
γράφει ο Μιχάλης Κατσιγιάννης
«Ποιος φοβάται την ποίηση;». Αυτός θα μπορούσε να είναι ο τίτλος του παρόντος κειμένου. Συμπυκνώνει τις διαστάσεις όλων όσων σκοπεύω να πω. Είναι σίγουρα ένα από τα πολύ σημαντικά προβλήματα, όχι μόνο του καιρού μας, η σχέση της τέχνης και η δυνατότητά της να υπάρχει ελεύθερη με τους κυρίαρχους λόγους της κατεστημένης πραγματικότητας και κοινωνικής οργάνωσης. Με αυτό θα ασχοληθώ εδώ εστιάζοντας στην ποίηση, σε αυτή την ανεξάντλητη τέχνη.
Όπως έχει συμβεί και συμβαίνει και σήμερα με πολλές τέχνες (αλλά και είδη και μορφές αυτής) που διεκδικούν την ανεμπόδιστη δράση τους και τη διεύρυνση του αποδομητικού τους λόγου, έτσι και στην ποίηση τίθενται συνεχώς εμπόδια από τους λόγους της κατεστημένης πραγματικότητας, της κυρίαρχης κοσμοαντίληψης για τα πράγματα και τους ανθρώπους κι επιχειρείται η οριοθέτησή της με σκοπό τη χαλιναγώγηση της και την αποαπειλητικοποίησή της. Εξάλλου, αυτό είναι πασιφανές.
Η ποίηση, αυτό το μη εξημερωμένο ζώο, το αδάμαστο άλογο της λογοτεχνίας (κι ένα από αυτά της τέχνης συνολικά), κάμπτεται συνεχώς από ποικίλους κυρίαρχους λόγους που της απαιτούν άλλη στάση και συμπεριφορά σε όλες τις διαστάσεις. Όμως, η πιο σημαντική κι επικίνδυνη από όλες τις απαιτήσεις των κατεστημένων λόγων έναντι της ποίησης σχετίζονται με το περιεχόμενο. Απαιτείται συνεχώς από την ποίηση η απλότητα, που είναι όμως μη επεξεργασμένες οπτικές γωνίες, απλοποίηση και συχνά ακραία υπεραπλούστευση, η βιωματικότητα και η σωματικότητα, που είναι όμως ένα ημιτελές ημερολόγιο, ένα μισοφτιαγμένο ψυχογράφημα, η πολιτικότητα, που είναι όμως μια μη (και αντι) αισθητική προπαγάνδα, η αντι-ύπαρξη και η αντι-δημιουργία (βλ. Κατσιγιάννης, 2026α) κ.λπ.[1]
Το ζήτημα του περιεχομένου και των πιέσεων που δέχεται η ποίηση επ’ αυτού είναι πολύ σημαντικό.[2] Αγγίζει την ίδια την ύπαρξη της ποίησης και όχι απλώς τους τρόπους επιτέλεσής της. Η ποίηση πρέπει να απορρίψει την παραγωγή ψευδοπεριεχομένων και ημιπεριεχομένων, γιατί (πέρα από το προφανές, ότι δηλαδή αυτό δεν είναι όμορφο να συμβαίνει) το περιεχόμενο είναι η ουσία της, το όπλο της, ο λόγος της, ο εαυτός της, η αλήθεια της. Εξηγώ τι εννοώ.[3]
Η ποίηση (αλλά και η πεζογραφία, δηλαδή η λογοτεχνία συνολικά) ανήκουν σε αυτό που ονομάζω τέχνες της επεξεργασίας και του περιεχομένου. Αν από την ποίηση αφαιρεθεί το περιεχόμενο δεν μπορεί να υπάρχει ποίηση. Αν η ποίηση απολέσει το περιεχόμενο δεν είναι πια ποίηση. Χωρίς το περιεχόμενο η ποιητικότητα είναι ανύπαρκτη, μη παρούσα στο κείμενο. Κι αν θεωρήσει κανείς το ψευδοπεριεχόμενο ως απουσία περιεχομένου, τότε δεν μπορεί να υπάρχει και ποιητικότητα. Ένα τέτοιο κείμενο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ποιητικό, αλλά πολιτικό, βιωματικό, ημερολογιακό κ.λπ.
Έγραψα αλλού σχετικά με αυτό:
Στις μέρες μας δεν είναι λίγοι οι ποιητές που προσπαθούν να συνομιλήσουν με το βίωμα, το σώμα, την εμπειρία και την ανάμνηση. Ωστόσο, όπως πολύ συχνά παρατηρεί ο κριτικός και διεξοδικός ανα-γνώστης, τα γραπτά τους είναι απογυμνωμένα από κάποιο αισθητικό αποτύπωμα, λείπει από αυτά η ποίηση. Λες και πρόκειται για αυτοβιογραφικά κείμενα, για κείμενα ταυτότητας μη λογοτεχνικής προέλευσης (Κατσιγιάννης, 2026δ).
Η ποίηση, ακριβώς επειδή το περιεχόμενο έχει την πρωτοκαθεδρία, δεν μπορεί παρά να βιώνει τη διαδικασία της επεξεργασίας έντονα και να συμπλέει μαζί της τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά. Η ποίηση, η δημιουργία της, βασίζεται σε έναν σχεδιασμό (όχι απαραίτητα σε όλα τα στάδια της δημιουργίας), ο οποίος απαιτεί μία ενεργή συνειδησιακή ετοιμότητα και ωριμότητα. Τι εννοώ;
Η ποιητική γραφή, αν και εμπεριέχει έντονα, όπως και κάθε άλλη τέχνη, τον πειραματισμό, τον αυθορμητισμό και άλλες κρίσιμες παρεμφερείς ποιότητες, είναι (λιγότερο ή περισσότερο) δέσμια της επεξεργασίας, του σταθερού και μετρημένου βηματισμού, της κατανομής και της οργάνωσης. Η ποίηση, αν και ιδιαίτερα αιωρούμενη, από ένα σημείο κι έπειτα είναι εργασία που βασίζεται στο συγκεκριμένο. Η ποίηση, μετά το αόριστο, ρευστό και ασταθές προ-ποιητικό στάδιο, περιορίζει αρκετά μεθοδικά τα κύματα της έξαρσης, της τυχαιότητας και του αυθορμητισμού, μειώνει την αμφισημία, καταστρώνει έναν εννοιολογικό χάρτη και τα διοχετεύει στο περιεχόμενο, στον πυρήνα δηλαδή της αισθητικής της ύπαρξης. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ποίηση αποδεσμεύεται, έστω από κάποιο σημείο κι έπειτα, από το διφορούμενο, αλλά ότι το ενσωματώνει και το παρουσιάζει αλλιώς από ό,τι συμβαίνει σε άλλες τέχνες.
Η ποίηση (και πολύ περισσότερο η πεζογραφία) είναι αναγκαστικά κατανοητή – μέχρι ενός σημείου τουλάχιστον. Το αποτέλεσμα της ποίησης δεν προκύπτει στη φούρια της στιγμής, η ολοκλήρωση της εκμετάλλευσης των σημείων δεν συντελείται εν κινήσει. Αντίθετα, πρέπει πρώτα να καταλαγιάσουν οι συλλήψεις για να γεννηθεί το ποίημα. Αυτό συνίσταται στον μηχανισμό παραγωγής της ποίησης, καθώς και στο βασικό της υλικό, τον λόγο, τις λέξεις, τη λεκτική επικοινωνία. Υπάρχει δηλαδή εδώ μια σχέση αιτίου-αιτιατού μεταξύ του μηχανισμού παραγωγής της ποίησης και του βασικού της υλικού από μέρους του ποιητή – με την οποία η ποίηση έχει μία αναγκαστική σχέση.
Αν κάνει κανείς την παραδοχή ότι ο μηχανισμός παραγωγής της ποίησης είναι η (λιγότερο ή περισσότερο) αμοιβαία σύνδεση/σχέση αυθορμητισμού, οργάνωσης και επεξεργασίας και λαμβάνοντας υπόψη το βασικό υλικό της ποιητικής τέχνης, τη λέξη (η οποία ως τέτοια αξιοποιείται κυρίως στην ποίηση σε αντίθεση με άλλες τέχνες και άλλες εκφάνσεις της ποίησης), τότε για να δημιουργηθεί ένα ποιητικό κείμενο απαιτείται η αποφυγή του (πλήρως τουλάχιστον) ακατέργαστου κι ένα είδος επεξεργασίας που χαρακτηρίζεται από ένταση, κόπο και βάθος.
Η ποίηση πρέπει να αντισταθεί στην ύπουλη προσταγή για παραγωγή ψευδοπεριεχομένων, να αντισταθεί δηλαδή στις όλο και περισσότερες σειρήνες της αφομοίωσης του καιρού της, του κυρίαρχου πολιτισμού και της κυρίαρχης κουλτούρας, έτσι όπως πολύ καλά ξέρει και να (επι)μείνει στους δρόμους εκείνους που το περπάτημα εντός τους κυοφορεί τους πολύτροπους μετασχηματισμούς που όλο αναδημιουργούν και επανανοηματοδοτούν τον κόσμο, τα όντα και τα αντικείμενα. Αυτή είναι η λέξη-κλειδί για την ποίηση: η αντίσταση – η μακρά της παράδοση. Η ποίηση πρέπει να μην αποχωριστεί τον πιο σημαντικό της ρόλο, την πιο βασική της λειτουργία: την αντίσταση. Η αντίσταση είναι ο φυσικός χώρος θα λέγαμε της ποίησης, όχι το καταφύγιό της, ο φυσικός, ο αναμενόμενος χώρος της.
Ο δρόμος της πραγματικής ποίησης, δηλαδή της πρωτοποριακής και ριζοσπαστικής (τόσο σε επίπεδο μορφής όσο και σε επίπεδο περιεχομένου) ποίησης, της ποίησης που αποδιοργανώνει τις αισθήσεις κι ενοχλεί τις βεβαιότητες τόσο του ποιητή όσο και του αναγνώστη, ήταν ανέκαθεν μοναχικός, περιπετειώδης, λίγο μελαγχολικός και διαρκώς αμφισβητούμενος από τα πάνω – και από τα γύρω βέβαια. Και οι λόγοι γι’ αυτό βρίσκονται στην πραγματική θεώρηση για τον ποιητή. Ο ποιητής, η ιδιότητα και η λειτουργία του ποιητή, συμβολίζει τις ρωγμές στις κλειστές και συμπαγείς δομές, τις «γραμμές φυγής» (βλ. Deleuze & Guattari, 2017̇ Ντελέζ & Παρνέ, 2022), που όλο (ανα)δημιουργούν τα συμβάντα και επινοούν εναλλακτικές μορφές σκέψης, δράσης και ζωής. Ο ποιητής είναι το απρόοπτο, το δύσκολα (και το μη) εντοπίσιμο, το απροσδιόριστο, η ρήξη με την άποψη ότι υπάρχει η αλήθεια.
Η ποίηση οφείλει, όπως έκανε πάντα, να φοβίζει τον κόσμο, ιδίως τον κόσμο που στέκεται αμέτοχος, άπραγος, άεργος, δημοφιλής, προνομιούχος και ταυτόχρονα χαρούμενος και άσχετος. Η ποίηση οφείλει να δημιουργείται σε αυτό ακριβώς το πρότυπο: την άρνηση, την αμφισβήτηση, την παρέκκλιση και την υβριδικότητα. Να αντιλαμβάνεται τον ανεξάντλητο πλούτο που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο κρύβει το δυνητικό, να πειραματίζεται και να επινοεί συνεχώς νέους τόπους, αλλά και τόπους εντός των ήδη επινοημένων τόπων. Αυτή είναι η πραγματική ποίηση. Η τελευταία, το γνωρίζουν καλά οι μυημένοι (ποτέ οι τριγύρω, ποτέ οι «μυημένοι»), άλλο δεν κάνει από το να αλλάζει πρόσωπα, σώματα, φωνές και σχήματα, να αναδιοργανώνεται και να ανασυντάσσεται ποικιλοτρόπως και συνεχώς. Και αυτό είναι που την καθιστά στους κυρίαρχους εξουσιαστικούς λόγους (δυνητική) απειλή. Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να καλλιεργήσει, να συνεχίσει και να διανθίσει.
Η ποίηση, αυτή η ευλογημένη επινόηση, πρέπει να μείνει στη ζωή αλλά και «στη ζωή» διαφορετικά δεν έχει αξία. Το πιστεύω αυτό. Θέλω να πω, η ποίηση δεν πρέπει να δεχτεί την επιβαλλόμενη κλινική και αποστειρωμένη αντίληψη και μεθοδολογία ως προς την επιτέλεσή της, την οικειοποίηση ψευδοπεριεχομένων και την άκρατη επιφανειακότητα. Η ποίηση είναι, μεταξύ άλλων, έντονα διεισδυτική και ταυτόχρονα ανατρεπτική, ακριβώς επειδή δεν διαχωρίζει την ύπαρξή της και τη λειτουργία της από την ίδια τη ζωή. Δεν αντιλαμβάνεται την τελευταία ως κάτι ξεχωριστό, διαφορετικό από εκείνη, αλλά συμπλέουν ενωμένα και σχεσιακά. Τα πάντα εμπεριέχουν ποιητικότητα, τα πάντα μπορούν να μετασχηματιστούν σε ποίηση και αυτός ο πυρήνας σκέψης (τον οποίο η ποίηση μοιράζεται και με άλλα είδη τέχνης) είναι που κρατά την ποίηση εντός μιας λάβας που πρέπει να την αφήσουμε να κάψει τα πάντα στο απίστευτα χαριτωμένο πέρασμά της και όλους εμάς μαζί.
Για τον κόσμο που έχουμε (όχι μόνο σήμερα), για τη μορφές και τα περιεχόμενα που έχει ο κόσμος μας, η ποίηση αποτελεί ταυτόχρονα το μεγαλύτερο σφάλμα (για κάποιους) και τη μεγαλύτερη ευτυχία (για κάποιους άλλους). Έχω την άποψη ότι δεν είναι λίγοι αυτοί που μπορούν να το καταλάβουν αυτό – έστω και διαισθητικά, εμπειρικά. Η ποίηση έχει κινήσει τον κόσμο σε βαθμό τέτοιο που του έχει προκαλέσει τον μεγαλύτερο ίλιγγο που θα ήταν ποτέ δυνατόν. Έχει κινήσει τον κόσμο σε βαθμό τέτοιο που έχει δημιουργήσει πολλαπλούς κόσμους εντός αυτού που θα ήταν αδιανόητο να δημιουργηθούν διαφορετικά.
Η ποίηση σήμερα πρέπει να προστατέψει, να φροντίσει και να διευρύνει αυτή την ακανόνιστη, ξέφρενη και συνάμα καλά οργανωμένη κίνηση αν θέλει να συνεχίσει να υπάρχει, να λειτουργεί και να δρα ως ποίηση και όχι ως ένα ακόμη εφήμερο (με την πλήρως αρνητική έννοια), κακοφτιαγμένο και άνευρο δημιούργημα. Η ποίηση πάντα μισούσε τη βιτρίνα και τα τεχνητά φώτα. Πρέπει να το βρει ξανά αυτό. Η ποίηση οφείλει να αντισταθεί στις σειρήνες της αφομοίωσης μιας βαθιά σαθρής κοινωνίας που αυτοκατασπαράζεται με περίσσια ικανοποίηση, έπαρση και χαρά στον βούρκο της ημιμάθειας, της κόπωσης, της εξάντλησης, της άγνοιας, της απερισκεψίας, της βίας. Η ποίηση δεν πρέπει να θέλει να χωράει στα καλούπια που της επιβάλλουν εν είδει πρότασης.
Με την ποίηση συμβαίνει να μην είναι εύκολο να εξηγήσει κανείς τι, γιατί και πώς γίνεται ό,τι γίνεται. Το γνωρίζω κι εγώ αυτό καλά, γι’ αυτό και τις σημαντικότερες θέσεις μου περί ποίησης τις έχω αποτυπώσει σε πολλά από τα ποιήματά μου. Είναι ένα μυστήριο να καταπιαστείς με την ποίηση αλλά και το να μιλήσεις γι’ αυτή (πόσο μάλλον σε αυτή, εδώ χρειάζομαι ένα καινούργιο δοκίμιο για να εξηγήσω).
Ολοκληρώνοντας και πιστεύοντας ότι είναι χρήσιμο για το θέμα που πραγματεύομαι εδώ, μεταφέρω (χάριν ανακεφαλαίωσης) τμήμα ενός άλλου μου κειμένου στο οποίο θέλοντας να εξηγήσω τι είναι και πώς λειτουργεί η πραγματική (έτσι όπως εγώ την αντιλαμβάνομαι) ποίηση, έγραψα:
Η ποίηση αποτελεί σίγουρα αναμέτρηση και κόπο μεγάλο (ιδιαίτερα πριν αρχίσει να συμβαίνει ως γραφή πριν πάρει τη μορφή της αποτύπωσης), βίωση χάους του υποκειμένου που δρα σε ένα αλλόκοτο βάθος, γεμάτο βάρη, εκπλήξεις και πάθη, η μορφή και το περιεχόμενο του οποίου όλο μεταβάλλεται και ο ποιητής αναγκάζεται να αναμετρηθεί τόσο με τον εαυτό και τον ρόλο του όσο και με φαντάσματα κυρίως με το να αφουγκράζεται τις διώξεις τους. Δεν είναι χαρά η γραφή μόνο, δίνει τεράστια βέβαια, αλλά είναι κίνδυνος κυρίως και απώλεια, κατακραυγή στο πρόσωπο που αρνείται να σωπάσει, που στέκεται εκεί (πάντα αλλού, πάντα εδώ) νομίζοντας ότι είναι αναλλοίωτη η ύπαρξή του, ακέραια η σκέψη του, ελεύθερη η βούλησή του. Ο ποιητής είναι αυτός που συνομιλεί με το πρόσωπο αυτό, το φωτίζει με φώτα άυλα, δραματικά και συχνά ορατά με μεθόδους που το καθιστούν δύστροπο, σίγουρα το φροντίζει σαν να ήταν το δικό του, και μάλλον ακόμη περισσότερο, πιο έντονα και το αποκεφαλίζει μετά, το επανασυναρμολογεί, το διασύρει παντού, το θάβει στον ύπνο και των δύο και έπειτα το φέρνει πάλι στη ζωή (Κατσιγιάννης, 2026ε).
Κλείνοντας, παραθέτω ένα απόσπασμα (το οποίο φέρνω κάθε φορά στον νου μου) από τον σπουδαίο άνθρωπο του λόγου, Τσαρλς Μπουκόβσκι, ο οποίος εκφράζει (ήδη από την εποχή του) την κατάσταση που επικρατεί αναφορικά με την ποίηση και τους ποιητές πολύ ωραία, πολύ έξυπνα και πολύ σωστά:
Κάνουν όλο και περισσότερες αναγνώσεις, γνωρίζουν άλλους του σιναφιού τους. Συζητούν μεταξύ τους. Αρχίζουν να νιώθουν πανέξυπνοι […] ξέρουν τα πάντα εκτός από τα υδραυλικά […] είναι πραγματικά αποκαρδιωτικό να τους βλέπεις να εξελίσσονται […] γίνονται δάσκαλοι, στέκονται μπροστά σε άλλους και τους λένε πώς να το κάνουν. Όχι απλώς πώς να γράφουν, αλλά πώς να κάνουν τα πάντα. Τους ρουφάει κάθε διαθέσιμη παγίδα […] πρέπει να τους δεις να διαβάζουν: το ΛΑΤΡΕΥΟΥΝ, το κοινό, τους μικροεκδότες […] όλη αυτήν τη σύναξη ηλιθίων που πηγαίνουν σε αναγνώσεις ποίησης- κρυόκωλες σειρές ανθρώπων με ελαστικές κωλοτρυπίδες και μυαλό σαν κινέζικα ντουντλ (μαλακά). Πόσο λατρεύουν να διαβάζουν αυτοί οι ποιητές. Πόσο λατρεύουν να αφήνουν τη φωνή τους να αναδύεται. «Τώρα» λένε «θα διαβάσω μονάχα 3 ακόμη ποιήματα!» […] και, φυσικά, τα 3 ποιήματα είναι μακροσκελή […] για μένα, συγγραφέας είναι αυτός που γράφει […] όχι να διδάσκεις στους άλλους το πώς, όχι να κάθεσαι σε σεμινάρια, όχι να διαβάζεις σ’ ένα μαινόμενο πλήθος. Γιατί είναι τόσο εξωστρεφείς; Αν ήθελα να γίνω ηθοποιός, θα είχα δοκιμάσει τις κάμερες του Χόλυγουντ […] η γραφή τραβάει τους χειρότερους, όχι τους καλύτερους […] οι εκδοτικοί οίκοι του κόσμου απλώς τυπώνουν ασταμάτητα τη σαβούρα ανεπαρκών ψυχών που οι ανεπαρκείς κριτικοί αποκαλούν λογοτεχνία, ποίηση, πεζογραφία (Μπουκόβσκι, 2019: 207-209).
Βιβλιογραφία
Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.
Foucault, M. (1982). Ιστορία της σεξουαλικότητας, 1: Η δίψα της γνώσης (Γ. Ροζάκη, Μτφρ.) Αθήνα: Εκδόσεις Ράππα.
Κατσιγιάννης, M. (2026α). Σημειώσεις για τη σχέση τέχνης και τεχνητής νοημοσύνης. Μιχάλης Κατσιγιάννης. Ανακτήθηκε 24 Ιουλίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/06/blog-post_29.html
Κατσιγιάννης, M. (2026β). Ο χαρούμενος ευτελισμός του κειμένου, ή τι είναι ένα κείμενο σήμερα. Μιχάλης Κατσιγιάννης. Ανακτήθηκε 24 Ιουλίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/01/blog-post.html
Κατσιγιάννης, M. (2026γ). Στο κυνήγι ενός χαμένου θησαυρού: αναζητώντας την ποίηση σήμερα. Μιχάλης Κατσιγιάννης. Ανακτήθηκε 24 Ιουλίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/01/blog-post_16.html
Κατσιγιάννης, M. (2026δ). Ένα ποιητικό ημερολόγιο: για την ποιητική συλλογή «Νήσος Κίρκη», του Πασχάλη Κατσίκα. Μιχάλης Κατσιγιάννης. Ανακτήθηκε 24 Ιουλίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/01/blog-post_25.html
Κατσιγιάννης, M. (2026ε). Για τα «Ποιήματα» (Ηριδανός, 2010), του Γκρέγκορυ Κόρσο. τοβιβλίο.net. Ανακτήθηκε 24 Ιουλίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/06/blog-post_04.html
Μπουκόβσκι, Τσ. (2019). Για τη γραφή (Γ. Λαμπράκος, Μτφρ.). Αθήνα: Πατάκης.
Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.
Χαν, Μ.-Τ. (2023). Ψυχοπολιτική: ο νεοφιλελευθερισμός και οι νέες τεχνικές εξουσίας (Β. Τσαλής, Μτφρ). Αθήνα: Opera.
[1] Έχω ασχοληθεί ξανά με το θέμα της σημερινής κατάστασης της ποίησης (βλ. Κατσιγιάννης, 2026β, 2026γ), θεωρώ ότι αποτελεί ένα κρίσιμο θέμα συζήτησης που οφείλει να απασχολεί. Έχω την εντύπωση ότι η ποίηση πλέον δεν πραγματώνεται αλλά εξαργυρώνεται, δεν δρα αλλά επιβεβαιώνεται, δεν ζει ανάμεσά μας αλλά απλώς υπάρχει. Η ποίηση, ως ανέντακτος και ανοικτός λόγος, είναι σε μεγάλο βαθμό απενεργοποιημένος, η δυναμική του είναι κατεσταλμένη. Σχετικά με (εν ζωή και όχι) ποιητές και ποιήτριες που ασχολήθηκαν πραγματικά με την τέχνη αυτή τα παραδείγματα είναι πάμπολλα εννοείται.
[2] Πιέσεων εξωτερικών, που όμως σταδιακά γίνονται αντικείμενο οικειοποίησης από τον ποιητή, ο οποίος τις εφαρμόζει ο ίδιος, από μόνος του σαν να τις πίστευε ως προσωπικές αντιλήψεις από πάντα. Η πολιτική αυτή διαδικασία ακολουθεί το πρότυπο κάθε άλλης, αφού η κοινωνία μας οργανώνεται και διοικείται με βάση τις εξουσιαστικές τεχνικές και τεχνολογίες της «ανατομοπολιτκής» (βλ. Foucault, 1982) και της «ψυχοπολιτικής» (βλ. Χαν, 2023). Η ποίηση δεν ξέφυγε φυσικά απ’ αυτό.
[3] Ό,τι σημειώνω εδώ αφορά προφανώς όλο το ευρύ φάσμα των εκφράσεων της ποίησης. Η θεμελιακή σκέψη αγγίζει ολόκληρο το φάσμα. Ωστόσο, επειδή η κάθε τέχνη αλλά και κάθε διαφορετική έκφανση εντός μίας έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες και διάφορες, εδώ δίνεται έμφαση στις διαδεδομένες δομές και μορφές αυτής.













0 Σχόλια