Έρεβος (Η σπηλιά της σκύλας)

25.06.2016

Την έβλεπα πάντα μέσα από ένα βρώμικο κλειστό παράθυρο.
Τα ψυχρά πράσινα μάτια της με θωρούσαν εξεταστικά πίσω απ’ της ρωγμές και την αιώνια σκόνη που αναπαυόταν πάνω στο λερό τζάμι, ενώ το πρόστυχο χαμόγελο της γεννούσε ανείπωτους πόθους.
Το δέρμα της ήταν χλωμό και τα χείλη της είχαν το χρώμα του νεκρού τριαντάφυλλου που με τα πέταλα του σκορπισμένα κείτεται μοναχό στην άκρη μιας αυλής.
Μου μιλούσε πάντα ψιθυριστά και η φωνή της έγλειφε βασανιστικά της απόκρημνες χαράδρες του μυαλού μου, ενώ μέσα από τα πυρόξανθα μαλλιά της ακουγόντουσαν σαν ανεπαίσθητο θρόισμα οι φυλακισμένες ψυχές αυτών που κάποτε τόλμησαν να την αγαπήσουν
Δεν την έβλεπα συχνά αλλά πήγαινα να τη δω περισσότερες φορές από ότι θα ήθελα να παραδεχθώ.
Την άκουγα να μου μιλά ώρες για δράκους μάγισσες και ξωτικά, για καταραμένες αγάπες που στοιχειώνουν στα δάση της κρυστάλλινες λίμνες, κι εραστές που ουρλιάζουν από τα βάθη της κόλασης εκλιπαρώντας για συγχώρεση, ενώ με τα λευκά μακριά της χέρια θώπευε το γυμνό κορμί της.
Κάθε φορά που ήταν για να φύγω το μάνταλο έπεφτε και το παράθυρο άνοιγε μια πιθαμή με τους μεντεσέδες του να τρίζουν και την παγωνιά που ξεχυνόταν από μέσα να με τυλίγει σαν σάβανο βουτηγμένο στη λάσπη.
Ποτέ δεν μπήκα και ποτέ δεν με προσκάλεσε να μπω, απλά έφευγα χωρίς αντίο νοιώθοντας το βλέμμα της στην πλάτη μου σαν πυρωμένο σίδερο, ώσπου ένα βράδυ που ακόμα και οι λύκοι δεν ούρλιαζαν στο ολόγιομο φεγγάρι κι ο μανιασμένος άνεμος μαστίγωνε λυσσαλέα τα δέντρα παρασύροντας τα νεκρά πεσμένα στο χώμα φθινοπωρινά φύλλα σε ένα άγριο Rock N Roll, έσπρωξα το παράθυρο και μπήκα, διάβηκα το κατώφλι αντικρίζοντας τη για πρώτη φορά από κοντά, αλλά αυτό που έβλεπα ως τώρα απ’ έξω ήταν η εικόνα, από μέσα είδα την ψυχή. Σκουλήκια έρπονταν σε ένα μαύρο φολιδωτό σώμα και το θρυμματισμένο ψωραλέο της κρανίο κοσμούσε ένα πρόσωπο σε αποσύνθεση.
Προσπάθησα να φύγω, να τρέξω όσο μπορώ πιο μακριά, αλλά δεν πρόλαβα.
Το μόνο που πρόλαβα να κάνω ήταν να ουρλιάξω, ναι να ουρλιάξω.
Και από τότε δεν έχω σταματήσει ποτέ.

 

_

γράφει ο Χρήστος Πανούδης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Ακόμα μια φορά…

Ακόμα μια φορά…

Το ρολόι σήμανε δώδεκα. Έβαλε το ψεύτικο χαμόγελό του και δέχτηκε για ακόμη μια φορά ευχές ουτοπικές για επιθυμίες που σκοντάφτουν στην ίδια την πραγματικότητα. Όσο περνούσαν τα χρόνια, άλλωστε, είχε αποδεχτεί την προσποιητή ευγένεια του κόσμου. Μοτίβο...

Βήματα στη γειτονιά

Βήματα στη γειτονιά

Τον φίλο από τα παλιά τον συνάντησα στη γειτονιά του πατρικού. Έμοιαζε φευγάτος. Δεν ξέρω τι είχε καταφέρει από όσα ζητούσε, όμως έμοιαζε να μην τον ενδιαφέρει πια το ρήμα. ''Ζω ανάμεσα στο παρελθόν και στο τώρα'' μου είπε και δεν πολυκατάλαβα. ''Με δένει ένα περίεργο...

Δυο κουμπιά και μισό καρότο…

Δυο κουμπιά και μισό καρότο…

Μια μέρα μετά το χιόνι. Ήταν γκρίζα, ''κλεισμένη'' η προηγούμενη μέρα. Πολλοί δεν θέλησαν να μετακινηθούν, ο πάγος δεν αστειεύεται. Όπου δεν βλέπει ο ήλιος, ο χιόνι είναι πιο ''σκληρό'', πιο ''άγριο''. Οι πιτσιρικάδες προφανώς δεν καταλαβαίνουν από λογικές. Κάπου...

Υπολείμματα χαράς

Υπολείμματα χαράς

Περπατάς στην παραλία. Είναι ξεκούραση για το μάτι και για την ψυχή η θάλασσα κι ο ουρανός που αγκαλιάζονται κι ας είσαι δίπλα στην πόλη που αγκομαχάει τους πόνους της. Βήματα που τά ’χεις ξανακάνει φορές ατέλειωτες. Άμμος και πάλι άμμος και βότσαλα και κράσπεδα από...

Ανθέων 6

Ανθέων 6

Ήταν 1945, τα Δεκεμβριανά νωπά κι ο Μήτσος ο Σελέντης ίσα που την είχε γλυτώσει. Ο φόβος κρεμόταν ακόμα πάνω απ' την πόλη κι ο εμφύλιος μαγειρευόταν, όμως εκείνος πια είχε τρυπώσει στο δωματιάκι μιας μικρής αυλής στην Καλλιθέα και ψευτοζούσε. Νέος ήταν, θα τα...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Ανθέων 6

Ανθέων 6

Ήταν 1945, τα Δεκεμβριανά νωπά κι ο Μήτσος ο Σελέντης ίσα που την είχε γλυτώσει. Ο φόβος κρεμόταν ακόμα πάνω απ' την πόλη κι ο εμφύλιος μαγειρευόταν, όμως εκείνος πια είχε τρυπώσει στο δωματιάκι μιας μικρής αυλής στην Καλλιθέα και ψευτοζούσε. Νέος ήταν, θα τα...

Φεγγάρι φέτα πορτοκάλι

Φεγγάρι φέτα πορτοκάλι

Τέλη Αυγούστου και δροσίζει. Ο καύσωνας του καλοκαιριού μοιάζει πλέον παρελθόν και τα δειλινά έχουν μια γεύση από φθινόπωρο. Καθόμαστε στο μπαλκόνι και χαζεύουμε τη θέα, πίνοντας κρύα λεμονάδα. Μου μιλάς κι εγώ σ’ ακούω για ώρα ενώ ταυτόχρονα ρίχνω κλεφτές ματιές στις...

Θαύματα του Μάη

Θαύματα του Μάη

Με ξύπνησε η καμπάνα, απ' τις λίγες Κυριακές που την άκουσα. Μάλλον ήμουν μισοξύπνια ήδη. Αποφάσισα να μην καθίσω στο κρεβάτι, χθες που έκλεισα δωδεκάωρο ανησύχησα κόσμο. Στην κουζίνα, λες και με πήρε η μυρωδιά του καφέ, πριν ανοίξω το βάζο. Ελληνικό θα...

11 σχόλια

11 Σχόλια

  1. Πλοκαμάκη Χρυσούλα

    Μια αναφορά στο απόλυτο άγνωστο και την επιθυμία μας να το εξερευνήσουμε με κάθε κόστος!
    Πολλές φορές όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με το ΑΓΝΩΣΤΟ χάνουμε κάθε αίσθηση αυτού που λέμε *εκπλήρωση επιθυμίας!
    ΜΠΡΑΒΟ ΣΑΣ!

    Απάντηση
  2. Βάσω Καρλή

    Πολύ παραστατικό, με όμορφες φράσεις και η περιγραφή στο τέλος επιτυχημένη.

    Απάντηση
  3. Αλμα Λίμπρε

    Το μόνο που πρόλαβα να κάνω ήταν να ουρλιάξω, ναι να ουρλιάξω. Ναι. Αυτό.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου