
Οι ιέρειες της Εκάτης
Παναγιώτης Χανός
Εκδόσεις ANUBIS
–
γράφει η Βάλια Καραμάνου
–
Σε έναν σκληρό, άσπλαχνο κόσμο οι ήρωες ζουν μοχθώντας νυχθημερόν για το μεροκάματο. Δούλοι της γης, που τους τρέφει, αφιερώνουν την ζωή τους σε αυτήν από την παιδική τους ηλικία και στην φροντίδα του σπιτιού. Σε αυτό τον κόσμο της ελληνικής επαρχίας, οι χαρές είναι ελάχιστες, όπως οι γάμοι, και συνδέονται άρρηκτα με την αποδοχή της κοινωνικής γνώμης και την οικονομική και κοινωνική αποκατάσταση. Οι άντρες θεωρούνται γέροι στα σαράντα τους χρόνια και οι γυναίκες – στην πιο σκληρή εκδοχή του φύλου τους- δουλεύουν σκληρά, υπακούν στους συζύγους/ πατεράδες τους και γεννούν μέσα από αφάνταστες ωδίνες κατάχαμα σε καλύβια αφήνοντας συχνά την τελευταία τους πνοή εκεί. Βέβαια, και τα μικρά παιδιά δεν έχουν καλύτερη μοίρα, αν καταφέρουν τελικά να επιβιώσουν. Η ευτυχία προσδιορίζεται αποκλειστικά από την κοινωνική καταξίωση των νοικοκύρηδων που φέρνουν φαγητό στο τραπέζι και ρούχα για την Λαμπρή.
Τι γίνεται λοιπόν όταν η απόλαυση της χαράς, του έρωτα, του γλεντιού ξεπηδούν από τα βάθη της τυραννισμένης ανθρώπινης ύπαρξης και απαιτούν ικανοποίηση; Ξεσπά ο όλεθρος, το αδυσώπητο μαρτύριο της εμμονής και της λύσσας καταλαμβάνει τους ήρωες, που στερημένοι από το πρωτόγνωρο αίσθημα. συμπεριφέρονται ανάλγητα σε έναν σκληρό κόσμο, όπου ο θάνατος καραδοκεί αναπόδραστα δεμένος με την ζωή και η ηδονή με την Τιμωρία.
Ο Στάθης, ο ήρωας του έργου, είναι ένας άντρας που στα σαράντα τέσσερα χρόνια του θεωρείται καταξιωμένος νοικοκύρης και γέρος, ικανός να δώσει την ευχή του στα παιδιά του καθώς και την ανάγκη του για αδιάκοπη εργασία. Όταν αποφασίζει να παντρέψει τον γιο του με την Χρυσαυγή θα ξυπνήσει μέσα του κάτι πρωτόγνωρο: ο πόθος! Σε έναν άμαθο άνθρωπο του μόχθου και των περιορισμών της κλειστής κοινωνίας, ένα τέτοιο συναίσθημα δεν μπορεί παρά να είναι τυραννικό, σαδιστικό και αμαρτωλό («όπως στα Σόδομα»).
- Γιατί αυτός; αναρωτιέται με θλίψη ο Στάθης για τον γιο του.
Γιατί αυτός να είναι νέος και να χαίρεται τον έρωτα, γιατί να μην μπορεί να ζήσει και ο ίδιος κάτι τέτοιο; Μέσα στον ασφυκτικό κλοιό της επαρχίας, το πάθος αυτό καταπιέζεται ασύστολα ώσπου να θεριέψει και να ξεσπάσει βίαια, ολέθρια. Η Τιμωρία δεν θα αργήσει να έρθει με τον χειρότερο τρόπο για όλους τους εμπλεκόμενους.
Ο Θεοτόκης, ένας άνθρωπος πολύ μορφωμένος και προοδευτικός για την εποχή του, δεν διστάζει να βάλει βαθιά στο μαχαίρι στα απόκρυφα της ελληνικής κοινωνίας του παρελθόντος και να παρουσιάσει με ρεαλισμό τους εμπλεκόμενους ήρωες σε όλη την τραγικότητά τους. Ο πατέρας, η μητέρα, η νύφη, ο γιος και όλοι οι υπόλοιποι πασχίζουν να διατηρήσουν την ηρεμία και την συνοχή της οικογένειας, διασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο την επιβίωσή τους ενάντια στον Πειρασμό και στα διασπαστικά στοιχεία. Η ανάγκη του έρωτα, της απόλαυσης, της τρυφερότητας αποτελούν άγνωστα στοιχεία και γι’ αυτό ακριβώς παρουσιάζονται ως ξένη «εισβολή» της Αμαρτίας, του Δαίμονα στην πιο ακραία μορφή τους. Οι ήρωες ζητούν ν’ αγαπηθούν και καταλήγουν να πληγώσουν ανεπανόρθωτα ο ένας τον άλλον. Σε έναν ανάλγητο κόσμο, όπου κάθε απόλαυση αποτελεί αμαρτία, η αναζήτηση της ηδονής δεν θα μπορούσε παρά να καταλήξει στον όλεθρο για όλους τους εμπλεκόμενους.
Ο συγγραφέας αποστασιοποιημένος, με αντικειμενική ματιά και επιδεξιότητα στην αφήγηση και στους διαλόγους με την ιδιαίτερη διάλεκτο ξεδιπλώνει την πορεία ενός μεσήλικα προς την απώλεια και την αυτοκαταστροφή. Στην ουσία μας προσφέρει ένα βαθύ ψυχογράφημα του ψυχαναλυτικού «δαίμονα της Μεσημβρίας», δηλαδή της κρίσης της μέσης ηλικίας, ιδιαίτερα σε έναν μικρό και αβάσταχτα καταπιεστικό κόσμο.
Απόλυτα ειλικρινής, σοκαριστικά εμβριθής, ο Θεοτόκης μας βυθίζει στις πιο σκοτεινές και τυραννικές πτυχές της ανθρώπινης ψυχής χωρίς να χαριστεί στον αναγνώστη. Λιτός, περιεκτικός, χτίζει μέσα σε λίγες μόνο σελίδες το δράμα μιας ολόκληρης κοινωνίας που νοσεί και διψά αχόρταγα για αγάπη, ζωή, αποδοχή, αλλά αναγκάζεται να επιβιώσει στην κρυψίνοια, την απομόνωση, την φίμωση και την καταπίεση κάθε συμπόνοιας. Σε έναν κόσμο τόσο σκληρό πως αλλιώς θα μπορούσε άλλωστε να επιβιώσει κάποιος, παρά αν γίνει ο ίδιος ακόμα πιο πέτρινος, άπιαστος, ανέραστος. Και το χειρότερο; Τελικά, αποποιείται την ανθρώπινη φύση του και ενστερνίζεται την ζωώδη μέχρι τον αφανισμό του σε έναν δρόμο που δεν έχει γυρισμό.






0 Σχόλια