Ήταν Σεπτέμβρης. Ένα από τα τελευταία δειλινά του. Όπως πάντα όταν επέστρεφα στο σπίτι, είχα σταματήσει στο πιο όμορφο σημείο της πόλης. Ένα πάρκο στο κέντρο της, στολισμένο με μια μικρή λίμνη, στην άκρη της οποίας δέσποζε μια παλιά εκκλησία. Η λίμνη της φωτιάς, την έλεγαν οι ντόπιοι, χωρίς να ξέρω γιατί. Στην όχθη της λίμνης σύχναζε κάθε λογής κόσμος και μου άρεσε να χάνομαι σε αυτό το ανθρώπινο μωσαϊκό, περνώντας τις τελευταίες ώρες της καθημερινής ρουτίνας μου.
Στην αρχή δεν τον πρόσεξα. ‘’Είναι σα να χορεύουν’’, είπε ο ξένος που καθόταν δίπλα μου, με το βλέμμα στραμμένο στους περαστικούς. ‘’Κακόμοιρα πλάσματα, στην αρχή μου προκαλούσαν οργή, μα τώρα μόνο τους λυπάμαι. Βαδίζουν σκυθρωποί, έχοντας στο νου τους μόνο τα προβλήματα τους. Βαδίζουν λες και το αύριο είναι δεδομένο, όπως εσύ κι εγώ. Σκέφτονται το πως έβγαλαν σήμερα μερικά χρήματα περισσότερα ή λιγότερα, ποιο θα είναι το βραδινό τους, πόσες μέρες έμειναν για την άδεια τους… Δε θα γυρίσουν σπίτι τους να πουν στην οικογένεια τους ότι τους αγαπούν, δε θα θαυμάσουν την ομορφιά του φεγγαριού ή το χρυσό χρώμα των φθινοπωρινών φύλλων, δε θα δουν τον κόσμο όπως τον βλέπω εγώ. Γιατί όλα είναι τους είναι δεδομένα, γιατί είναι τυφλοί και τυφλοί πορεύονται, περιμένοντας κάτι για να ζήσουν. Κοίταξε τους, είναι σα να χορεύουν’’, είπε ξανά. ‘’Και στο χορό των καταραμένων, η κόλαση είναι μέσα μας’’.
Ύστερα έφυγε, χωρίς λέξη. Ήταν μεθυσμένος, τρελός ή σοφός; Δεν έμαθα ποτέ…
_
γράφει ο Βασίλειος Ζήνας








0 Σχόλια