Select Page

Φιόντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι: ‘Ο Μέγας Ιεροεξεταστής’

Φιόντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι: ‘Ο Μέγας Ιεροεξεταστής’

«Δεν ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου

Στο μυχό της ψυχής μου αράζει στόλος άστρων.

Έσπερε φρουρέ για να λάμπεις πλάι στο ουρανί

Αεράκι ενός νησιού που με ονειρεύεται

Ν’ αναγγέλλω την αυγή από τα ψηλά του βράχια

Τα δυο μάτια μου αγκαλιά σε πλέουνε με το άστρο

Της σωστής μου καρδιάς: Δεν ξέρω πια τη νύχτα»

(Οδυσσέας Ελύτης, ‘Ήλιος ο Πρώτος’)

 

Ο ‘Μέγας Ιεροεξεταστής’ του Φιόντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι (στη ‘ρέουσα’ λογοτεχνική μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου), ένα κομβικό επεισόδιο-τμήματα των ‘Αδελφών Καραμάζοφ’, προσλαμβάνει έκκεντρες δυναμικές, φέρει το βάθος του Ντοστογιεφσκικού στοχασμού, προσίδια ‘αυτονομείται’ για να επιστρέψει και πάλι στο κυρίως κειμενικό ‘σώμα’.

Ο Ντοστογιέφσκι τοποθετεί την δράση στη  Σεβίλλη της ‘Ιεράς Εξέτασης’: ο Χριστός που έχει κατέβει στη γη, άνθρωπος μέσα στους ανθρώπους, χάνεται μέσα στο πλήθος για να εντοπίσει διαμέσου της γλώσσας της αντιστροφής της κίνησης, της αναστάσιμης προσδοκίας και ευχής. Βλέποντας την ελπίδα που ενσκήπτει, την πληθυντικότητα του ανώνυμου πλήθους που στρέφεται και αναζητεί το όνομα, το θαύμα που διευρύνεται και επιτελείται, ο Μέγας Ιεροεξεταστής της πόλης που τον έχει αναγνωρίσει από το διατάζει την σύλληψη του.

Και εντός του κελιού, εκκινεί το ‘παίγνιο’ της απόφανσης & της σιωπής, της γλώσσας που σταματά μπροστά στα θαύματα. Στο συμβάν της συνάντησης, της παρουσίας και της δυνατότητας αποτροπής από τον Μέγα Ιεροεξεταστή, ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς προσδιορίζει τις πλαισιώσεις της θρησκευτικής-χριστιανικής ‘απολύτρωσης’ και ‘εξιλέωσης’, διερωτάται για την ευρύτητα, για τις αποτυπώσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, για τις προσλήψεις στις οποίες προβαίνει η κρατική εξουσία, αντιστρέφοντας τους όρους και τοποθετώντας σε ρόλο αμείλικτου κριτή τον Μέγα Ιεροεξεταστή της Σεβίλλης.

Και πλέον, ο Ιεροεξεταστής σπεύδει να δικάσει και να καταδικάσει μοναδικά, ΄διαμελίζοντας’, ‘θρυμματίζοντας’ την γλώσσα σε ιστορικές στιγμές, σε προβολές πάνω στους όρους της ελεύθερης βούλησης, της επιθυμίας και της συγκέντρωσης δυνάμεων για το διάστικτο μεγαλείο.

Οι κατηγορίες εντείνονται, ο ιδιαίτερος ‘εναγόμενος’ σωπαίνει & η Ντοστογιεφσκική λογοτεχνική δυναμική ανασύρεται από τους ‘τόπους’ της αγωνιώδους διερώτησης και κατεύθυνσης, από τους ‘τόπους’ της Ρωσικής θέλησης, της Ρωσικότητας που ‘ποθεί’ την ίδια και την ‘άλλη’ γνώση, φέροντας παράλληλα τον κάθε λόγο ξεχωριστά και μαζί.

