος της να βαραίνει. Τα πόδια της έτρεμαν. Κρύωσε ξαφνικά. Στηρίχτηκε στο σύρτη. «Εις το επανιδείν...». Τα γόνατά της λύγισαν.

Δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Δυο πιτσιρικάδες, που γυρνούσαν φορτωμένοι τα τελάρα με την ψαριά τους, πέρασαν απ' έξω. Ο σύρτης είχε μετακινηθεί, η πόρτα παλαντζάριζε μισάνοιχτη. Πιο πίσω εκείνη, άχρωμη φιγούρα μέσα στο μαύρο φόρεμά της. Τα μαλλιά της ανακατωμένα από τον βραδινό αέρα. Το πρόσωπό της κάτασπρο, παγωμένο. Στο χέρι της ένα κομμάτι χαρτί, χιλιοτσαλακωμένο. Στη μια πλευρά έγραφε μάλλον ένα όνομα, και μια ώρα. Στην άλλη, δυο λέξεις ίσως – δυο μουτζούρες, μάλλον. Και από κάτω, με φρέσκο, μαύρο μελάνι και γράμματα άτσαλα, «Συγγνώμη».

_

γράφει η Φαίδρα Κουβέλη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Βασίλειος Μαντικός

Γεννήθηκε ως άλλος φόρος «Ρωμαϊκός» -κι ανδρώθηκε- στο νησί του Ήλιου, μιαν αρχή της Ινδίκτου. Ζει και εργάζεται στη γενέτειρά του. Σπούδασε και σπουδάχτηκε στη Μεγαλόνησο. Με θέα το Αιγαίο και παρέα μια ρακή σταμάτησε να ελπίζει, να φοβάται και πρωτοένιωσε τη «λεφτεριά» φερόμενος ως Πολιτικός Μηχανικός.

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!