Αναφορές σχετικές με το παραδοσιακό (ρομαντισμός) και το νεωτερικό ποιητικό σχήμα (σουρρεαλισμός)

[αποσπάσματα από το βιβλίο της Ελευθερίας Μπέλμπα, «Άσκηση πάνω στα  δοκίμια του Αλέκου Βασιλείου», δοκίμια, Αθήνα 2003]

Το κίνημα του ρομαντισμού στην Ευρώπη ήταν εύλογο να επηρεάσει την ελληνική λογοτεχνία της εποχής, η αφετηρία μάλιστα έγινε από την Κων/πολη («Φαναριώτικη ποίηση»). Ο γαλλικός ρομαντισμός είχε τον αντίκτυπό του στην ποίηση των Ι. Ρ. Νερουλού, Ι. Ρ. Ραγκαβή, Αλ. Ραγκαβή, Π. Σούτσου, Αλ. Σούτσου, Ηλ. Τανταλίδη. Στόχος του, υποστηρίζει ο Α. Βασιλείου, δεν είναι η αναζήτηση της προσφοράς της φαναριώτικης ποίησης στα γράμματα, αλλά η πιστοποίηση των επιρροών της, της σύγκλισης με τα παραδοσιακά σχήματα και της συνέχειάς της ως πρότυπο στην εποχή μας. Καταρχήν τα κείμενα αυτά είναι φορείς μιας ξένης τεχνοτροπίας, που απεικονίζεται ως τρόπος θέασης της πραγματικότητας και συνειδησιακής λειτουργίας, με λίγες εξαιρέσεις που επιδεικνύουν κάποια εθνικά ιδεώδη συνυφασμένα με την ιστορική συγκυρία (π.χ. τα ποιήματα του Αλ. Σούτσου). Η μεταφρασμένη  ευρωπαϊκή ποίηση από τους Φαναριώτες αποτυπώνει το κλίμα, τα πιστεύω, γενικά τις ευαισθησίες της στα δικά τους έργα σε γλώσσα αρχαιοπρεπή. Πάντως αφενός το δημοτικό τραγούδι υπήρξε ο στυλοβάτης της λαϊκής κουλτούρας, αφετέρου η φαναριώτικη ποίηση θεμελίωσε το λόγιο πολιτισμό, με τη χρήση της καθαρεύουσας. Συμπερασματικά κατανοούμε ότι οι Φαναριώτες θεωρούνται φορείς του ρομαντισμού στη χώρα μας (1830-1880), μα η λογοτεχνία τους ελάχιστη συνέχεια είχε στη σύγχρονη ποιητική παραγωγή. Μόνο με τα κριτήρια της εποχής τους λοιπόν μπορούμε να καθορίσουμε την αξία τους, δηλαδή υπήρξαν φορείς της δυτικής νοοτροπίας. Οι στίχοι τους συγκίνησαν ίσως, χωρίς να σχετίζονται άμεσα τουλάχιστο με την ιστορική στιγμή της Ελλάδας. Το έντονο προσωπικό στοιχείο ενδεχομένως να αναφαίνεται μετέπειτα κι αυτό ως αναγκαιότητα της σύγχρονης αντίληψης της αισθαντικότητας, όπως αποτυπώνεται στην ποίηση.

Στην ενότητα με τίτλο,  «Εγγονόπουλος- Εμπειρίκος και ο νεοελληνικός συρρεαλισμός», ο Α. Βασιλείου κάνει μια αναφορά στο λογοτεχνικό κίνημα του σουρρεαλισμού, με βασικούς εκπροσώπους τον Α. Εμπειρίκο και Ν. Εγγονόπουλο. Οι ποιητές αυτοί δέχτηκαν επιδράσεις από τους αντίστοιχους δημιουργούς στο εξωτερικό και υπήρξαν πρωτοπόροι αυτής της τεχνοτροπίας  στην Ελλάδα, την ώρα που κυριαρχούσε η γραφή των Παλαμά, Σικελιανού, Ξενόπουλου κ.λ.π. Η αντίδραση στη σουρρεαλιστική ποίηση ήταν αρνητική υποκινημένη εύλογα από τις συνθήκες και το αισθητικό κριτήριο της εποχής. Άλλωστε και στον καιρό του ακόμα και ο Καβάφης δεν έγινε αποδεκτός, παρά μόνο αργότερα. Ο Α. Μελαχρινός στο περιοδικό «Κύκλος» ωστόσο πρόβαλε την ποίηση του Ν. Εγγονόπουλου, ως μόνη εξαίρεση στο γενικότερο κλίμα, αν και την ίδια στιγμή στο εξωτερικό επικρατούσαν τα έργα των Απολυναίρ και Μπρετόν. Ο Ν. Εγγονόπουλος όμως, παράλληλα και ζωγράφος, προασπίστηκε την τεχνοτροπία του, «συνεκτικός και διαχρονικός έπαιρνε την ελληνική ιστορία στην κορυφογραμμή της μίξης της, εκεί που ενώνονται όλες οι εποχές και καταύγαζε γεμάτος φως τους στίχους του, άκρατος και πιστός», αναδείκνυε την ελληνικότητα και κατέκτησε με τα έργα του σημαντική θέση στα γράμματα. Ο Α. Εμπειρίκος συνάμα «πυκνότερος σε πολυστροφίες πολλαπλών μεγεθών, χειμαρρώδης και ανθεκτικός, διήκει μέσα από μια ποίηση πολυτάραχη και απύθμενη, που οι ανελίξεις της να φτάνουν όσα με εκεί που να μην παίρνει άλλο», με πρωτοτυπία, δυναμική στην έκφραση, «αφηνιασμό ποιητικό» αναγνωρίστηκε πια ως κλασικός της σύγχρονης γραφής. Οι δυο τους από τους πιο δεινούς σουρρεαλιστές παγκόσμια επηρέασαν τους συμπατριώτες τους δημιουργούς (δεν έχει σημασία λίγο ή πολύ), αποδεικνύοντας τη συνεκτικότητα με την ποιητική παράδοση πριν απ’ αυτούς.