 Και φθάνει η στιγμή της κρίσης, της αξίωσης στη διάρκεια και στα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας: «Διορθώσαμε το έργο σου και το θεμελιώσαμε στο θαύμα, στο μυστήριο και στο κύρος»,[1] αναφέρει ο Μέγας Ιεροεξεταστής με την ”σοφία’ της παρατηρητικότητας, της βέβαιης γνώσης για την ανθρώπινη νυκτωδία. Η κάθε λέξη που δεν προφέρει ο Χριστός εκλαμβάνεται σαν ‘θρασύτατη’ επίθεση, σαν ομολογία και ήττας του Ιεροεξεταστή.

Ο επιθετικός λόγος ‘συσπάται’ διαρκώς, αποκαλύπτοντας τα περιώνυμα λάθη και τις προσδιορισμένες και ομολογημένες, από τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή, μείζονες παραλείψεις της χριστιανικής διδασκαλίας, της διδασκαλίας του Χριστού. Και ο Χριστός μένει σιωπηλός στο ‘αιματηρό παίγνιο θύτη και θύματος’, με μία ιδιαίτερη όσο και ‘αόριστη’ αμφισημία που αναφέρει την στιγμή του πρωτεϊκού μαρτυρίου, της καρτερικής αναμονής και αδυναμίας: ‘δεν είμαι εδώ για εσένα’. ‘Τώρα’.

Αλλά για την θρηνώδη βουή του πλήθους. Η σιωπή που συναρθρώνει και εγκολπώνεται τις ίδιες τις προσίδιες αντιθέσεις, εξαγριώνει τον Ιεροεξεταστή, νοηματοδοτώντας παράλληλα την Ντοστογιεφσκική μετάβαση στο σημαίνον της ανθρώπινης αμαρτίας.

Ο Ρώσος συγγραφέας ‘βυθίζεται’ στους δείκτες της παρουσίας του θρησκευτικού πιστεύω, συγκροτεί το προσωπείο ενός Μεγάλου Ιεροεξεταστή ο οποίος, εναλλάσσεται μεταξύ εκφραστικότητας και επάλληλων αποκαλύψεων, εξουσιαστικής δύναμης-δυναμικής και γνώσης, θέτοντας στο επίκεντρο την ίδια την επίγνωση: την ώρα που κηρύττεις την χριστιανική πραγμάτωση, την ίδια ώρα αυτή δύναται να καταπέσει.

Η κάθε λέξη του ‘ποθεί’ το ιδιαίτερα ‘ανίερο’, το εξουσιαστικά ‘ανοίκειο’ ενώπιον του θεϊκού, την εξέγερση απέναντι σε όλους και στο τίποτα, κοινοποιώντας την ίδια & την άλλη πρόθεση. ‘Είμαστε αυτό που είμαστε χάρη και παρά σε εσένα’.

Η Ντοστογιεφσκική λογοθετικότητα αναδεικνύει τους όρους της εξουσιαστικής πρόσληψης της θρησκευτικής πίστης ή της μετουσίωσης της σε κρατική-πολιτική εξουσία χάρη και σε αυτήν ακριβώς την πίστη, ανάγει την ίδια την πίστη σε ιδανικό ‘λάφυρο’ ανά τους αιώνες, απο-καλύπτει τα διάφορα, τα επάλληλα υποστρώματα που διαμεσολαβούν και αποκρύπτουν το καθάριο χριστιανικό νόημα, λειτουργεί όχι ως δύσκολος πολέμιος της προόδου της επιστήμης και του ορθολογισμού, αλλά ως προδρομικός δείκτης της ‘τεχνο-ηθικής’, εξεγειρόμενος συνάμα εναντίον των συμβάσεων: εντός της λέξης, η ίδια η καθαρότητα της.

‘Διεισδυτικός’, ετερο-αναφορικός, επιχειρεί την άρθρωση του πολιτικού εντός ενός συγκεκριμένου αξιακού κώδικα, επιτελεί και επι-φέρει τις προβολές-αναπαραστάσεις του, συγκεκριμενοποιεί το πρόταγμα, την διχογνωμία, την εξέγερση: ποια δύνανται να είναι τα όρια μεταξύ ‘πνεύματος’ της Δικαιοσύνης και δίκαιης, ατομικής, ηθικής πράξης; ποιος συνιστά την ‘ενσάρκωση’ της; ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής ή ο γήινος Ιησούς; Πού ενσκήπτει το πολιτικό εντός των συμβολισμών του προτεταμένου δάχτυλου; Καθίσταται η πολιτική εξουσία η νέα καθοδηγητική αρχή; Ο ‘Θεός’ πάνω στο θρόνο των νορμών; Αποτελεί η χριστιανική θρησκεία μία ‘μύηση’ στο όνομα και στη χάρη Του; Πώς λειτουργεί το ανθρώπινο υποκείμενο ενώπιον της επινόησης; Πώς αρθρώνεται η ιδέα-ιδεολογία της υπεροχής;

Ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς δεν ανακαλύπτει εκ νέου την χριστιανική θρησκεία αλλά ομνύει στο σάρκινο πνεύμα της, σε μία Ρωσικότητα, ή σε μία Ρώσικη (και ευρύτερα) λαϊκότητα του 19ου αιώνα η οποία δύναται να εκβάλλει στο μέσον: ποια είναι η ‘βασιλική οδός’ για την αμαρτία’; για την ίδια την δυνατότητα της ‘απολύτρωσης στο ‘τώρα’; Τι σημαίνει ένα πρόσωπο δίχως αίμα; Διαμέσου του επεισοδίου του ‘Μέγα Ιεροεξεταστή’, διαμέσου του ίδιου του Ιεροεξεταστή, αναπλαισιώνει: το ίδιο το πλήθος στο οποίο κηρύττεις την ‘αλήθεια’, μπορεί να τραφεί από την σάρκα σου’.

Πέρα από τις τυπολογίες και τις αναγωγές, ο συγγραφέας ‘καταβυθίζεται’, προσφέρει το σώμα, αναζητεί την δυνατότητα ‘απο-λύτρωσης’ στο ‘σπασμό, σημασιοδοτώντας μία δεύτερη συνάντηση, αυτήν την φορά την συνάντηση των δύο αδελφών Καραμάζοφ, του Ιβάν που έχει μόλις διηγηθεί την ιστορία και του Αλιόσα, εκεί όπου όλη η οικογενειακή γενεαλογία, όλη η ορμή μίας ιστορίας ουσιώδους μαρτυρίας & επίγνωσης, η τραγωδία δίχως νικητές και χαμένους, υποκρύπτεται και φανερώνεται σε μία φράση: «Υπάρχει μια δύναμη που όλα μπορεί να τ’ αντέξει! πρόφερε με μια ψυχρή ειρωνεία ο Ιβάν. Ποια δύναμη; Η δύναμη των Καραμάζοβ.. η δύναμη της ποταπότητας των Καραμάζοβ».[2]

Μαζί με τον Μέγα Ιεροεξεταστή και τον Ιησού, μέσα στο κελί της φυλακής, μέσα στα ανθρώπινα πάθη και δοκιμές, η μυστηριώδης δύναμη των Καραμάζοφ να ‘εγγίζουν’ το αυτεξούσιο & την αξιοπρέπεια.

Η Ντοστογιεφσκική γραφή προχωρεί προς την κατεύθυνση της ‘μάχης’, της δια-πάλης για το οικείο και το ανοίκειο, μετουσιώνοντας τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην αφήγηση, στο ‘παίγνιο’ του Μεγάλου Ιεροεξεταστή σε ιστορία & σε ιδιαίτερη ατομική ιστορία: διαμέσου αυτού του δικτυωτού πεδίου, ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς σπεύδει να αισθανθεί και να βιώσει, να φέρει το ίδιον βίωμα, την ‘αυτεπάγγελτη’ κατηγορία σε επίπεδο αναφοράς, εκτατικής αναφοράς.

Για τον συγγραφέα, Θεός καθίσταται η λέξη που προφέρεται δύσκολα, που δια-κρατείται εντόνως την στιγμή της συνάντησης του Μεγάλου Ιεροεξεταστή με τον Ιησού, στο κελί της φυλακής.

Εκεί, στο κελί της φυλακής, η λέξη Θεός, φέρει, από την μία πλευρά τις σημάνσεις της προσίδιας δυνατότητας, από την άλλη, της παράταιρης, με τον χώρο, σιωπής. Μίας σιωπής που ανα-καλεί την επιστροφή, την παρουσία μέσα στο πλήθος, την αναπαραγωγή του προτάγματος: ‘είμαι εδώ και για τον φόβο’.

Στο επεισόδιο του ‘Μεγάλου Ιεροεξεταστή’, ο Ντοστογιέφσκι μετατοπίζει διαρκώς τα όρια της ευθύνης, επαναπροσδιορίζει τις εκφάνσεις της εξαγοράς και της χρηστικότητας, βιώνει τις ελλειπτικές όψεις της θρησκείας & της χριστιανικής θρησκείας, φέροντας την τσαρική Ρωσία που παλινδρομεί μεταξύ θρησκευτικής-χριστιανικής ‘αγιότητας-ιερότητας’ και Δυτικής ‘προόδου-εξιδανίκευσης’.

Η Ρωσία, από την εποχή των Ναπολεόντειων Πολέμων και της Ναπολεόντειας-Γαλλικής εισβολής στη χώρα (που τόσο αδρά σκιαγραφεί ο Λέων Τολστόι στο ‘Πόλεμος και Ειρήνη’), έως την κατάργηση της δουλοπαροικίας, από την εποχή του επάλληλου Τσαρισμού έως την εποχή της Οκτωβριανής επανάστασης του 1917, καθίσταται ‘πεδίο’, τόπος που συμπυκνώνει τις εγκάρσιες τομές και ρήξεις που προσδιόρισαν, συνέθεσαν και ανασυνέθεσαν την ίδια την έννοια-εννοιολόγηση της νεωτερικότητας. Με έναν σχεδόν Ριτσικό τρόπο βιώματος, ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι ‘προφέρει’ την ορμή και την ‘θύελλα’, συγκροτώντας τον ‘Μεγάλο Ιεροεξεταστή’, το υποκείμενο που, με συγκρουσιακή δυναμική, πρωτίστως, στοχεύει, ανακρίνει και επιρρίπτει ευθύνες στην κάθε είδους αφέλεια, στην οριακή ‘αδυναμία’ του ιερού.

Και στο μέσον του επεισοδίου, ενσκήπτει η λαϊκότητα στην οποία και απευθύνεται ο Ντοστογιέφσκι. Μία λαϊκότητα που νοηματοδοτεί και νοηματοδοτείται διαμέσου του ‘επώδυνου’ δρόμου, της πρωταρχικής γραφής: ποιο είναι το δικό της κύρος;.

Τι δύναται να σημάνει, ποια είναι η αθεμιτουργία που αναφέρει ο Ντοστογιέφσκι; Η ‘εδαφοποίηση’ και η οικειοποίηση των συμβολισμών για την δόμηση & την διάχυση ενός μιμητικού διδακτισμού’, που, ‘μυώντας’ στις παραδόσεις, τις καθιστά, συνηχήσεις του ‘τώρα’. Εντός της δεύτερης παράστασης, ο Ντοστογιέφσκι εντυπώνει την φωνή του πλήθους, την υποστασιοποίηση της δεύτερης παρουσίας, της ταπεινής παρουσίας, της φοράς της δοκιμασίας, σε μία λέξη, σε ένα πρωτοφανέρωτο βλέμμα, σε μία πρακτική.

Στις αναπλαισιώσεις του χριστιανικού θαύματος, του χριστιανικού φανερωμένου μυστικισμού, η ‘μύηση’ στη δυνατότητα της επιστροφής, εκεί όπου ο σιωπηλός Ιησούς, την ώρα της κρίσης, λειτουργεί σαν να προφέρει τους στίχους από το ‘Ψαλτήριον’ του Βασιλιά Δαυίδ: «Τας οδούς σου, Κύριε, γνώρισον μοι, και τας τρίβους σου δίδαξον με».[3]

Ο Ντοστογιέφσκι προσδιορίζει το πεδίο της σύγκρουσης, συνδιαλέγεται με την ανθρώπινη ματαιοδοξία, δια-κρατεί τους πρωταρχικούς συμβολισμούς του ‘αίματος’, νοηματοδοτεί μία θρησκευτικότητα η οποία εκπίπτει στο τραγικά ανθρώπινο.

Και η στοχαστική-λογοτεχνική του ‘έγνοια’ δύναται να είναι και η απόδοση, οι αναπαραστάσεις στις οποίες προβαίνει η εκάστοτε εξουσία. Που ενσκήπτει η δια-πάλη αν όχι στην απουσία της ‘προσαρμόσιμης’ λέξης;

Ο Ρώσος συγγραφέας ανα-καλεί τους προσίδιους όρους της διαμόρφωσης μίας κουλτούρας που αποκτά έκκεντρη δυναμική: ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς, μη λαμβάνοντας προφυλάξεις, τίθεται ενώπιον του κόσμου, εκεί όπου με τον ‘Μέγα Ιεροεξεταστή’, διαπερνά τις απολήξεις του τυπολογικού δυϊσμού μεταξύ τελετουργίας του καλού και του περιώνυμου κακού, ζώντας, βιώνοντας τον ‘πειρασμό’ της διαρκούς μετωνυμίας, της προσβολής & της προβολής θέσεων, ριζοσπαστικοποιώντας την γραφή έως το πεδίο της κατάκτησης: διότι η δική του λογοτεχνικότητα, όπως εκφράζεται και σε αυτό το τμήμα των ‘Αδελφών Καραμάζοφ’, συνιστά μία ιδιαίτερη κατάκτηση.

Την κατάκτηση του δικαιώματος στο να ακουστεί, να περιβάλλει, να δια-ρρήξει τις εκφάνσεις της λαμπρότητας, μόνος, ενώπιον του πλήθους.

Με τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή, τον επιβλητικό, τον αυστηρό και αποφασιστικό παράλληλα, ενώπιον της πολιτικής ηθικής, της διαχείρισης και του προσδιορισμού του ρόλου του ατόμου/ατομικότητας, ενώπιον της δικαιολογητικής βίας & της πολιτικής εξουσίας. Ο Ντοστογιέφσκι διερωτάται για το περιεχόμενο της αμαρτίας, για την ίδια παρουσία του θείου στην καθημερινότητα.

 

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

_____

[1] Βλέπε σχετικά, Ντοστογιέβσκη Φιόντορ, ‘Ο Μέγας Ιεροεξεταστής’, Μετάφραση από τα Ρωσικά: Αλεξάνδρου Άρης, Πρόλογος: Lawrence D.H., Μετάφραση-Πρόλογος-Επίμετρο: Μπλάνας Γιώργος, Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 2015, σελ. 50.

[2] Βλέπε σχετικά, Ντοστογιέβσκη Φιόντορ, ‘Ο Μέγας Ιεροεξεταστής…ό.π., σελ. 62.

[3] ‘Κάθισμα Τέταρτον/ Ψαλμός ΚΔ’. 24. Τω Δαυίδ’, ‘Ψαλτήριον Δαυίδ του Προφήτου και Βασιλέως Μετά των Ωδών’, Βενετία, 1879.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος