Και αν σου έλεγα πως δεν υπήρξα ποτέ;

Πως όλα ήταν ένα μεγάλο ψέμα.

Θα έκλαιγες άραγε μαζί μου μέχρι την αυγή;

Θα ένιωθαν τον πόνο μας τα άστρα, 

Μέχρι ο ήλιος να προβάλει μέσα από του 

Προσώπου μου, την ωχρή μορφή;

 

Ξέρεις και ξέρω πόσο πονάμε,

Πόσο βαθιά είναι κρυμμένη 

Η πληγή.

Και αν όλα τα δάκρυα ξέπλεναν τις 

Αμαρτίες μας, τότε ίσως ο παράδεισος 

Να σηματοδοτούσε τη λύτρωση.

Μα δεν μπορεί ο Θεός να διακρίνει 

Τη λύπη απ’ τη χαρά και αν 

Μπορούσε να σηματοδοτήσει μια 

Καινούργια αρχή, θα έκαιγε το κόσμο

Και θα τον ξαναέχτιζε πάλι απ’ την αρχή.

Σαν όλες εκείνες τις προσπάθειες 

Που κάναμε για να ξεφύγουμε 

Από τα ανείπωτα, όλα εκείνα 

Της μοίρας τα γραμμένα. 

 

Τώρα πια ξέρεις, πως κάθε φορά 

Που το βλέμμα σου χανόταν μες 

Στης ψυχής μου τη θάλασσα των 

Στεναγμών, δεν αντίκρισες ποτέ 

Εμένα. 

Κάθε φορά που τα λόγια μετατράπηκαν 

Σε σιωπή, ήξερα πόσες χιλιάδες μυστικά

Πνίγουν τη φωνή σου.

 

Κι όλα όσα ποτέ δεν είπαμε, 

Έγιναν το παρελθόν μας. 

Κρίμα που καταραστήκαμε το

Παρόν μας.

Άδικο που αγνοήσαμε το μέλλον

Μας. 

Κάποτε θα γινόταν δικό μας,

Και όλα εκείνα τα καλά κρυμμένα 

Μυστικά με τα χίλια πρόσωπα,

Θα έβρισκαν καταφύγιο πάνω στα

Κορμιά μας.

Μα έσβησαν, προσπαθώντας να ξεφύγουν 

Απ’ τα χείλη μας.

Τώρα ξέρεις… πως δεν υπήρξα 

Ποτέ.

Ήμουν η ιδέα που ταλάνιζε τη 

Σκέψη σου μες το σκοτάδι.

Ήσουν η σιωπή που γέμιζε με 

Οργή τις ελπίδες μου,

Πως κάπου εκεί έξω κρύβεται στα 

Αλήθεια ο παράδεισος.

 

_

γράφει η Χριστίνα Γεωργάκη