Άνιση αντιπαλότητα

Δημοσίευση: 17.09.2021

Ετικέτες

Κατηγορία

Ήταν η δεύτερη γάτα που μου σκότωναν μέσα σε ελάχιστους μήνες. Και δεν ήταν από κάποια δικαιολογημένη αφορμή που να μπορούν να την επικαλεστούν. Ήταν η χαρά τους να σου προκαλούν στενοχώρια και να σε φέρνουν σε δύσκολη θέση.

Ακόμη κι αυτοί που φαίνονταν αμέτοχοι όταν τους έλεγα τι μου συμβαίνει με τις γάτες με κοιτούσαν περίεργα. Δεν ήταν δυνατόν μια τέτοια «ανοησία» να χωρέσει στην λογική τους και με αντιμετώπιζαν με ειρωνικά γέλια. Τους έπεφτε αφύσικο να με απασχολούν τέτοιου είδους αστειότητες και θυμάμαι πόση κακεντρέχεια μου έδειξαν όταν τους παραπονέθηκα για τον χαμό της πρώτης.

– Αφού σου πέφτει τόσο κατάκαρδα, κλάφτηνε να ξαλαφρώσεις!

– Στα σαράντα να της κάνεις ένα μνημόσυνο!

– Έτσι και της βράσεις κόλλυβα θα φάμε κι εμείς για το συχώριο της…

Με τέτοια δυσαρμονία μεταξύ μας κατάπινα τις διάφορες χοντράδες τους για να μου αλλοιώνουν μέρα με την μέρα ό,τι υγιές και αγαθό υπήρχε μέσα μου.

Και δεν ήταν πως είχα να κάνω μόνο μ’ αυτούς τους πέντε δέκα που επιδίδονταν σε πράξεις κακίας για προσωπική τους ψυχαγωγία. Οι περισσότεροι χωριανοί μου τ’ αντιπαθούσαν τα ζώα. Αν εξαιρέσουμε αυτά που τα εκτιμούν ως ωφέλιμα, όλα τ’ άλλα τα θεωρούσαν περιττά και επιζήμια, άξια να δολοφονηθούν.

Καλό το άλογο και το μουλάρι όσο έχουν την αντοχή να σου προσφέρουν. Όταν όμως μπαίνουν στα γεράματα τους περιορίζουν την διατροφή για να ψοφήσουν μια ώρα αρχύτερα.

Για το γαϊδούρι επικρατούσε ειδική αντίληψη. Αν επρόκειτο για θηλυκό του δινόταν η χάρη να ζήσει – σε αντίθεση με την τσούπα που ταυτίζεται σχεδόν με την κατάρα. Υπομονετικό και εξαιρετικής αντοχής το σαμαρώνεις πάνω στο δίχρονο και το τυραννάς ως τα στερνά του.

Το αρσενικό όμως μπορεί να σε σκάσει. Με το νου του στην ερωτική πράξη δεν σταματά τα γκαρίσματα και είναι ικανό να κόψει, με στριφογυρίσματα, την τριχιά και να πάρει τους δρόμους φρουμαρισμένο προς συνάντηση της όποιας γαϊδάρας. Όσο για την λύση του μουνουχίσματος θα πρέπει να κληθεί ειδικός «χειρουργός» και μπρος σε τέτοια διαδικασία ήταν προτιμότερη η θανατική ποινή.

Και θυμάμαι την αμετάκλητη εντολή κάποιου χωριανού προς τα παιδιά του: «Πάρτε το ρε και γκρεμίστε το πέρα στο ρέμα. Άχρηστο πράγμα, ίσα που θα μας πιάνει τον τόπο!»

Ήταν και κάποια παρατημένα που σταλίζανε μισοκοιμισμένα στ’ απόσκια και τρέμανε από την αδυναμία τους. Ανίκανα να απειλήσουν με κλωτσιές τα πλησίαζαν οι επιδέξιοι της κακογουστιάς και τους έδεναν στις ουρές παλιοτενεκέδες. Παίρνανε πρόγκα εκείνα και έφευγαν όπου τύχει.

