Ο σκοτεινός αξιωματικός

31.12.2016

Εκείνο το πρωί το συναίσθημα ξύπνησε, σηκώθηκε, τεντώθηκε και μετά ξαναμαζεύτηκε, διπλώθηκε, κλείστηκε σε φάκελο και κίνησε για μέρος μακρινό.
Από σάκο σε σάκο, από αεροπλάνο σε καράβι, έφτασε στο λιμάνι προορισμού.
Ένα παιδί με ποδήλατο ήταν εκείνο που παρέλαβε το φάκελο και προσεκτικά τον έβαλε στο καλαθάκι μπροστά, να βλέπει τη διαδρομή.
Ίσα που προλάβαινε να κάνει την παράδοση προτού νυχτώσει.
Το πεντάλ γύρισε απαλά στην αρχή και σιγά-σιγά δυνάμωσε. Κι όσο η δύναμη μεγάλωνε στα πόδια του παιδιού, τόσο ο φάκελος χοροπηδούσε στην κορυφογραμμή που όριζε ουρανό, γκρεμό και θάλασσα.
Από ’κει ψηλά μπορούσε να δει την άκρη του όρμου, γκριζοκόκκινη του δειλινού, σε κορνίζα λευκή. Στη μέση ο φάρος, σκοτεινός, σαν αξιωματικός κάποιας χαμένης σκακιέρας. Άλλα πιόνια δεν υπάρχουν. Μόνος ο φαροφύλακας είναι που στέκεται στην πόρτα· σκιά ανυπόμονη για τη νύχτα που ’ρχεται.
-Δυναμώνει ο αέρας, σκέφτεται και κοιτάζει ψηλά τον σκοτεινό αξιωματικό και γύρω του τη θάλασσα να φουσκώνει, κουβέρτα δεύτερη στα βράχια.
-Θα προλάβει; και η σκέψη του ταξίδεψε μακριά, δυνάμωσε δυο πόδια σε πεντάλ ποδηλάτου με καλάθι και φάκελο.
Δυνάμωσε τα πόδια και ξύπνησε τα δάχτυλα του παιδιού που βάλθηκε ευτυχισμένο να χτυπά το κουδουνάκι στο τιμόνι, να χοροπηδά στο κάθισμα, να στέκεται όρθιο στα πετάλια που κι αυτά χαιρόντουσαν το καρουζέλ της ζωής τους.

Ντριν, ντριν, ντριν! Ντριν, ντριν, ντριν! Ντριν, ντριν! Ντριν, ντριν! Ντριν!
Ντριν, ντριν, ντριν! Ντριν, ντριν, ντριν! Ντριν, ντριν! Ντριν, ντριν! Ντριν!

-Να ’τος, προλαβαίνουμε, σκέφτηκε ξανά ο φαροφύλακας και φωτίστηκε το πρόσωπό του.

Ντριν, ντριν, ντριν! Ντριν, ντριν, ντριν! Ντριν, ντριν! Ντριν, ντριν! Ντριν!
Ντριν, ντριν, ντριν! Ντριν, ντριν, ντριν! Ντριν, ντριν! Ντριν, ντριν! Ντριν!

-Έλα παιδί μου γρήγορα! Έλα! Έλα, τρέξε, πάμε μαζί.
Κι ο μικρούλης, άφησε το ποδήλατο και με το φάκελο στα χέρια έτρεξε. Ετρεξε γρήγορα και με το φαροφύλακα έγινε πνοή που πέρασε την πόρτα και ολόκληρη τη στριφογυριστή σκάλα μέχρι ψηλά στην κορυφή με τα σκοτεινά παράθυρα.

-Έλα παιδί μου, μην αργείς. Άνοιξε το φάκελο. Διάβασε.
Και το παιδί άνοιξε το φάκελο και διάβασε. Διάβασε τη μία λέξη που ’ταν κρυμμένη μέσα εκεί. Τη διάβασε απαλά, με τη σιγουριά της ψυχής του. Τη διάβασε και αχλή φωτιά φάνηκε μπροστά τους.

-Διάβασέ την ξανά. Φώναξέ την!
Και το παιδί διάβασε ξανά τη λέξη, τη φώναξε και το συναίσθημα ξεδιπλώθηκε, πλημμύρισε το δωμάτιο όλο, φώτισε τα παράθυρα, έλαμψε ο σκοτεινός αξιωματικός και οι αχτίδες του ταξίδεψαν μακριά, φώτισαν τα κύματα, ξεσκέπασαν τα βράχια, υψώθηκαν στον ουρανό, έγιναν στέμμα στο κεφάλι του. Έλαμψε ο αξιωματικός στη νύχτα που έφτασε, φώτισε φουγάρα βαρύτονα από καράβια αλαργινά και κουδουνάκια απ’ τα ποδήλατα όλου του κόσμου.
-Ντριν-ντριν! Ντριν-ντριν! Ντριν!

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Κερδίστε το!

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Γιατρός στον τόπο του

Γιατρός στον τόπο του

Τον γιατρό τον γνώρισα σε κάποιο «μακρινό» παρελθόν, τότε που προσποριζόμουν τα προς το ζην ως επαρχιακός δημοσιογράφος. Γιατρός με την απόλυτη Ιπποκράτεια έννοια. Καρδιολόγος στο τοπικό Νοσοκομείο, εξαίρετος ως επιστήμονας και ως άνθρωπος. Κάποιος φίλος νοσηλευτής...

Υπολείμματα χαράς

Υπολείμματα χαράς

Περπατάς στην παραλία. Είναι ξεκούραση για το μάτι και για την ψυχή η θάλασσα κι ο ουρανός που αγκαλιάζονται κι ας είσαι δίπλα στην πόλη που αγκομαχάει τους πόνους της. Βήματα που τά ’χεις ξανακάνει φορές ατέλειωτες. Άμμος και πάλι άμμος και βότσαλα και κράσπεδα από...

Βανίλια

Βανίλια

Μια πόρτα άνοιξε πίσω της. Ένιωσε τον βαρύ ίσκιο του να απλώνεται στο χώρο. Άκουσε την παλιά ψάθινη καρέκλα να τρίζει. Η αναπνοή της έμεινε να αφουγκράζεται. Ένα σούρσιμο κι ένα απαλό ρυθμικό χτύπημα των δακτύλων του στο τραπέζι. Έκανε να κινηθεί, μα τα πόδια της δεν...

1 σχόλια

1 Σχόλιο

Υποβολή σχολίου