Πώς λένε άραγε οι άγγελοι αντίο;

10.06.2018

....ήρθες πλάι μου την ίδια ώρα πάλι. Εκεί, λίγο πριν αποχαιρετίσω το όνειρο και ανοίξω τα μάτια.

Το ξέρω γιατί έμαθα πια να ξεχωρίζω τον φευγαλέο σου ίσκιο, καρτερώντας σε παντοτινά, απ’ το πρώτο ακόμη φευγιό σου.

Και από τότε φιλεύω τον πόνο υπομονή, θαρρείς και πρόκειται για έμπιστο καλό μου φίλο,  αντέχοντας των εικόνων το οδυνηρό αναφιλητό που τον συνοδεύει.

-Μονάχα τούτο να σώπαινε έστω για λίγο, ν’ ακούσω για μια φορά το γέλιο σου…-

Είναι κι εκείνες οι νύχτες που σπρώχνω βίαια τη θάλασσα να φύγει από τα μάτια μου μα τούτη αντιστέκεται. Σα βράχος πετρώνει στα βλέφαρα, στο μυαλό, στην καρδιά και με πνίγει.

-Ανάμεσα στ’ άλλα, σου ’χα εξομολογηθεί για την αγάπη που της έχω, ναι; Μιλώ για ‘κείνο το αρμυρό νερό που δε πρόλαβε τη νιότη σου να βαφτίσει…-

Κι όσο κι αν αποφεύγω να το παραδεχτώ, εύχομαι να ‘ρχόσουν να μείνεις έστω για λίγο δίπλα μου κι ας ήμασταν απλά δυο ξένοι που κοιτούν ατάραχοι τη θάλασσα.

Θα ‘ταν φαντάζομαι προτιμότερο αυτό απ’ το να αγκομαχώ, να ματώνω και να στάζω στη θάλασσα σα δάκρυ μήπως και βρω ένα τόπο κι εγώ να με πενθήσουν τα σύννεφα.

Γιατί μονάχα να σηκώνω το κεφάλι και να προσπαθώ να σου χαμογελώ μπορώ τώρα, κι ας τα μάτια μου παραμένουν θολά απ’ την αρμύρα.

Με τη βία ισορροπώ τον τελευταίο καιρό. Το ένα μου πόδι περπατά στην άμμο και το άλλο βουλιάζει στη θάλασσα παρασέρνοντας μαζί μου όλα εκείνα τα ανώφελα «Αν»… 

-Μακάρι να κόψω κάποτε το χέρι του πόνου που με πνίγει… Άραγε μπορώ;-

Λες να γυρέψω κι εγώ απο 'κείνα τα φτερά που σου δόθηκαν;

Φαντάζομαι πως θα ’ναι μάταια μια τέτοια απαίτηση. Ήδη το δοκίμασα τότε π’ ακόμη ανάσαινες, μα μου τ’ αρνήθηκε Ο Θεός. Μ’ άφησε εδώ να μοιρολογώ τα σπλάχνα μου και το τρέμουλο της φλόγας των ονείρων μου, αντί να πάρω τη θέση σου.

Κι είχες τόσο γαλήνιο πρόσωπο στο στερνό μας αντίο…

Το αναλογίζομαι κάθε που ξαποσταίνω από έγνοιες και τα μάτια στερεύουν από ανθρώπινο πόνο. Και σε τούτη τη γαλήνη προσδοκώ πως  θ’ ανταμώσουμε.

Ναι, μια μέρα θ’ ανταμώσουμε.

Κι εγώ θα νιώθω τότε όμορφα, σαν παιδί, σαν εσένα.

Κι εσύ θα είσαι τότε για πάντα όλο μου το φως κι η ψυχή και το χαμόγελο.

Και μάθε το, πως κουράστηκαν τα μάτια μου να σ’ αναζητούν στα σκοτάδια.

Δε μου αρκεί να μετρώ αντίστροφα για το τέλος, η ανάσα μου μου ‘γινε βάρος και θέλω να λευθερωθώ.

(Μα τώρα εγώ σ’ έχω ανάγκη…)

Αχ,

Μακάρι να μπορούσα να πετάξω…

(Δίπλα σου)

 

Στην Δ.Μ. Γ.   Τ.25-1

 

Θεόφιλος Γιαννόπουλος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Οι ταινίες της εβδομάδας

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Το μαγικό παγοπέδιλο

Το μαγικό παγοπέδιλο

Η Μαντώ ήταν ένα πανέμορφο κοριτσάκι έξι ετών, που το μόνο που τής άρεσε να κάνει ολημερίς και ίσως ολονυχτίς στον ύπνο της, ήταν να χορεύει. Χόρευε μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη της κάμαρας των γονιών της και ονειρευόταν τις σκηνές τών παγκόσμιων θεάτρων, υπό την...

“…αναπνέω καλύτερα όταν χάνομαι στον μαγικό κόσμο της συγγραφής…” – Πηνελόπη Πιατουλάκη

“…αναπνέω καλύτερα όταν χάνομαι στον μαγικό κόσμο της συγγραφής…” – Πηνελόπη Πιατουλάκη

(Φωτογραφία: © Στράτος Γιαννόπουλος) Φιλοξενούμενη στη δράση «Ελάτε να μιλήσουμε για τη λογοτεχνία» είναι η συγγραφέας Πηνελόπη Πιατουλάκη! Λογοτεχνικό βιογραφικό Η Πηνελόπη Πιατουλάκη έχει γεννηθεί, μεγαλώσει και εξακολουθεί να διαμένει σε μια μικρή συνοικία του...

Όποιος τις νύχτες περπατεί…

Όποιος τις νύχτες περπατεί…

«Τους μήνες που δεν έχουν ρο το κρασί θέλει νερό» ξανάπιασε το γνωστό τροπάρι του ο Μηνάς, καθώς - αρχές του Μάη ήτανε - βολεύτηκε στην μόνιμη θέση του, στο κουτούκι του Γαβρίλη «Η ωραία Μέλπεια». Αποδέκτης της παρατήρησης η μόνιμη παρέα του, ο ξάδερφός του ο...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου