Τα βράδια που κοιμάσαι

έρχομαι κρυφά στο σπίτι

Σαν αφήσει ο ήλιος τις άδειες γειτονιές

τραβώ το κλειδί κάτω από το πεζούλι

ακουμπώ το μέτωπο στο μάνταλο της πόρτας

και στυλώνω τους αγκώνες μου στο μάρμαρο της σκάλας

Σε συναντώ ξανά μες στη βραδιά που νυχτερεύει στις στέγες

μ' ένα ματσάκι αγριολούλουδα

κάτω απ΄ το σπασμένο κεραμίδι

Τ' άστρα είναι ανήσυχα τα βράδια

Στήνουν τον ίσκιο τους στους γύρω δρόμους

και κουβαλούν τις ξάγρυπνες συνοικίες στον ώμο τους

 

Κοντοστέκομαι στο κατώφλι

σκουπίζω τα παπούτσια στ' ακρόλιθα της πόρτας

Οι γείτονες περνοδιαβαίνουνε μουγγοί

Με δρασκελίζουν βιαστικοί

ακολουθώντας το σούρσιμο της σαύρας

Χορτάριασαν οι πέτρες στην αυλή

Ένα κομμάτι της βροχής γλιστρά στα σκαλοπάτια

 

Θυμάσαι που κρυβόμασταν

κάτω από το φεγγάρι

και κουβαλούσαμε

μέσα στις τσέπες μας το αύριο;

Θυμάσαι τα λευκά χαρτάκια

που μέσα τους διπλώναμε

σταγόνες της ζωής;

Θυμάσαι;

Τεντώναμε τ' αδιάβροχο

να κρύψουμε τις στάλες της βροχής

στου έρωτα το φλογισμένο μέτωπο

 

Αν αύριο το μπορέσω

θα πεταρίσω τα σφαλιστά τα μάτια

θα ρυθμίσω τα βήματά μου στην αλήθεια

και θα γυρίσω το κλειδί.

 

_

γράφει η Καλλιόπη Δημητροπούλου 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!