Το ίδιο είχε συμβεί και με μια γαϊδάρα μας. Οκνή από γεννησιμιού δεν έπαιρνε τα πόδια της και την πουλήσαμε σ’ έναν Νεμεάτη να του κουβαλάει σταφύλια και όπου με το αργό της βάδισμα δεν υπήρχε φόβος να τα λιώσει. Εκείνη όμως αναθυμόταν το σπίτι μας και τη δεύτερη Κυριακή ξαναβρέθηκε στο χωριό. Έμενε ακίνητη όξω από την αυλόπορτα περιμένοντας να της ανοίξουμε.

Την πήρανε όμως είδηση- οι άλλοι αδέσποτοι- και χωρίς να χάνουν καιρό έβαλαν σε εφαρμογή το προσφιλές τους τέχνασμα. Την ανάγκασαν να τρεχαλάει ασυγκράτητη για να σωριαστεί κάποια στιγμή στις ανηφόρες της πλαϊνής ράχης.

Γίνηκε τέτοιος ντόρος που έφτασαν τα συχαρίκια και στ’ αυτιά του πατέρα. Ασύμφορο όμως να τα βάλει με ολόκληρη ομάδα ξεσπάσει μ ‘ αυτήν την φράση: «Δεν πάνε στο διάολο όλοι τους! Εγώ μια φορά το πήρα το ογδοντάρι…» και εννοούσε το χρηματικό ποσό που είχε πάρει από τον Νεμεάτη.

Τελικά- για να ξαναγυρίσουμε στ’ αρσενικά γαϊδούρια – οι μόνοι που τα είδαν διαφορετικά ήσαν οι Λαγκαδιανοί. Σαν παλιοί δοκιμασμένοι χτίστες είχανε προσέξει πως τ’ αρσενικό σηκώνει περισσότερο βάρος. Πιο κατάλληλο στο κουβαλητό της πέτρας το κρίνανε απαραίτητο και το έπαιρναν μαζί τους στην κάθε δούλεψη. Εκτός που το δάμασαν με αλυσιδένιο καπίστρι το έβαλαν και στη σειρά μαζί με άλλα, σε σχήμα καραβανιού. Τα πιο σκληρά τα φόρτωναν επιπλέον ώσπου μέρα με την ημέρα υποτάχθηκαν σε αυτή την συνήθεια για ν’ αποδειχτούν με τον καιρό σαν η σωτήρια λύση.

Εκτιμήθηκαν σε τέτοιο βαθμό ωφελιμότητας που σε κάθε γάμο μεταξύ Λαγκαδιανών άκουγες κι αυτή την ευχή προς τους νεόνυμφους:

– Να ζήσουτε, να γεράσουτε και πολλά γαϊδούρια ν’ αγουράσουτε!

Κι αυτά πριν μας κατακλύσει η πληθώρα των τροχοφόρων κι όταν η πέτρα δεν είχε αντικατασταθεί ακόμη από τους τσιμεντόλιθους και τα τούβλα. Γιατί σήμερα τους μόνους γαϊδάρους που βλέπουμε είναι αυτοί που απεικονίζονται σε καρτ ποστάλ όπως και τους άλλους που μεταφέρουν τουρίστες σε κάποια νησιά.

Αλλά η αφορμή που ξεκίνησα τούτο το γραφτό είναι η μανιακή αντιπάθεια κάποιων χωριανών μου προς τις γάτες και τα σκυλιά. Κι εδώ ισχύει περίπου ο ίδιος κανόνας με τους γαϊδάρους. Αν το σκυλί κυνηγάει τον λύκο, την αλεπού και ό,τι άλλο επιβουλεύεται τα πουλερικά και τ’ άλλα φαγώσιμα ζωντανά σου είναι απαραίτητο. Το ίδιο και με τη γάτα. Αν κυνηγάει τα ποντίκια και τα διάφορα άλλα επιβλαβή που έχουν βρει την βολή τους στο σπίτι σου, έχει καλώς. Την περιποιείσαι με αποφάγια , της βάζεις καθαρό νερό και δεν σιχαίνεσαι να της χαϊδέψεις και λίγο την ράχη με την παλάμη σου.

Και όλα ετούτα ως εκεί που επιβάλλει το προσωπικό σου συμφέρον, γιατί τον σκύλο και την γάτα του γείτονα- που δεν σε αφορούν- ευχαρίστως να τους πετάξεις φόλα ή εύχεσαι να τα ξεκοιλιάσει κάποιο διερχόμενο τροχοφόρο.

Και αν πάμε τώρα και σ’ εκείνα που ταΐζονται μόνο για την θρέψη τους, τότε το πράγμα καταντάει εξοργιστικό. Αφού δεν πρόκειται να κυνηγήσουν τίποτε αυτομάτως ενοχοποιούν κι αυτούς που τα σπιτώνουν και τα συντηρούν.

Στα χρόνια μάλιστα που μας μάθαιναν να μισούμε την αστική τάξη, έμπαινε σαν επιβαρυντικό στοιχείο κι αυτό το σκυλάκι του σαλονιού. Γιατί όταν έχεις την έγνοια σου με ποιον τρόπο να καλοθρέψεις και να μπανιάρεις ένα χαράμικο πράμα- κι από την άλλη ν’ αδιαφορείς προς κάθε ανθρώπινη αδικία- δεν είναι δυνατόν να υπολογίζεσαι στους φίλους του λαού. Και σαν ενίσχυση αυτού του επιχειρήματος υπήρξε, θυμάμαι, και το παράδειγμα αστικής κυρίας που φωτογράφιζε και έγραφε άρθρα για γάτες και σκύλους, ενώ για τον απλό μεροκαματιάρη δεν χαλάλιζε μήτε ένα κλισέ στην εφημερίδα της.

Και φαντάζεται τώρα κανείς σε ποια σύγχυση και μπέρδεμα έχουμε φτάσει όταν οναμαστά συντρόφια καταγίνονται με τέτοιες μπουρζουάδικες συνήθειες χωρίς να σκέφτονται και να τους προβληματίζει ο χτεσινός συλλογισμός τους.

Εμείς- για να ξαναγυρίσω στα δικά μου- δεν είχαμε ποτέ σκύλο. Σε κεντρικό σημείο το σπίτι μας και με μικρή αυλή δεν υπήρχαν ευνοϊκές συνθήκες για να είχαμε και μεις έναν «μούργο» , έναν «αράπη» ή έναν «λιάρο». Εμένα ειδικά μου είχε μείνει και ένας φόβος με δαύτα και δεν ξέρω σε ποια σχέση θα ήμουνα μ’ ένα δικό μας. ¨Όμως με τ’ άλλα σκυλιά είχα πρόβλημα, δεν μ’ άφηναν να πάω ανεμπόδιστα στο σχολείο ή όταν μ’ επιφόρτιζε ο πατέρας να του διεκπεραιώσω κάποιο θέλημα- εκεί που είχα την αιτία να μην θέλω- του αρνιόμουνα ακόμα και με κλάματα.

– Σ’ εκείνο το σπίτι δεν πάω γιατί με τρώει το σκυλί τους!

– Να φωνάξεις από τον δρόμο!

– Αμ, τότε είναι που με γαβγίζει περισσότερο!

Και λίγο πολύ τους διηγόμουνα διάφορες λαχτάρες που είχα περάσει.

Με τις γάτες όμως ήταν αλλιώς. Εκτός που είχαμε μπόλικα ποντίκια, κυνηγούσανε και τα φίδια. Παλιό το σπίτι μας και συνοριακό με δυο ξένους αχυρώνες βάσταγε αστρίτες. Έτσι μια σοϊλίτικη γάτα μας ήταν επιτακτική ανάγκη, γι’ αυτό και δεν μας έλειπε.

Παλιότερα είχαμε φτάσει να έχουμε μια ολόκληρη πεντάδα- χωριστά η μάνα τους. Μας τ’ αράδιασε εκείνη η πανέξυπνη «μαριόλα» σε μια γέννα της. Περισσή χαρά για όλους μας, παρακολουθούσαμε τον τρόπο που μεγάλωναν και με αφορμή την συμπεριφορά τους τα μαρκάραμε με τον ανάλογο χαρακτηρισμό. Ήταν ο τιγράτος ο «παλικαράς» που συνεχώς ήταν τραυματισμένος από συμπλοκές με άλλους «παλικαράδες» που αλωνίζανε την αυλή μας κάθε νύχτα , ο «μπουνταλάς» με το διπλάσιο κορμί του και την βραχνή φωνή, ο «κυλίστρας» που πάντα προσηνής και φιλικός κυλιότανε μπροστά μας με κουτρουβάλες να μας αποσπάσει την προσοχή και να τον ικανοποιήσουμε με χάδια, ο «αρπαξιάρης» και ιδιότροπος με το φαρμακερό του δόντι κράταγε σε απόσταση τα άλλα και , τέλος, η «μαριολίτσα» – πιστό αντίγραφο της μάνας της- που πάντα κεφάτη και αεικίνητη έπαιζε με το καθετί επιδεικνύοντας συνάμα και τις αρπαχτικές της ιδιότητες. Και σαν ήταν να παιχνιδίσουν και τ’ άλλα μαζί της ρήμαζαν για καλά τον κήπο. Έσπαζαν τα χρυσάνθεμα, τραυμάτιζαν τα βασιλικά και τα γεράνια, δεν άφηναν τίποτα στην κανονική θέση του.

Κοντά στο χρόνιασμα, που τελείωναν τα γυμνάσια της εκπαίδευσης, έπαιρναν ν’ αποκόβουν από την εξάρτηση της μάνας. Και τότε ήταν που τα περίμενε ο αναπάντεχος θάνατος. Καθώς ξανοίγονταν πέρα από τα στενά τους όρια, περνούσαν στην επικράτεια της βαρβαρότητας και το ένα μετά το άλλο δεν είχανε γυρισμό.

Δυστυχώς, απ’ όσες γάτες μεγαλώσαμε καμιά δεν ολοκλήρωσε τον ζωικό της κύκλο. Κάποιες πήγαν από φαρμάκωμα, άλλες από σφεντόνα και ελεύθερο πέταγμα πέτρας , είναι ένας τρόπος και αυτός να σου βγάζει ο άλλος το μάτι επειδή δεν σε συμπαθεί ή γιατί έτσι του γουστάρει. Στο μεταξύ ξαναβρίσκανε την ελευθερία τους οι ποντικοί και αυγαταίνανε με την ησυχία τους. Και δεν ήταν μόνο οι επελάσεις τους στα περάσματα της σάπιας καλαμωτής, όσο το θράσος τους να σου μαγαρίζουν όλη την κουζίνα. Ειδικά όταν έβρεχε και περιορίζονταν όλα στον εσωτερικό χώρο, άκουγες να διπλασιάζονται οι διαδρομές τους και να επιδίδονται σε κανονικό γλέντι. Άνοιγαν τρύπες στα καρβέλια, επιθεωρούσανε όλα τα ράφια της πιατοθήκης με ζικ ζακ παλινδρομήσεις και όχι λίγες φορές ξυπνούσαμε από το πέσιμο κάποιας κατσαρόλας και το αναποδογύρισμα του μικρού τέντζερη. Το πρωί που βλέπαμε και τις κουράδες τους εναποθετημένες παντού καταλαβαίναμε, από το μέγεθος, τι νούμερο είχε ο πισινός τους και από τι σόι κράταγαν.

Έτσι, σ’ αυτά τα τελευταία χρόνια που η σύνταξη με ξανάφερε στο χωριό τη γάτα την επιζήτησα επιμόνως. Όσο κι αν ξεκαθάρισα τον οικείο χώρο από κάποιες σαβούρες και βρομιές, την απαλλαγή από διάφορα ζωύφια με επικίνδυνο κεντρί δε ήμουνα βέβαιος πως την κατάφερα.

Και μιλάω για την δεύτερη γάτα, στη σειρά, καθώς η πρώτη ήταν ένα κατσούλι και ήθελε κάποιους μήνες ακόμη για ν’ αναπτυχθούν, μαζί με το σώμα της, το ένστικτο και η αλάθητη κρίση που διακρίνουν την ώριμη γάτα. Βασική της ανάγκη η προστατευτική φροντίδα μου, όλο χουζουρευόταν πάνω μου και όταν έπρεπε να ξεβγώ την άφηνα για μερικές ώρες μονάχη να φωνάζει.

Ήταν η επιζήτηση της παρουσίας μου αλλά και ο ερεθισμός εκείνου που ήθελε να με βλάψει. Με πρόχειρο το δόλωμα στην τσέπη του έκανε την απλή κίνηση προς την αυλή για να την βρω ξέπνοη κατά την επιστροφή μου.

Ανώφελο να καταφερθώ κατ’ αγνώστων, κατέφυγα στους πιο «φρόνιμους» που μόνο στο άκουσμα της στενοχώριας μου μού επιφύλαξαν την πιο μεγάλη απογοήτευση.

Είναι αυτές οι κακόγουστε κουβέντες τους που τις περιγράφω αρχή αρχή.

Η ανάγκη ωστόσο μιας άλλης γάτας εξακολουθούσε να μου είναι επιτακτική και δεν έπαψα να την έχω κατά νου ώσπου να την εξασφαλίσω.

Κι εδώ συνέβη το περίεργο και το αναπάντεχο. Εκεί που σκεφτόμουνα πως θα την αποκτήσω, μου ήρθε μόνη της. Την κυνηγούσανε κάτι αλητάμπουρες και στην αγωνία της να σωθεί πήδηξε το ύψος της μάντρας μας και βρέθηκε μπροστά μου. Η πιο ευχάριστη στιγμή για μένα- έπιασα να την καλοπιάνω με φιλικά επιφωνήματα και να της δείξω ότι δεν μ’ ενοχλούσε η ξαφνική παρουσία της. Ζύγωσα σχεδόν ένα μέτρο κοντά της κι εκείνη , αντί ν’ απομακρυνθεί, το έριξε στα χουζουρέματα με ημικυκλικές κινήσεις. Σε κάθε πισωγύρισμα μίκρυνε την απόσταση μεταξύ μας, ώσπου την κατήργησε εντελώς για να σταθεί στην άκρη των παπουτσιών μου και να με κοιτάζει με ορθωμένο το κεφάλι της.

Σαν έσκυψα και να τη χαϊδέψω καμπούρωσε νωχελικά το σώμα της, ενώ με τα μπροστινά πόδια της έπιασε να ζυμώνει. Δείγμα ότι είχε ξανακερδίσει την ηρεμία της και ότι δεν το’ χε σκοπό να φύγει από κοντά μου.

Καιρός να τη φιλέψω με κάτι, της έδωσα ψωμότυρο κι άμα ξερογλείφτηκε κανά δυο φορές άρχισε να επιδίδεται στις ανιχνεύσεις. Μύρισε διάφορες τρύπες, χώθηκε πίσω από κάτι ξερόκλαδα, ήθελε να μου δείξει ότι ήταν έτοιμη να επιδοθεί στο νοικοκύρεμα του σπιτιού.

Το άλλο πρωί με περίμενε ν΄ ανοίξω την πόρτα. Από νωρίτερα είχε καταλάβει τα σούρτα φέρτα μου μέσα στο υπνοδωμάτιο και ξέροντας πως κάποια στιγμή θα βγω και στην αυλή είχε στηθεί χωρίς να της κάνω έκπληξη.

Αλλά το περίεργο ήταν πως όταν γνωριστήκαμε για καλά και αναπτύξαμε κανονικές σχέσεις το θεωρούσε ευγενικό να με ακολουθεί και στην κάθε έξοδο. Κι εκεί να δείτε περηφάνεια και συγκρατημένη χαρά. Όρθωνε την ουρά της κάθετα και την κρατούσε συνέχεια κοντάρι. Υπολογισμένο και το βήμα της δεν έχανε την αρμονία της συμπόρευσης λες και ήταν η ντάμα μου και την έβγαζα περίπατο.

Εκεί στα εκατό μέτρα, που διασταυρώνονται οι δυο κεντρικοί δρόμοι, σταματούσε. Σαν να καταλάβαινε πως έβγαινε από τα επιτρεπτά όρια ξέκοβε με τρόπο. Θυμότανε τις υποχρεώσεις της στο σπίτι και με τρεχαλητά βήματα εξαφανιζόταν.

Σ’ αυτές τις πρώτες μέρες τα ποντίκια και τ’ άλλα σιχαμερά δεν είχαν αντιληφθεί ακόμα τον κίνδυνο που διέτρεχαν και η γάτα στήνοντας καμουφλαριστικά καρτέρια τα αιφνιδίαζε με λαμπρά αποτελέσματα. Και το γνώριζα αυτό, γιατί ό,τι έπιανε το εναπόθετε πρώτα μπροστά μου. Ήθελε έτσι να της προσμετρήσω την αξία της και να μου μείνει η ικανοποίηση πως οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις συνεχίζονταν επιτυχώς.

Πολύ γρήγορα είχε μάθει να με προϋπαντά κατά την επιστροφή μου από κάθε έξοδο εμφανιζόμενη ξαφνικά στην διασταύρωση. Πότε καθώς κατέβαινα από το λεωφορείο και άλλοτε όταν μίλαγα με κάποιον. Ξεχώριζε την σιλουέτα μου ή καταλάβαινε την φωνή μου. Μέχρι που κάποιες φορές με περίμενε σ’ αυτή την στάση κι όταν αργούσα να επιστρέψω.

Σε στοίχιση και πάλι- όπως κάθε φορά- κορδακιζότανε για την τύχη της να μας βλέπει ο κόσμος παρέα. Και πάντα από τη μέσα πλευρά ν’ αποφεύγει τα επικίνδυνα του δρόμου. Το μόνο διαφορετικό που θα μπορούσες να προσέξεις ήταν το βιαστικό της βήμα. Περασμένη η ώρα του γεύματος ήθελε ν’ αναπληρώσει το κενό και δεν είχε τον κρατημό της. Μα όχι όμως και να χαλάει την συμπόρευση. Μπορεί να προπορευόταν κάποιες στιγμές, αλλά πισωγυρίζοντας πάλι ξαναζυγιαζόταν στο πλάι μου σε κανονική ευθυγράμμιση.

Με το ξεκλείδωμα της αυλόπορτας και το απότομο άλμα να βρεθεί στην κεφαλή της αριστερής κολόνας. Σε πλεονεκτικότερη θέση τώρα μ’ έβλεπε καταπρόσωπο και σαν ήταν μηδαμινή η απόσταση μεταξύ μας δεν έμενε παρά να μπροστίσει λίγο το κεφάλι της να μ’ αγγίξουν τα μουστάκια της. Και ενώ το προσπάθησε δυο τρεις φορές δεν της ανταποκρινόμουνα. Στην σκέψη να την συνηθίσω σε κάτι πιο εντυπωσιακό κατάφερα να τη μάθω ν’ απλώνει το ένα μπροστινό πόδι της και να το κρατάει μετέωρο μέχρι να της δώσω και γω το δικό μου. Με το ακούμπισμα και μόνο την παίρνανε τέτοιες χαρές που τσακιζότανε και λυγιότανε ώσπου κάτι φορές έχανε την ισορροπία της και γλιστρούσε να πέσει. Με παίρνανε τ’ ασυγκράτητα γέλια , εκείνη, με λίγη προσπάθεια, επανερχόταν στην προηγούμενη σταθερή θέση της και οι όποιοι διερχόμενοι του δρόμου κάνανε τον σταυρό τους γι’ αυτές τις κουτουράδες μου.

– Μα, να μην έχει καθόλου λογικό…

– Αμ, τ’ άσπρα μαλλιά του δεν τα σκέφτεται;

– Ίσως και να του έχει στρίψει μ’ εκείνα που διαβάζει…

Ήταν μερικές από τις ψιθυριστές κρίσεις που δεν μ ‘αγγίζανε όσο μένανε στην θεωρία και δεν μου τις πετούσαν κατάμουτρα.

Ο κίνδυνος ήταν μ’ αυτά που μαγείρευαν μέσα τους και που δεν ήξερα τότε και πως θα εκδηλωθούν.

Και η γάτα, που δεν καταλάβαινε τίποτα από αυτά, δεν είχε φυσικά την προνοητικότητα τη δική μου ώστε να φυλάγεται. Αυτή πρόθυμη να τα΄χει καλά με όλους έδειχνε την φιλία της παντού χωρίς την παραμικρή επιφύλαξη.

Από τούτη την θαρρετή ξενοιασιά της συνήθιζε τ’ απογεύματα, προς το βράδυ, να φέρνει βόλτα και τα οικόπεδα που άπλωναν πισώπλατα του σπιτιού μας, αποφεύγοντας ενστικτωδώς την πλευρά του δρόμου, όπως και οι προηγούμενες γάτες. Ώρες που το φως τη μέρας λιγόστευε έπιανε διάφορα φτερωτά που βιάζονταν να κρυφτούν στις φωλιές τους πριν τα προλάβει το σκοτάδι.

Ήταν μια προσοδοφόρα ευκαιρία για όλες τις γάτες, γι’ αυτό και βγαίναν ομαδικά η καθεμιά στην δική της ζώνη. Η μόνη εξαίρεση κάτι μεγαλόσωμοι αγριόγατοι που αλώνιζαν όλο το χωριό έτοιμοι για κάθε επιθετικό φλερτάρισμα αλλά και για την όποια εξοντωτική αναμέτρηση μεταξύ τους.

Η δική μου, που δεν της είχα όνομα και ήταν χρώματος καφέ με μαύρες ραβδώσεις, αφιέρωνε κάπου μια ώρα για τούτη την περιοδεία της. Έτσι όταν ένα απόβραδο χάθηκε για καλά μ ‘έβανε σε ανησυχία. Έπιασα να ψάχνω στα γνωστά κατατόπια της και κάθε τόσο να την ανακαλώ με διάφορα χαϊδευτικά επιφωνήματα , περισσότερο για ν’ ακούγεται η φωνή μου.

Κι εκεί όπως περίμενα μήπως φανεί, βγαίνει μπροστά μου ο καλοθελητής. Είναι απ’ αυτούς που το παίζουν δίπορτο και έσπευσε να γευτεί πρώτος την χαρά μ’ εκείνα τα οποία επρόκειτο να μου πει.

– Ψάχνεις για τη γάτα σου;

– Ναι.

– Σου τη φάγανε πριν από μια ώρα με φλόμπερ.

– Σοβαρολογείς; Αυτή δεν έβλαφτε κανέναν. Μπορούσε να την πάρει στα χέρια του ο καθένας.

– Μα επειδή ήταν ήρεμη την σκότωσαν εξ επαφής.

Μου κάρφωσε ακόμα και τον φονιά, αλλά ξέροντας πως δεν είχα να κερδίσω τίποτα δεν έδωσα καμιά συνέχεια.

Στο χωριό μου αυτοί που επιδίδονται στο κυνήγι μοιράζονται σε δυο κατηγορίες. Στην πρώτη συγκαταλέγονται όσοι διαθέτουν δίκαννα και καραμπίνες και όπου με τη συνεργία λαγωνικών σκυλιών πασχίζουν ν’ αποτελειώσουν κάποιες σκόρπιες μπεκάτσες και μερικά σαστισμένα ορτύκια.

Στη δεύτερη παρατηρείται μια συμμαχία από παιδιά του δημοτικού και του γυμνασίου. Οι μικροί χρησιμοποιούν λάστιχο με διχάλα κι έχουνε την μανία με τις δεκαοχτούρες και τα σπουργίτια. Οι άλλοι, που έχουν σαν αρχηγό αυτόν που διαθέτει φλόμπερ- δώρο από τον πατέρα του επειδή πήρε καλούς βαθμούς στα διαγωνίσματα- διασκεδάζουν με το να σκοτώνουν γάτες. Και σαν οι θερινές διακοπές κρατάνε τρεις ολόκληρους μήνες το διασκεδάζουνε για καλά.

(Από την συλλογή διηγημάτων «Γυρεύοντας το πρόσωπο», εκδόσεις Γαβριηλίδης 2004)

 

Βιογραφικό του συγγραφέα εδώ: https://argolikivivliothiki.gr/2008/10/30/george-karamanos/)

Ακολουθήστε μας

Το τελευταίο μεροκάματο

Το τελευταίο μεροκάματο

Από το μυαλό της δεν φεύγανε τα απειλητικά λόγια, που αντάλλαξαν στο τηλέφωνο χθες το βράδυ με τον πρώην άντρα της όταν αυτή αναλύθηκε σε λυγμούς, μόνη και αβοήθητη στον κόσμο.  Σήμερα κοντοστέκεται λίγο να ξαποστάσει και να πάρει μιαν ανάσα, σκουπίζοντας τον ιδρώτα...

Ουράνιες μελωδίες

Ουράνιες μελωδίες

Ερμητικό το σφράγισμα των κτιρίων με τα σιδερένια φαντάσματα της γειτονιάς της Άνω Πόλης, κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό του Φεβρουαρίου, που τυλίγει με γκρίζο πέπλο ομίχλης, τη Νύμφη του Θερμαϊκού μέχρι κάτω, στο φωτισμένο λιμάνι. Το κρύο του Βαρδάρη αβάσταχτο. ...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Ουράνιες μελωδίες

Ουράνιες μελωδίες

Ερμητικό το σφράγισμα των κτιρίων με τα σιδερένια φαντάσματα της γειτονιάς της Άνω Πόλης, κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό του Φεβρουαρίου, που τυλίγει με γκρίζο πέπλο ομίχλης, τη Νύμφη του Θερμαϊκού μέχρι κάτω, στο φωτισμένο λιμάνι. Το κρύο του Βαρδάρη αβάσταχτο. ...

Ο πραματευτής

Ο πραματευτής

ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗ ΤΟΝ ΞΕΡΑΝ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ. Ούτε ρώτησε κανείς τ’ όνομά του, ούτ’ εκείνος το ’πε ποτέ σε κανέναν. Λιγόλογος. Μέτριο, γεροδεμένο κορμί.  Πυκνά, σμιχτά φρύδια σκέπαζαν δυο μάτια βαριά. Νιότερος γνωρίζονταν από μια μεγάλη λοξή χαρακιά που ξεκίναγε από το μέτωπο,...

Παπαθεοδώρου Βασίλειος

Παπαθεοδώρου Βασίλειος

«Στρατιώτης πεζικού, Παπαθεοδώρου Βασίλειος, Ε’ ΕΣΣΟ, 2018. Αιτούμαι διήμερη άδεια για...».  «Πάλι άδεια Παπαθεοδώρου; Κουράστηκες να κάθεσαι εδώ μέσα κι είπες να κάθεσαι κι έξω;». «Όχι, κύριε Διοικητά. Εγώ...». «Τι όχι Παπαθεοδώρου;». «Εγώ... κύριε... Διοικητά...»....

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου