Στον δρόμο μοίρασα 
τη μοναξιά σε εικονίσματα 
και λουλούδια.
Ανεπαίσθητα προχώρησα 
στους πέτρινους τάφους.
Δάκρυσα σαν αντίκρισα 
τις φωτιές 
ν’ ανεβαίνουν στα σύννεφα.
Ξαφνικά μες  στη νύχτα βρέθηκα 
κι ήρθες.
Τρύπωσες στα μάτια μου. 
Φίλησες τα βλέφαρά μου 
και η χαρά έβαψε
τα δάκρυα.
Ήξερα πως  θα ‘ρθεις.
Η καρδιά δεν λαθεύει,
σαν πέφτει στο χώμα 
το ζωντανό φεγγάρι.

 

_

γράφει ο Χριστόφορος Τριάντης