Και το όνειρο έσβησε.

Όπως σβήνει το πληγωμένο κύμα

χτυπώντας με δύναμη,

πάνω στα απόκρημνα, γυμνά βράχια, 

παρασυρμένο, ανεξέλεγκτα απ΄ τον άνεμο.

Έφυγες, έτσι βιαστικά

σαν ένα φύσημα του ανέμου.

Χάθηκες, 

σαν μια σταγόνα βροχής που σβήνει

πάνω στο τζάμι.

Κι απόμεινε το δάκρυ μονάχο, έωλο.

Και η θλίψη έγινε κραυγή απόγνωσης

στάχτη μετέωρη,

στους λυγμούς της σιωπής.

Έφυγες έτσι ξαφνικά και χάθηκες 

σαν τον άνεμο.

Όπως χάνεται η χαρά, σαν λείψει η ελπίδα.

Κι εγώ σε περίμενα,

μάταια όμως.

Η ζωή δυστυχώς, δεν περιμένει

φεύγει μπροστά.

Πορεύεται αμείλικτη, κυνικά.

Ξεφεύγει.

Και ότι απομένει είναι η νοσταλγία.

Η σκληρή ποινή που επιβάλλει η μνήμη

σε ότι πιο όμορφο ζήσαμε.

Σε όλα τα όμορφα που ήρθαν και χάθηκαν,

βορά στην αέναη αφαιρετικότητα

του πανδαμάτορα χρόνου.

Και ότι απομένει είναι μια γλυκιά 

τρυφερή ανάμνηση.

Εδώ,

στο μέρος της καρδιάς…

_

γράφει ο Φώτης Τρυφωνόπουλος