τοβιβλίο.net

Αδήλωτες νίκες, του Μανόλη Μελισσουργάκη

19.05.2019

σχόλια

γράφει η Χρύσα Νικολάκη

Κριτικός Λογοτεχνίας (Μaster of Arts), E.A.P

Συγγραφέας/Θεολόγος

 

O Μανόλης Μελισσουργάκης είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση πνευματικού ανθρώπου, δάσκαλος και φαρμακοποιός, εικαστικός και ποιητής. Μια πληθωρική προσωπικότητα που αναζητά έκφραση με ποικίλους τρόπους και δεν διστάζει να εκφραστεί τόσο με την ποίηση όσο και με τον πεζό λόγο. Τελευταία δουλειά του οι ποιητικές συλλογές «Φως και Σκιές» και «Αίθριον Φως», από τις εκδόσεις Κέδρος. Θα έλεγε κανείς ότι μόνο από την τιτλολογία των συλλογών σε διασύνδεση με τον τίτλο του μυθιστορήματος βρίσκει μια κοινή αντιστοιχία. Και αυτή εστιάζεται στο άπλετο φως της ψυχής του ποιητή που «σαν έτοιμο από καιρό» ξεπηδά από το σκοτάδι για να δηλώσει σε όλους εμάς τις αδήλωτες νίκες που κρύβουμε μέσα μας και σαν άλλοι Τηλέμαχοι, όπως το πρωταγωνιστικό του πρόσωπο, πρέπει να τολμήσουμε να τις φανερώσουμε. Το ατομικό βίωμα όταν φανερώνεται γίνεται συλλογικό, σκάπτει ένδον και αποκαλύπτει το μη λεγόμενο, το αδήλωτο, αποκτά μια πανανθρώπινη φωνή.

Ο συγγραφέας με αρμονία μας εισάγει χωροχρονικά στα γεγονότα του 1940, όταν η Ελλάδα μπήκε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης βρισκόταν ήδη υπό την κατοχή των δυνάμεων του Άξονα. Η σημασία των ιστορικών μυθιστορημάτων εδράζεται στην προσπάθεια τους να καλλιεργήσουν τη θέση μιας ιστορικά αναγνωρισμένης ανωτερότητας του έθνους –ιδιαίτερα σε εποχές εθνικής κάμψης όπως είναι η δική μας, και αυτό ο συγγραφέας το πετυχαίνει στο μέγιστό βαθμό καθώς αναπτερώνει το αίσθημα της παλιάς δόξας της Ελλάδας μέσα από τις αλλεπάλληλες νίκες της σε μια πορεία ιστορικά δύσκολη, ελπίζοντας πως κάποτε θα μας στεφανώσουν και πάλι.

Στο πρώτο αυτό μυθιστόρημα του Μανόλη Μελισσουργάκη ο έρωτας και η ιστορία με θαυμαστή ισορροπία συνυπάρχουν. Ο συγγραφέας δεν αποσκοπεί στο να υπηρετήσει τη φυγή και την παραπλάνηση, όπως πολλά ερωτικά μυθιστορήματα πράττουν, αλλά την αληθινή αντιμετώπιση συναισθημάτων και καταστάσεων. Ο Μελλισουργάκης άπλωσε την μυθιστορηματική του σύνθεση σε 374 τόσες σελίδες γεμίζοντας τες με καλοσχηματισμένους χαρακτήρες αναπλάθοντας με λυρική μαεστρία τα ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα του 1940. Ο συγγραφέας διέκρινε τις ομοιότητες και μας φανερώνει τις επαναλήψεις της ιστορίας και των πολιτικών ανάμεσα στο τότε αλλά και στην ύστερη τουρκοκρατία κάνοντας έξυπνη διασύνδεση μέσα από τις αφηγήσεις των προπατόρων δένοντας με αυτή την τεχνική τη δομή του μυθιστορήματος του. Εδραίωσε τις απόψεις του βασισμένος σε μια πλούσια βιβλιογραφία χωρίς να προδώσει ούτε σε μια αράδα το πάθος του για την λογοτεχνία.

Στην πλούσια και εκφραστική γλώσσα που χρησιμοποιεί, κάποτε κρητικές λέξεις ξεπετάγονται δίνοντας μια ιδιαίτερη χροιά στο όλο ύφος σκαρβέλι (στήριγμα στο πίσω μέρος σαμαριού), ντρουβάς (υφαντός σάκος), ασκενάδα (σκιά), κατσούνα, μιτάτο (σπιτάκι πετροχτιστο), κουνενός (προζύμι από ρεβίθι). Άλλοτε πάλι αβίαστα εμφανίζονται λέξεις και φράσεις ποιητικές, αφομοιωμένη ποιητική παρακαταθήκη του συγγραφέα, όπως στο παρακάτω απόσπασμα: «Αρμονία. Οι καρποί και οι σπόροι σάλευαν ηδονικά τις χορδές τους, φούσκωναν το σώμα τους να ανοίξει, καθώς μέσα τους έσπρωχνε η ζωή να γίνει βλαστός, να ορθωθεί στον ήλιο, στον αγέρα, στη βροχή, στο φώς.»

Ο συγγραφέας καταγράφει τα γεγονότα, με συγχρονική γραφή, τολμώντας ωστόσο την αναδρομή σε παλαιότερες εποχές κατάκτησης της Ελλάδας προσδίδοντας με αυτή την τεχνική ρεαλισμό στο υφολογικό του πλαίσιο. Έτσι καταγράφονται ο παλμός της εποχής, οι αντιδράσεις των απλών ανθρώπων στην κήρυξη του πολέμου, στην εισβολή των Γερμανών και στην κατοχή. Η ποιητική ιδιότητα του συγγραφέα αποτυπώνεται έντονα στις παρακάτω σειρές, όπου με ευαισθησία και βαθιά γνώση της Κρητικής ματιάς συλλαμβάνει την ψυχική σύνθεση των συντοπιτών του: Γράφει: «Τα όπλα και τα μαχαίρια ήταν η προέκταση του χεριού τους, εκατοντάδες χρόνια τώρα, για να πολεμούν τους ατέλειωτους εχθρούς που συνεχώς ζητούσαν να πάρουν το βιός τους, τις γυναίκες και τα παιδιά τους».

Η ποίηση έχει την αφάνταστη δυνατότητα να συλλαμβάνει τα γεγονότα με ιδιαίτερο τρόπο και να συνοψίζει νοήματα και μηνύματα που προέρχονται από μια βαθιά ενόραση και έμπνευση των ποιητών. Έτσι λοιπόν και το έπος του ‘40 αποδόθηκε, με ιδιαίτερη ποιητική χροιά από τον ποιητή Μελισσουργάκη, χωρίς ωστόσο να υποτιμάται η μεγάλη ιστορική βιβλιογραφία πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Αφού ο ίδιος ο ποιητής με σθεναρότητα και ακρίβεια ακολουθεί το ιστορικό πλαίσιο, φανερώνοντας την ιδιαίτερη έρευνα που είχε πραγματώσει τόσο από τα τοπωνυμία όσο και από την χρονολογική σειρά των γεγονότων.

Όμως η ζωή και οι περιπέτειες των ηρώων του Μάνου Μελισσουργάκη, που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, δεν φαίνεται να είναι ο κύριος στόχος του. Μοιάζουν να είναι μονάχα ο καμβάς για να ζωγραφιστούν επάνω του μνήμες, ιστορικές αναφορές, σκηνές από τη ζωή της Κρήτης, στοιχεία λαογραφικά και πολιτιστικά του Ελληνισμού. Ο τρόπος που ο συγγραφέας κατορθώνει να δέσει φυσιολογικά στην αφήγησή του τόσα διαφορετικά στοιχεία είναι αξιοσημείωτος, όπως όταν αναφέρεται στον καπετάν Κριαρά της Κρητικής Επανάστασης, τα Τάρταρα, την κάθοδο των Μυρίων και το ιστορικό Μεσολόγγι. Οι περιγραφές της φύσης του χωριού του Τηλέμαχου, οι παραδόσεις και τα έθιμα, τα πρόσωπα που χρησιμοποιεί (καπετάν Θανάσης, κυρ. Χρυσόστομος, παπά Σίμος, καπετάν Λεωνίδας) χαράσσονται και στη δική μας μνήμη. Ένα τέτοιο πρόσωπο είναι η μορφή του παπά Σίμου, που πάμφτωχος, σχεδόν ασκητικός, φρόντισε να τους βοηθήσει να ξεφύγουν από τα μπλόκα των Γερμανών στα Γιάννενα. Η γλαφυρότητα στην αφήγηση μέσα από το πρόσωπο του παπά-Σίμου είναι φανερή στους στίχους: «Τα χαρακτηριστικά του προσώπου τονισμένα με ένα μόνιμο ελαφρύ χαμόγελο και τα χείλη σε χαλαρή θέση, λες κι ήταν έτοιμα κάθε στιγμή να πουν: ‘’Χωράμε όλοι μας στου Θεού την αγκαλιά. Ελάτε’’. Τα άμφια του μαύρα, παλιά, ξεθωριασμένα, έπεφταν ίσια, κάθετα στη γη, όλο μαύρα, μη βρίσκοντας πουθενά λίγο πάχος να ακουμπήσουν. Σαν τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, σκέφτηκε ο Τηλέμαχος καθώς έμπαινε στην εκκλησία να προσκυνήσει μαζί με τον φίλο του.»

Περικυκλωμένοι από εχθρούς, σε μέρη άγνωστα καταλαβαίνουν ενστικτωδώς ότι πρέπει να είναι ενωμένοι αν θέλουν να σωθούν. Η αίσθηση του δεσίματος ενόψει του κοινού εχθρού δυναμώνει το αίσθημα της ευθύνης και της κοινής αγάπης για την πατρίδα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός ναύτη που επέλεξε να μείνει στην βάρκα επάνω ενώ όλοι οι υπόλοιποι κρύφτηκαν στο αμπάρι όταν τους πλησίασε ένα βομβαρδιστικό αεροπλάνο.

‘Όμως το σημείο εκείνο που προσδίδει στην όλη αφήγηση μια χαρούμενη νότα και ελαφραίνει παράδοξα το βασανιστικό για τους ήρωες πεδίο του πολέμου είναι το διάνθισμα του βιβλίου με σαρκαστικά στοιχεία διάσπαρτα μέσα στο μυθιστόρημα, όπως στην έναρξη του βιβλίου όπου μας προκαταβάλλει θετικά για την ανάγνωση που μέλλεται να ακολουθήσει:

«Ε Κατερινιώ, πρόσεχε! Κράτα καλά το χαλινάρι γιατί ο γάιδαρος μπορεί να ξιπαστεί. Μη σε ρίξει κάτω και χτυπήσεις. Ανάποδος είναι ο παντέρμος και φοβητσιάρης. Φοβάται και την ασκενάδα του». Αλλού πάλι γράφει περιπαιχτικά στον Ιταλό αλεξιπτωτιστή που μόλις συνέλαβε ο Τηλέμαχος: «Παλιοκαθίκι, του είπε άγρια. Γιατί ρίχνεις βόμβες και πολυβολείς χωρίς έλεος; Τι σου κάναμε και ήρθες να μας σκοτώσεις…» «Τι φταις κι εσύ κακομοίρη; Μήπως μόνος ήρθες; Άλλοι σε έβαλαν να το κάνεις». Τα κωμικά αυτά στοιχεία οδηγούν τον αναγνώστη να αγκαλιάσει τους ήρωες και να ταυτιστεί, άλλοτε να γελάσει και άλλοτε να κλάψει μαζί τους. Παράλληλα μας θυμίζει, ότι το χιούμορ, η γελοιοποίηση και ο εξευτελισμός του εχθρού υπήρξαν τα πλέον ισχυρά όπλα του ψυχολογικού πολέμου, που έλαβε χώρα στα μετόπισθεν της πολεμικής αναμέτρησης των αλβανικών βουνών.

Σημαντικός πυλώνας στη γραφή του είναι η σκηνοθετική πινελιά με την οποία ζωγραφίζει τους διαλόγους του, όπως βλέπουμε στα λόγια της κυρά Μαρίας στην μικρή της κόρη. Η κινησιολογία δεν λείπει προσδίδοντας θεατρικότητα στην αφήγηση: «Nα τρώτε και να μη μιλάτε. Να μασάτε προσεχτικά και να προσέχετε να μη λερώνετε τα ρούχα σας, γιατί δεν μπορώ να πλένω όλη την ώρα, έλεγε η κυρά Μαρία, ενώ έδενε μια ποδιά στον λαιμό της μικρής κόρης της.»

Tα υπερρεαλιστικά στοιχεία σε συνδυασμό με την υπερβατική διάθεση μας οδηγούν σε ρομαντικές επιρροές προσδίδοντας μεταφυσική πνοή στην αφήγηση: «Σαν απρόσμενος φθινοπωρινός ανεμοστρόβιλος που αρπάζει τα ετοιμοθάνατα κίτρινα φύλλα των δέντρων και τα εξαφανίζει στον ουρανό. Έτσι, ένας άλλος κρυφός, ψυχρός αέρας άρπαξε από τις ψυχές των ανθρώπων την ηρεμία, την ευτυχία, τη γαλήνη, αφήνοντας πίσω τους λυγμούς της πίκρας, την ανασφάλεια, τον φόβο για όλα όσα θα φέρει ο πόλεμος.»

O Μανόλης Μελισσουργάκης κατορθώνει να ισορροπήσει μία συγκινησιακή γραφή χωρίς να γίνεται μελοδραματικός, να αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα και στον έρωτα χωρίς να γίνεται ψεύτικος, να είναι ρεαλιστικός και ταυτόχρονα ρομαντικός και να οδηγεί τις τύχες των ηρώων του χωρίς να τις κατευθύνει.

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Ομάδα σύνταξης

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου