τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Αλμπέρτο Μοράβια, Οι Αδιάφοροι

Αλμπέρτο Μοράβια, Οι Αδιάφοροι

Αλμπέρτο Μοράβια, Οι Αδιάφοροι

Εκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος & ΣΙΑ Ο.Ε., Αθήνα, 1995

γράφει η Κλεοπάτρα Στρατή

Ο Αλμπέρτο Μοράβια για τους Αδιάφορους: «… Θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι για μένα αδιάφορος είναι εκείνος που στερείται μιας σοβαρής δικαιολογίας για δράση. Αυτό το θέμα, ξέρετε, ήταν πολύ ελκυστικό στη δεκαετία του τριάντα, ο πρώτος ωστόσο που το ανέλυσε σε ένα σοβαρό λογοτεχνικό έργο ήταν ο Ντοστογιέφσκι με τους ‘’Αδελφούς Καραμάζοφ’’. Σε αυτό το μυθιστόρημα ένας από τους αδελφούς λέει: ‘’Αν δεχθούμε ότι δεν υπάρχει Θεός, τα πάντα είναι δυνατά’’. Εγώ στους Αδιάφορους είπα το αντίθετο, στην πραγματικότητα, όμως, είναι το ίδιο πράγμα: ‘’Αν δεχθούμε ότι υπάρχει Θεός, τίποτα δεν είναι δυνατό΄΄. Τούτες οι δύο σκέψεις έχουν διαφορετική ιδεολογική βάση. Η ιδέα του Ντοστογιέφσκι είναι μια ιδέα χριστιανική, η δική μου μια ιδέα φροϋδική».

Ο Μικέλε ζει με τη μητέρα του και την αδελφή του στη βίλα και τους ζει ο εραστής της μητέρας του, ο Λέο, ένας εισοδηματίας, ο οποίος θέλει να πουλήσει τη βίλα σε δικό του άνθρωπο, σε πολύ χαμηλότερη τιμή από την πραγματική της αξία. η Κάρλα, 24 χρονών, ανοίγει την όρεξη στον Λέο, με τον οποίο ολοκληρώνει τη σχέση τους, εν αγνοία της μητέρας της, η οποία από τη μεριά της προσπαθεί να την παντρέψει με κάποιο πλούσιο νεαρό για να λύσουν το οικονομικό πρόβλημά τους. Στο μεταξύ ο Μικέλε μαθαίνει από τη Λίζα, την πρώην ερωμένη του Λέο κι εν δυνάμει δική του, για τη σχέση του Λέο με την Κάρλα, κι ενώ θέλει κι επιβάλλεται να αντιδράσει, φτάνοντας, μάλιστα, στο σημείο να αγοράσει όπλο και σφαίρες για να πυροβολήσει τον εραστή της μητέρας του και της αδελφής του, αποδεικνύεται κατώτερος των περιστάσεων, αφού πυροβολεί μεν τον Λέο με άδειο όπλο, καταλήγοντας μετά την πρόταση γάμου του Λέο προς την Κάρλα, σε μια εξομολογητική συζήτηση με την αδελφή του, να συνεχίσει να τον ανέχεται ως μελλοντικό σύζυγό της, πια.

Στους Αδιάφορους βρισκόμαστε στα 1925 με τον Μικέλε να ζει μια ζωή με έντονο το αίσθημα του ανικανοποίητου, και με την πεποίθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει τη ζωή του κι έτσι δεν κάνει τίποτα για αυτό, παρά μόνο να παραπονιέται. Σε αυτό το μυθιστόρημα, το οποίο ο Μοράβια το ξεκίνησε σε ηλικία 17 – 18 χρονών και το ολοκλήρωσε τρία χρόνια μετά, ο πρωταγωνιστής του, νεαρός όπως κι ο ίδιος, είναι αδιάφορος για τα πάντα. Αναγνωρίζει αυτή την αδιαφορία του, την οποία χαρακτηρίζει ως αρρώστια, καθώς προσπαθεί να ενδιαφερθεί για κάτι ή για κάποιον χωρίς επιτυχία. Δεν ενδιαφέρεται που ο εραστής της μητέρας του μπαινοβγαίνει στο σπίτι. Δεν ενδιαφέρεται όταν μαθαίνει για τον δεσμό του ίδιου άνδρα με την αδελφή του, παρά την επιθυμία του να τον σκοτώσει. Δεν ενδιαφέρεται για τον κοινωνικό κύκλο, στον οποίο ανήκει, αυτόν της αστικής κοινωνίας, της εποχής του Μουσολίνι, όταν η Ρώμη τρανταζόταν πολιτικά από τη δολοφονία του σοσιαλιστή βουλευτή Ματεότι το 1924. Παρ’ όλ’ αυτά, ούτε η πολιτική τον ενδιαφέρει. Το μόνο που φαίνεται να τον συγκλονίζει είναι ένα πλούσιο αυτοκίνητο μέσα στο οποίο διακρίνεται ένας πλούσιος άνδρας και μια πλούσια γυναίκα.

Διαβάζοντας τους Αδιάφορους αντιλαμβανόμαστε το ψυχικό κενό του Μικέλε, ο οποίος όχι μόνο αισθάνεται αλλά είναι και παραμελημένος από την ίδια τη ζωή. Ένας άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερους προβληματισμούς παρά τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η οικογένεια του, χωρίς ιδανικά, χωρίς οράματα, παρ’ όλο που είναι φοιτητής στο Πανεπιστήμιο, χωρίς κάποιο επαγγελματικό προσανατολισμό, παρά μόνο την επιθυμία του για εύκολη ανέλιξη με τα χρήματα του Λέο, που υποθέτει ότι αφού – όπως υπολογίζει, σύμφωνα με κάποιο σχέδιό του – θα παντρευτεί την αδελφή του θα του τα δανείσει. Ζει σε μια κενή και κενόδοξη κοινωνία, για την οποία από τη μια αδιαφορεί και κατακρίνει, από την άλλη όμως επιθυμεί να γίνει μέλος της εύκολα και γρήγορα.

Οι χαρακτήρες του συγκεκριμένου μυθιστορήματος ζουν της ζωή τους αποκομμένοι από την πολιτικοποιημένη κοινωνία του 1925. Επηρεάζονται μόνο από τα προσωπικά πάθη τους, με τη δική του το καθένα εσωτερική στρεβλή ζωή του, έχοντας μια διαφορετική αίσθηση του φυσιολογικού. Η βαθιά ψυχογραφική γραφή του Μοράβια, ίσως να αντανακλά και κάποια αυτοβιογραφικά στοιχεία καθώς μαθαίνουμε από την Εισαγωγή της συγκεκριμένης έκδοσης, ότι το υλικό ήταν «σημειώσεις σκόρπιες … που θα αποτελέσουν το πρώτο υλικό για το βιβλίο του, ένα σπαρακτικό χρονικό μιας ξεπεσμένης και διαλυμένης αστικής οικογένειας», όπως θεωρούσε τη δική του, με τον ψυχρό και σκληρό πατέρα, την κατά πολύ νεότερη αλλά απόμακρη μητέρα, η οποία προσπαθεί να αμβλύνει τις αντιθέσεις με τον άνδρα της, διατηρώντας, ταυτόχρονα, εξωσυζυγικές σχέσεις.

Παρά, όμως, τον τίτλο του και τη συνεχή υπενθύμιση εκ μέρους του Μικέλε περί αδιαφορίας και νέκρωσης όλων των συναισθημάτων κι αισθημάτων που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να διαθέτει, εν τούτοις, ο πρωταγωνιστής του Μοράβια δεν είναι καθόλου αδιάφορος μπροστά σε όλα αυτά που του συμβαίνουν, κι αυτό το αντιλαμβανόμαστε στο τέλος του μυθιστορήματος, όταν ζητά από την αδελφή του να μην παντρευτεί, τελικά, τον Λέο, μετά την εκ βαθέων συζήτηση των δύο αδελφών με την Κάρλα να αναλαμβάνει, πλέον, αφανώς, τα ηνία της ανέλιξης της οικογένειας, αποδεχόμενη την πρόταση γάμου του εραστή της.

 

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Λογοτεχνικοί διαγωνισμοί

Εκπαιδευτικό υλικό

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος