Select Page

Ο Μάνος Ελευθερίου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη

Ο Μάνος Ελευθερίου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη

Ο Μάνος Ελευθερίου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη

«Στις ΕΡΗΜΙΕΣ του Άδη που κατοίκησε, μονάχα τρωκτικά τα χρόνια ετοίμαζαν μελανοχίτωνες[1] θρόνους να πέφτουν και λαούς να ντύνονται τη στάχτη κι αράχνες άγνωστες και πουλιά σιδερένια να κακουργούν τον ουρανό. Το γένος των φονιάδων πια πληθύνεται. Σε μυστικά εργοστάσια με το κρυφό τους χέρι εκεί ετοιμάζουνε θανάτους και θανάτους κι εκεί το θολωμένο μάτι τους σφραγίζει τον ξανθό καιρό»

Μάνος Ελευθερίου, ‘Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του Προφήτη Ελισσαίου’

 

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Ο πρόσφατα εκλιπών Μάνος Ελευθερίου, καταξιωμένος στιχουργός όσο και ποιητής της αμεσότητας, στην ποιητική του συλλογή ‘Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του Προφήτη Ελισσαίου’[2], συν-διαλέγεται με την ζωή και με την προσίδια ευρύτητα της Παπαδιαμαντικής γραφής, προσιδιάζοντας προς την συγκρότηση μίας ποίησης και ενός ποιητικού λόγου που προσδιορίζουν και προσδιορίζονται από την απορία για την βαρύτητα ενός αιώνα ‘καθημερινού’.

Εστιάζοντας στους όρους της εύθραυστης ισορροπίας του Παπαδιαμαντικού γίγνεσθαι, ο Συριανός στιχουργός και ποιητής δύναται να οικειοποιηθεί τους συμβολισμούς μίας δυνάμει υπερβατολογικής ‘τελετουργίας’, ασκείται στις δυναμικές μίας ταραχώδους νυχτωδίας η οποία περιλαμβάνει την γενεαλογία του Σκιαθίτη συγγραφέα, την μητρική και την πατρική φιγούρα ως ‘άξονες’ επανερμηνείας, τις αδελφές του εν σχέσει με το πράττειν μίας σχεδόν ατελεύτητης αδημονίας, την δόμηση ενός λογοτεχνικού αμαλγάματος που εκθέτει υποκείμενο μίας σπαρακτικής εκ-ζήτησης του αίματος, μίας αναζήτησης του ίχνους που αφήνει πίσω της η μεταβολή, η ‘θαλπωρή’ της κοινότητας, η θανάτωση ως ανεστραμμένη υπερ-απόδοση του φαλλού.

‘Η αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι’[3] προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά μίας ‘σωματοποιημένης’ παράστασης εντός της οποίας παρελαύνουν επάλληλες φωνές, μαρτυρίες του αδόκιμου, φονεύσεις που λαμβάνουν χώρα στα κρυφά, υποκείμενα που μετονομάζουν την ενικότητα σε προσδιοριστική ύλη του επιθυμητού και του επιθυμητά ‘διεισδυτικού’ στην ανθρωπινότητα, στην κοινωνικότητα μίας πολίχνης που ‘ενσαρκώνεται’ στη ‘σπερματική’ μνήμη της: στους θανάτους που αποτελούν λόγο βιωματικής εν-συναίσθησης, στους ‘οπτικοποιημένους’ έρωτες που ‘διαγράφουν’ την οριακότητα στο σώμα, σε μία λειτουργία καθημερινή που σημασιοδοτείται από την μικρο-ελληνικότητα ενός εκάστου. Και η λογοθετικότητα του Μάνου Ελευθερίου, εν σχέσει με μία ποίηση που συσσωρεύει προϋποθέσεις παρόρμησης, ‘εδαφοποιεί’ στο εσωτερικό της ‘αιμάσσουσες’ αντιθέσεις, την αμαρτία ενός εκάστου ως θέαση, διαμέσου μίας εκτατικής ‘αγρυπνίας’ ή ολονυχτίας για ένα πράττειν και για ένα ‘τρυγόνι’ που δύναται να ‘ενσαρκωθεί’ στα αντίθετα του, πάνω στο έδαφος μία ιστορίας που επι-ζητεί απεικονίσεις. Και σε αυτή την ‘αγρυπνία’ αναδύονται ανθρώπινες σκιές και φάσματα, η θηλυκότητα ως ίμερος αναπαράστασης του τραγικού, του μητρικά τραγικού, η ‘Φόνισσα’, υποκείμενο που τελεί η ίδια εν ‘αγρυπνία’ και προσοχή: σε αυτήν ‘ανήκει’ τώρα η γλώσσα, το πάθος που δεν γνωρίζει παρά την αξιο-θεμελίωση του.

«Παίρνει τα λόγια του, λοιπόν, και κάθε λέξη τη στολίζει με τ’ άνθη του επιτάφιου κάθε ψηφία με ακριβή πορφύρα και με μάλαμα τους στίχους του με κίτρα της θαλάσσης. Ρίζα χρυσοπλοκώτατη είναι η ψυχή του τώρα. Ο κλήρος του δεν ήτανε για δεξιώσεις προς τιμήν του της πριγκίπισσας Μαρίας μήτε για το παράσημο του Σταυρού του Σωτήρος παραμονή που θά ‘φευγε για τα παλάτια των ουρανών ο κλήρος του δεν ήτανε για χοροεσπερίδες τραπέζωμα στο σπίτι του Συγγρού, τσάι στου Νεγρεπόντη και στου Στρέιτ ή σε τοκογλύφους, τζογαδόρους της πατρίδας, – στα εξοχικά τα μέγαρα εκείνα με τ’ αγάλματα αυτός δεν κρούει τας θύρας των μεγάλων – ποιων μεγάλων- αυτός, ο βασιλεύς, που η κτίσις όλη του ανήκει δεν έχει τίποτε να ορίσει ούτε έχει σπίτι στα Κοτρώνια, αμπέλι στην Αμμουδιά ελαιώνα στο Λεχούνι, χωράφι στο Στροφλιά τάλιρα, κολονάτα, δισχίλια, χίλια, πεντακόσια αδιάφορο- κι όλο ζητάει τον κόπο του κι όλο ζητάει να εξοφλήσει πάλι και πάλι εκλιπαρεί το Βλαχογιάννη, σχεδόν γονατιστός γράφει στο Βλαχογιάννη Φίλτατε Γιάννη. Αγαπητέ Ιωάννη».[4]

Ο λόγος του Σκιαθίτη, αυτή η ιδιαίτερη γλώσσα των ‘μη-προφυλάξεων’ στέκει ενώπιον μίας ίδιας και μίας ‘άλλης’ ποιητικής ‘Αγρυπνίας’, εκεί όπου το ‘αντί-δωρο’ μοιράζεται στα δύο ωσάν Ριτσικός ”καημός” (‘Ρωμιοσύνη’), εκεί όπου το ‘εσφαλμένο’ καθίσταται ‘αλήθεια’, με τον Μάνο Ελευθερίου να τείνει σε εκφάνσεις ανάδειξης και ‘φόρτισης’ της Παπαδιαμαντικής λαϊκότητας, της αντίστιξης του με ένα φαντασμαγορικό γίγνεσθαι ενός αιώνα που ‘πενθεί’, σημαίνοντας την Παπαδιαμαντική ‘οντοπολογία’ που ευρίσκεται στο μέσον της ‘πολιτικής ορθότητας’: τα πρόσωπα του, πένητες και απόκληροι[5], νησιώτες και κάτοικοι της πρωτεύουσας, κινούνται στους δρόμους και στις παρυφές της νόρμας, εσωτερικεύουν την ένταση αυτού που παραμένει ‘απρόσιτο’, την ενοχή ως αίμα προς, την ιστορία ως δυνατότητα μετάβασης: τα υποκείμενα που δρουν δύνανται να περιληφθούν σε μία Ελλάδα που ‘σωπαίνει’ προ του ‘θαύματος΄, σε ένα συμβάν που διαρκεί όσο διαρκεί και η περατότητα του, η παλινδρόμηση στο και στα πρωταρχικά πεδία αναγνώρισης: ‘είμαι διότι είσαι’, με την εντοπιότητα να συνιστά το ‘άλλο’ πρόσωπο της λαϊκότητας, της παράδοσης και της δι-ιστορικής ‘μαγγανείας’, υπό το πρίσμα εμπρόθετων ωσμώσεων, μεταφορών και δια-πάλης μεταξύ νεωτερικότητας και νεωτερικού πνεύματος και μίας παράδοσης που, ως μητρική απεύθυνση ενέχει ετερογενείς ρυθμούς ‘απο-κάλυψης’, πραγμάτωσης του καθημερινού ως έναυσμα: το ‘τραύμα’ της γλώσσας και η ‘ευφρόσυνη’ θρησκευτικότητα[6], ο ερωτικός[7] βίος ως άθροισμα πόθων, διαβάσεων και μετερμηνειών, οραμάτων και ενοράσεων της εξιδανικευτικής και για αυτό γειωμένης ‘τελειότητας’, η κανονικοποίηση των παθών και η τελετουργία των θανάτων που φέρουν την δια-γενεακή εκ-φορά και την κοινοτική ακολουθία, η νησιωτική ζωή και οι μεταβολές της, το τροπάριο ενός εκάστου, καθίστανται στοιχεία που συνθέτουν το Παπαδιαμαντικό έργο, εκεί όπου το πάθος, συναντά την στρέβλωση, το αναπαραστάσιμο ως ‘έλλογο’ την εξέγερση του, και η παράνοια την ‘γοητεία’ της.

«Μασούσε μας λένε ευκάλυπτο και σα να παραμιλούσε, ντυμένος τον Άδη με την παντιέρα για το βυθό που βούλιαζε αυτός κι εκείνος, η ζωγραφιά- ο ετοιμόρροπος αιώνας».[8]

Ο Μάνος Ελευθερίου ανα-καλεί την ‘πραξεολογία’ ενός κόσμου που, δια της επωνυμίας αναφέρεται, σπεύδει να επενεργήσει στην δεσπόζουσα κοινωνιο-οντολογία του υπαρκτού ρεαλισμού και στην ιδιάζουσα ψυχοσύνθεση του διά-κενου, του μεταιχμιακού στην παρουσία του, του λειτουργικού στην αυτοτέλεια του.

Δεν μιμείται παρά συγγράφει αβίαστα, ‘πυρετικά’, με τον ρυθμό μίας εγγενούς ανισορροπίας και της διαλεκτικής της διαρκούς συνάντησης, της ‘παραμόρφωσης’ του κανονικού: «ο ετοιμόρροπος αιώνας»[9] και η ‘βύθιση’ στην αποσπασματική και μη εντροπία του, με την τροπικότητα του Νιτσεϊκού ‘Ζαρατούστρα’: «Αντιφάσκουν αυτές οι οδοί. κουτουλάνε η μία την άλλη κατακέφαλα, και είναι εδώ, σε αυτή την πύλη, όπου συναντώνται. Το όνομα της πύλης είναι γραμμένο ψηλά: ‘Στιγμή’».[10]

Αναλύοντας την Νιτσεϊκή φιλοσοφία, ο Θανάσης Γκιούρας, επισημαίνει πως «[11]εν όψει της αντιπαράθεσης με τη διαρκώς απειλητική ‘βαρύτητα’, δηλαδή την ταύτιση με την εκάστοτε υπάρχουσα κατάσταση (κάτι που θα μπορούσε να ολισθήσει σε ακηδία), η ανάδειξη του μοναδικού και συνάμα ‘αιώνιου’ (δηλαδή οντολογικά κραταιού) χαρακτήρα της στιγμής προκαλεί ουσιαστικά τη στάθμιση του ουσιώδους σε μια ρευστή κατάσταση (καθώς η πύλη είναι παντού και πουθενά)».

Στη δική του ‘Αγρυπνία’, σε μία ‘Αγρυπνία’ ζώσας υπενθύμισης και αντανάκλασης του πραγματικού στην ‘μοναδικότητα’ του, ο Μάνος Ελευθερίου, δεν σπεύδει να ορίσει, παρά να επανανοηματοδοτεί την Παπαδιαμαντική γραφή στην ανοιχτότητα της, εκθειάζοντας παράλληλα την Παπαδιαμαντική ‘στιγμή’ η οποία και είναι ο συγκερασμός διαφορικών ‘βιό-κοσμων’ στο έργο του, η παροντικότητα ως προ-κάλυμμα δι-επαφής, η μορφολογία ως ανατρεπτική ιστορία: η ‘στιγμή’ όπου πράττεις τα δέοντα, η ‘στιγμή’ όχι ως ενθουσιώδης ‘ακηδία’ αλλά ως εξύψωση στο λεκτικά και συνειδησιακά ανα-διαμορφούμενο στοιχείο, η ‘στιγμή’ ως άρθρωση δυνατότητας της ου εντός και του εκτός χρόνου: την ειδολογική έκφανση της ‘διαφοράς’.

Σε ένα ιδιαίτερο απόσπασμα της συλλογής, αυτής της κειμενικότητας και της παράλληλα σκιώδους αναλυτικής δυναμικής εντός ποίησης, ο Σκιαθίτης τίθεται ενώπιον μίας άλλης ‘θεοδικίας’, ενώπιον ενός ‘Φονιά’ (ο ‘Γιάννης ο Φονιάς;’), που πρωτίστως οσμίζεται το επι-γενόμενο ‘άδικο’[12], την άνιση κατανομή των πολλών αγαθών του γίγνεσθαι, την διαβολή ως ανεστραμμένη ηθική, αναγνωρίζοντας στο ‘εσύ’, το ‘είμαι Φονιάς’ του κάθε σώματος που χάσκει, του χρυσού που λάμπει ως ‘ευφορία’, αναγνωρίζοντας τον ίδιο εαυτό σε όψεις του ‘ελέους’, στα ‘θύματα’ που φέρουν το βάρος της ‘γενεαλογικής’ και ουσιαστικοποιημένης ‘αδικίας’.

«Λέει ο Αλέξανδρος. – Υπάρχουμε κι οι δυο κάτω από κείνο που πονάς και μέσα σε κείνο που ο ένας το κρατάει σφιχτά κι ο άλλος του κρατάει το χέρι μην το χάσει. – Δεν είναι αυτό το δύσκολο, του λέει ο φονιάς. Εγώ σου λέω άλλα. Πάντα μαζί σου και με στέρηση. -Κατάλαβα, του λέει ο Αλέξανδρος. Είμαι ο φονιάς μου.[13] Γιατί εσύ κρατάς από το γένος λουλουδιών κι από φυλές που ευωδιάζουν τα γραπτά τους, γιατί κοιμούνται μέσα τους πουλιά. Εγώ φυλάω τη σκοπιά σε τούτο τον αιώνα, κι ο κλήρος μου είναι ο κλήρος των θυμάτων. Κι είμαι αυτό κι αυτός που επιθυμείς κι εγώ το προσκυνώ, ο Κύριος μου κι ο Δεσπότης μου. Το ρωμαίικο, αυτό ας όψεται. Δεν έχει τέλος ο πόνος ο ελληνικός».[14]

Η φόνευση και η ‘φόνευση’ αποτελούν ‘στιγμή’, το ‘πάντα’ και το ‘πέραν’, στο spectrum όπου ο Σκιαθίτης δεν αντικρίζει παρά ‘Φόνισσες’, με την ‘αλήθεια’ να νοείται ως ‘ανεπαίσθητη’ κραυγή: «Είμαι ο φονιάς μου».

Στα μικρά του κειμενικά σπαράγματα, ο Μάνος Ελευθερίου, ανα-πλαισιώνει έναν βίο θυσιών, επινοεί το προτρεπτικό ως ποίηση, ξαγρυπνά για την περίβλεπτη νυχτωδία, σπεύδει σε έναν ναό όπου ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ‘μετρούσε’ τους χρόνους της πλήρωσης ψέλνοντας, γράφοντας για τον ελληνικό αιώνα, δια-κρατώντας το υπόδειγμα: ‘γράφε και γράφε’, για έναν συγγραφέα ο οποίος βίωνε βαθυδομικά την ευρύτητα και την πολλαπλότητα, την ανομοιογένεια της στάθμισης.

«Φεύγουνε φεύγουνε οι ζωντανοί ολοένα νεκροί που ντύνονται τα λόγια της θαλάσσης τον κόσμο πια τον βλέπει μες στα χέρια του το μαύρο φάντασμα που είδε στο κορμί του το μαύρο φάντασμα που ήταν το κορμί του (κι ολοένα πιο λίγοι κι ολοένα πιο μόνοι εκεί που τελειώνει μια εγκατάλειψη και περιμένεις τη συκοφαντία). Τι παρελθόν και τι κορμί Πάντα το ίδιο κάνει».[15]

Το Παπαδιαμαντικό λογοτεχνικό πράττειν βρίθει αποριών, προσιδιάζοντας σε διεργασίες ανα-δόμησης της δημόσιας σφαίρας, με μία λογοτεχνική τροπικότητα ανά-κλησης του συντελούμενου και ‘σεσημασμένου’ τρόπου ζωής που ομνύει στην ‘εύρεση’ σημείων αναφοράς μεταξύ ‘πράττω’ και ‘πιστεύω’, μεταξύ εγγύτητας και οικειότητας, μεταξύ θανάτου και υπόμνησης σε έναν μείζων θάνατο, και μεταξύ γνώσης, χασμάτων της ιεραρχίας και ΄θαύματος’.

Η ‘αγρυπνία’ του Μάνου Ελευθερίου επιτελείται υπό το πρίσμα μίας δυναμικής της ανέλιξης, η οποία σε κάθε βήμα της, αναφέρει την Παπαδιαμαντική ‘θέση’ και τον χρόνο της, το ‘άδικο’ ως όρο που δια-μοιράζεται εντός κοινότητας, εντός παραγωγής, ως όρο ύπαρξης του ελληνικού: ατέρμονη κυκλικότητα.[16] «Αλλά ο καιρός είναι στενός με μια χαραματιά μονάχα ίσα ίσα για να μπαίνουν στο σκοτεινό κατώι δυο τρεις κλωστές του ήλιου ίσα ίσα για να βλέπει τα καρφιά και να καρφώσει τα φέρετρα των φίλων του».[17]

 

_____

[1] Στην κειμενική περιεχομενικότητα της ποιητικής συλλογής, της ‘Αγρυπνίας’ για τις εν-σώματες δια-ρρήξεις, στα συμφραζόμενα του αιώνα που ενέγραψε εμπρόθετες σκοπολογίες, ο Μάνος Ελευθερίου αναφέρεται στην αναπαραγωγή φασιστικών-ναζιστικών συμβολισμών, στη θανατο-πολιτική ως ενεργός συμπύκνωση του ναζιστικού πολιτικού πράττειν, στην ‘καύση’ λαών, στην Εβραϊκή ‘Shoah’, στο Εβραϊκό ‘Ολοκαύτωμα’ της θεμελιώδους εκ-ρίζωσης, της ‘τεχνολογίας’ του μαζικού θανάτου Εβραίων στα στρατόπεδα γνωσιο-αποκαλυπτικής, εθνικοσοσιαλιστικής βιο-πολιτικής, ‘αγρυπνώντας’ και για την συγκεκριμένη λέξη: σύμπλεγμα, εκεί όπου το συγκεκριμένο απόσπασμα ‘επι-κοινωνεί’ με το Ελυτικό ποιητικό υπόδειγμα του ‘Άξιον Εστί’. ‘Είδα το αίμα’, υπό το πλέγμα μίας ‘αγρυπνίας’ για την ‘μαρτυρία του μαρτυρίου’.

[2] Βλέπε σχετικά, Ελευθερίου Μάνος, ‘Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του Προφήτη Ελισσαίου’, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2001.

[3] Ως ‘Σκοτεινό τρυγόνι’ αυτοπροσδιορίζεται ο συγγραφέας, ‘σκοτεινό’ ως έκκληση στο ‘αθέατο’, ‘τρυγόνι’ ως εάν να αποτελεί στοιχείο συγκέντρωσης των ανθρώπινων εντάσεων και εκφάνσεων. Των ανθρώπινων εντάσεων ως ‘πεταμένο άρτο’.

[4] Βλέπε σχετικά, Ελευθερίου Μάνος, ‘Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του Προφήτη Ελισσαίου…ό.π., σελ. 14-15. Ο λόγος του ποιητή θέτει τον Σκιαθίτη και την δημιουργία του στο όριο και εκτός ορίου, στην απόσπαση από μία κοινωνική-ταξική ευμάρεια (από έναν περιώνυμο ‘ωφελιμισμό’) καθώς και στην ικεσία στον Γιάννη Βλαχογιάννη για λίγα χρήματα: μία ικεσία Παπαδιαμαντικά αρθρωμένη, στο λιτό και στο ‘εύτακτον’ του βίου, στο λίγο και στο συνεχές. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης δεν διεκδικεί δάφνες και φωτοστέφανου αγίου όπως θέλει μία κανονικοποιημένη επίσημη λογοτεχνική εκδοχή, αλλά τις ‘φορτισμένες’ πλαισιώσεις της ‘δοκιμής’ και της θεμελιώδους άρσης σε ανθρώπινο και σε κοινωνικό επίπεδο.

[5] Ο Κωστής Χατζημιχάλης στη δική του μελέτη για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, αναφερόμενος στην Παπαδιαμαντική βιο-κοινωνικότητα, τονίζει: «Το φως, αν υπάρχει, όλη αυτή η κοινωνία των αδικημένων, των θαλασσομαρτύρων και έκθετων, μόνο μέσα στη λειτουργία μπορεί να το αξιωθεί». Βλέπε σχετικά, Χατζημιχάλης Κωστής, ‘Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ’, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2014, σελ. 141.

[6] Η ιδιαίτερη συνύφανση θρησκευτικότητας και ‘αλματώδους’ όσο και ζωώδους παγανισμού και δοξασιών ‘σωτηρίας’.

[7] «Η επιθυμία (appetitus) δεν είναι τίποτ’ άλλο από την ίδια την ουσία του ανθρώπου», αναφέρει ο Μπαρούχ Σπινόζα στην ‘Ηθική’ του. Η Παπαδιαμαντική ερωτική επιθυμία, μετατρέπει το υποκείμενο σε ‘λάγνο’ εκ-ζητητή του μετασχηματισμού του γίγνεσθαι, σε εκ-ζητητή μίας φαντασιακής και μη χειραφέτησης που αρθρώνει το σώμα και τα σώματα σε οργανικά και πρακτικά ‘πεδία’ ‘μη-θεωρητικοποίησης’. Αναφέρεται στο: Μιχαήλ Σάββας, ‘Πλους και κατάπλους του Μεγάλου Ανατολικού’, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 1995, σελ. 72. Η επιθυμία δια-κρατείται ολικά.

[8] Βλέπε σχετικά, Ελευθερίου Μάνος, ‘Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του Προφήτη Ελισσαίου…ό.π., σελ. 25-26.

[9] Οι αναφορές στη μεταιχμιακότητα του αιώνα, στην τραγικότητα του ως απόκριση και ανα-σύνθεση μικρο-ιστοριών, αποτελούν σύνηθες μοτίβο του ευρύτερου λογοθετικού πράττειν του Μάνου Ελευθερίου, αρκεί να θυμηθούμε και το άσμα ‘Μαλαματένια λόγια’, διαμεσολαβώντας λειτουργίες μίας ‘επαναληπτικότητας’ με όρους συμπερίληψης του βιωματικά εκφραστικού, του ελληνικά συντροφικού, του πολιτικά διαπερατού, όντας «μια επανάληψη που διακρίνεται από την πρόθεση να διασωθεί αυτή η ίδια η ιστορική συνειδητοποίηση, μια επανάληψη ως ενθύμηση», για να παραπέμψουμε στον Θανάση Γκιούρα». Βλέπε σχετικά, Γκιούρας Θανάσης, ‘Ελευθερία και ιστορία. Με βασική αναφορά στις θέσεις Για την έννοια της ιστορίας του Walter Benjamin’, Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα, 2012, σελ. 273. Ο 20ος αιώνας και η ελληνικότητα σχετίζονται (έμφορτη σχεσιακότητα) και ‘παράγονται’ ως ιστορία εκούσιας συμμετοχής, ‘φιλτραρίσματος’ της ‘δια-πάλης με δια-πάλη’, έκθεσης σε μία ‘τριχοειδή’ αγωνία.

[10] Αναφέρεται στο: Γκιούρας Θανάσης, ‘Ελευθερία και ιστορία…ό.π., σελ. 243.

[11] Βλέπε σχετικά, Γκιούρας Θανάσης, ‘Ελευθερία και ιστορία…ό.π., σελ. 245.

[12] Και το ίδιο ‘άδικο’ (με ελληνικές και οικουμενικές διαστάσεις) απαντάται στο έργο του Μάνου Ελευθερίου, το κοινωνικά-ταξικά ‘άδικο’, η ανισο-κατανομή ως προϋπόθεση συσσώρευσης και ταυτόχρονα απώλειας’, το ‘άδικο’ που αφενός μεν εμφιλοχωρεί σε έναν συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής, αφετέρου δε εκ-φέρεται ως ‘τροπική γενεαλογία’ και τρόπος ζωής (αίματος και θυσίας) που διαμορφώνεται πρωτεϊκά, πολιτισμικά, προτρεπτικά: «Παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια μας, γιατί το άδικο το ζούμε μέσα από την κούνια μας». Η ‘αδικία’ και οι συνδηλώσεις που προσλαμβάνει, ‘εγγίζει’ τις εκφάνσεις ‘καθετοποίησης’ της εγκάρσιας τομής μεταξύ ‘δυνατού θύτη’ και ‘αδύναμου θύματος’ που εκτείνεται στις ορίζουσες της επιβολής, του πεπρωμένου και του θρήνου.

[13] Ο ‘φονιάς’ ελλοχεύει, παραμονεύει σε μία νυχτωδία που επιτρέπει, που επιτρέπει λέξεις, μεταμορφώσεις, αποκρίσεις, το αίμα ως συνθήκη ‘νόμου’.

[14] Βλέπε σχετικά, Ελευθερίου Μάνος, ‘Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του Προφήτη Ελισσαίου…ό.π., σελ. 29-30. «Ο πόνος ο ελληνικός» κινείται κυκλικά, τραγικά και για αυτό ‘επαναληπτικά’, υποσκάπτοντας τις θεμελιώδεις αρχές του φιλοσοφικού και γνωσιο-θεωρητικού ‘ενθουσιασμού’, προσιδιάζοντας, όχι σε μία αέναη ιστορική γραμμικότητα αλλά σε μία σημαίνουσα έγκληση του «καημού» για την ιστορική πορεία και για τις ‘απολεσθείσες’ ευκαιρίες, παραβολή του ‘αδύνατου’ που ‘βάλλεται’ και ‘υποφέρει’, του θανάτου και της μνήμης του, που είναι ελληνικός, «πόνος ελληνικός» διότι δύναται να αποτελέσει μνήμη και μνημονιοποίηση. Ο «πόνος ο ελληνικός» κινείται στον αντίποδα της ‘παρηγορητικής παραμυθίας’.

[15] Βλέπε σχετικά, Ελευθερίου Μάνος, ‘Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του Προφήτη Ελισσαίου…ό.π., σελ. 31.

[16] Το ‘άδικο’ ως ατέρμονη κυκλικότητα και ιστορία που ενέχει γλώσσες που ‘φράζουν τον δρόμο’ και την πορεία. Η ποιητική του Μάνου Ελευθερίου προσομοιάζει στην έννοια ενός θυσιαστικού άξονα που κοινοποιεί εκτατικά όχι ‘νανοειδείς’ απολήξεις, αλλά, την, στα μέτρα του ανθρώπινου, φόνευση.

[17] , Ελευθερίου Μάνος, ‘Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του Προφήτη Ελισσαίου…ό.π., σελ. 18.

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος