Select Page

Τέτοια ώρα στην πατρίδα…

Τέτοια ώρα στην πατρίδα…

Τέτοια ώρα στην πατρίδα ο ουρανός παίρνει το πιο γλυκό του χρώμα. Το ηλιοβασίλεμα ροδίζει τις πλαγιές των βουνών κι οι σκιές των ανθρώπων ξεθωριάζουν. Τέτοια ώρα κάθε μέρα, νοσταλγώ παράφορα τα ματωμένα δειλινά της δικής μου πόλης κι αφήνω τη σκέψη μου ελεύθερη να πετάξει κοντά της, σαν αποδημητικό πουλί που γυρνάει ξανά στον τόπο του…

Η μάνα, μια στοργική φιγούρα στ’ αγιάζι, κάθεται στο κατώφλι σ’ ένα καρεκλάκι και χαιρετάει λυπημένα τους περαστικούς.  Σαν παίρνει να μουχρώνει, μαζεύεται ν’ ανάψει το καντηλάκι της και να προσευχηθεί για τους ζωντανούς και τους νεκρούς της. Τώρα, που είμαι μακριά, θα προσεύχεται για μένα λίγο περισσότερο, σκέφτομαι, και με πιάνει το παράπονο. Τα παιδιά, τέτοια ώρα, παίζουν ακόμα στις αλάνες κι οι γυναίκες μαζεύουν τα ρούχα τ’ απλωμένα απ’ τα σχοινιά, να μην τα πιάσει η υγρασία της νύχτας. Οι άντρες παίρνουν το δρόμο για το καφενείο, να μοιραστούν το ουζάκι τους μ’ ένα γνωστό και ν’ ανταλλάξουν τα νέα τους. Τέτοια ώρα πλενόμουνα κι έβαζα το φρεσκοσιδερωμένο πουκάμισο για να κατέβω ν’ ανταμώσω κάνα φίλο, να πούμε τα δικά μας, να ξεχαστούμε... Η γυναίκα μου, σε λίγο, θα βγει να φωνάξει τα παιδιά κοντά της. Όλα συνεχίζουν να  γίνονται όπως πρώτα, σαν να είμαι κι εγώ εκεί, σαν να μην άλλαξε τίποτα.

Εδώ όλα είναι διαφορετικά. Όμορφα, μα διαφορετικά. Είναι μια χώρα με φως και ήλιο που σε ζαλίζει, με ανθρώπους πρόσχαρους και χαμογελαστούς, μα ξένους…  Κι εγώ, το μόνο που έχω να κάνω μια τέτοια ώρα, είναι να κατέβω στην πλατεία, εκεί μπροστά στην εκκλησιά, για ν’ αλλάξω κάνα λόγο με τους δικούς μας, ν’ ακούσω λιγάκι τη φωνή μου, να μου περάσει η ώρα. Όταν είσαι μακριά απ’ τη χώρα σου, λαχταράς ν’ ακούς τη γλώσσα σου να τη μιλάνε κι άλλοι. Κανείς από μας, όμως, δεν έχει όρεξη για πολλά. Δυο τρεις κουβέντες, κανένα νέο απ’ την πατρίδα, κάποιος καινούργιος στην παρέα… Σαν πέσει το σκοτάδι μαζευόμαστε ένας ένας στη δικιά του γωνιά, με μοναδική συντροφιά τις αναμνήσεις μας, για ν’ αλαφρύνει ο λογισμός.

Ποτέ δε μου πέρναγε απ’ το μυαλό πως θα ξενιτευόμουνα, πως θα άφηνα παιδιά και γυναίκα πίσω. Ποτέ δεν το περίμενα πως θα μου λείπει τόσο η πατρίδα. Ο ουρανός της, οι δρόμοι της, τα σοκάκια της, οι άνθρωποί της, οι άνθρωποί μου.

Όταν δε δουλεύω, όλα τα βλέπω αλλιώς, με άλλο μάτι, πικραμένο. Κάθε απόγευμα ξεχειλίζει το στήθος μου από στενοχώρια, δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ το βάρος. Ειδικά όταν ανταμώνω με γυναίκες και παιδιά.  Σκέφτομαι τους δικούς μου και με πλακώνουν όλα. Τώρα κατάλαβα, πως είναι άλλο να το λες και άλλο να το κάνεις. Άλλο να το ζεις από κοντά και να το νιώθεις στο πετσί σου.

Η δουλειά δε με τρομάζει. Ό,τι δουλειά κι αν κάνω μ’ αρέσει. Δεν έχω παράπονο. Ξεχνιέμαι, ξεφεύγει καλύτερα το μυαλό μου απ’ τα σοβαρά, απ’ τα στενάχωρα. Όταν κουράζομαι κοιμάμαι πιο εύκολα, αλλιώς ξαγρυπνάω όλη νύχτα με τα μάτια ανοιχτά κι ονειρεύομαι την πατρίδα και το σπίτι μου που με προσμένει να γυρίσω…

Σαν έρχεται η ώρα να μιλήσω με τη γυναίκα μου στο τηλέφωνο με πιάνει πανικός. Παλεύω μέσα μου να μη με καταλάβει.  Κι αυτή το ίδιο. Γλυκαίνει τη φωνή της, μα η ανάσα της δε με ξεγελά. Οι κοφτές ανάσες και οι αναστεναγμοί που προσπαθούμε να πνίξουμε, μας προδίδουν και τους δυο. Εκείνη μιλάει πιο πολύ, εγώ σωπαίνω. Μου λέει για τα παιδιά, για το σχολειό τους, για τους γείτονες και τους φίλους μας, για τη μάνα που όλο ρωτάει πότε θα γυρίσω. Σαν έρχεται η σειρά μου, δεν βρίσκω τι να της πω. Δεν έχω νέα ούτε παλιά. Η κάθε μέρα είναι ακριβώς ίδια με την προηγούμενη. Τίποτα δεν αλλάζει. Κι εκείνη, όμως, αποφεύγει να με ρωτάει πολλά. Μονάχα αν είμαι καλά νοιάζεται κάθε φορά κι η αγωνία ραγίζει τη φωνή της.

Όταν κλείνω το τηλέφωνο η καρδιά μου ηρεμεί, μα η ψυχή μου πλημμυρίζει θλίψη και νοσταλγία. Σκέφτομαι, τι θα κάνει αυτή την ώρα κι αρχίζω ξανά να  υποθέτω, σύμφωνα με τις παλιές μας συνήθειες… Τότε που ήμουνα κι εγώ εκεί. Τώρα, λέω με το νου μου, θα κλειδώσει την εξώπορτα, θα κάνει το σταυρό της μπροστά στο εικόνισμα κι ύστερα θ’ αναστενάξει βαθιά, να βγάλει από μέσα της όλες τις σκοτούρες της μέρας που πέρασε. Θα σβήσει το φως πίσω της και θα πάει πρώτα στο δωμάτιο των παιδιών να τα σκεπάσει καλά.  Ύστερα στο δικό μας. Θα ξαπλώσει στο κρεβάτι, θα χαϊδέψει το μαξιλάρι μου και θα γυρίσει την πλάτη της από την άλλη μεριά, να μην αισθάνεται την απουσία μου. Τέτοια ώρα στην πατρίδα όλα είναι ήσυχα, η νύχτα έχει σκεπάσει τα σπίτια και τους δρόμους με το μαύρο πέπλο της. Τέτοια ώρα, η γυναίκα μου κοιμάται κι ονειρεύεται πως είμαι δίπλα της… στην πατρίδα.

 

-

γράφει η Νίκη Μπλούτη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μαίρη Κάντα

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στα Μέγαρα. Αποφοίτησα από την Φιλοσοφική σχολή των Ιωαννίνων. Το 2010 μετακόμισα μόνιμα στην Αθήνα για να σπουδάσω δημοσιογραφία στο ιεκ “ΑΚΜΗ”. Έχω παρακολουθήσει ακόμα σεμινάρια νοηματικής γλώσσας και θεατρικής γραφής, ενώ συνεχίζω τις σπουδές μου στην λογοτεχνική γραφή στη ” Tabula Rasa”. Λατρεύω την Αθήνα, γιατί σε αυτή την πόλη, έγιναν πραγματικότητα όλα τα όνειρά μου. Αγαπάω επίσης το ουράνιο τόξο μετά από μία καταιγίδα. Μου θυμίζει πως όσα προβλήματα και αν υπάρχουν, κάποια στιγμή έρχεται το «ουράνιο τόξο», η λύση στα προβλήματα.

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!