Κρύωνες ...

κρύωνες πολύ εκείνη τη μέρα

κι ας ήταν κατακαλόκαιρο

κι ας σε έκαιγε το φως μες στο σκοτάδι σου

εσύ κρύωνες.

Για τόσες ανώφελες πράξεις

για τα ανήμπορα όνειρα

κρύωνες ...

για τις μέρες, που δεν ξεχώριζαν από τις νύχτες

για τα προσωπεία σου, που μπερδεύονταν μεταξύ τους

μέσα από τις τόσες εναλλαγές

για το ανέφικτο πλάνο της ύπαρξής μας

γιατί σκόνταφτες διαρκώς στο ένα

και μοναδικό εμπόδιο, που πάντοτε

έβρισκες μπροστά σου και ήταν εκείνο, που

σε χαστούκιζε καθημερινά και σε τιμωρούσε έτσι

είναι η αλήθεια πολύ βάναυσα για την ολιγωρία σου.

Κι εσύ κρύωνες ...

κρύωνες όλο και πιο πολύ κάθε μέρα

κι εγκλώβιζες την αδύναμη ύπαρξή σου σε ανείπωτες λέξεις

θάβοντας τις κραυγές του πόνου βαθιά στο νου.

Έτσι όλο και μεγάλωνε το εμπόδιο μέσα στο μυαλό σου

τι άλλο να έκανε κι εκείνο

στο τέλος σάλεψε

ως έσχατη λύση και άμυνα απέναντι στον εαυτό σου.

 

_

γράφει η Άννα Ρουμελιώτη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!