Στην κοίτη ενός σπασμένου καθρέφτη,
είδα τον κόσμο ανάποδα.
Τα πουλιά βυθίζονταν στον ουρανό,
σαν πέτρες σε πηγάδι.
Τα δέντρα κρεμόντουσαν από τα σύννεφα,
με τις ρίζες τους γυμνές στον άνεμο,
και οι άνθρωποι περπατούσαν,
κρατώντας στα χέρια τους, τα πρόσωπά τους,
σαν μάσκες δανεισμένες από νεκρούς.
Οι πλατείες ήταν γεμάτες φως,
μα δεν φώτιζαν τίποτα.
Δεν υπήρχε ούτε ένας γνήσιος άνθρωπος.
Μονάχα ανεστραμμένα είδωλα.
Στόματα που γελούσαν,
ενώ από μέσα τους έσταζε χειμώνας.
Χέρια που υψώνονταν για αγκαλιές
ενώ κρατούσαν κρυμμένα μαχαίρια.
Μάτια γεμάτα ήλιους,
που δεν είχαν δει ποτέ τους, ανατολή.
Έμοιαζαν με ναούς χωρίς θεό,
με θάλασσες χωρίς νερό,
με παράθυρα ανοιχτά σε σπίτια,
που είχαν, προ πολλού, καεί.
Και τότε κατάλαβα.
Δεν είχε γυρίσει ανάποδα ο κόσμος.
Οι ψυχές είχαν γυρίσει.
Κι όπως οι νυχτερίδες,
κρέμονται στο σκοτάδι,
έτσι κι εμείς κρεμαστήκαμε,
από τις ψευδαισθήσεις μας,
νομίζοντας πως πετάμε.
Μα κάποια νύχτα,
όταν το τελευταίο φως θα σβήσει,
πάνω στο γυαλί των ψεύτικων θαυμάτων,
θα ακουστεί ο κρότος.
Ο ήχος ενός καθρέφτη που σπάζει.
Και μέσα από τα κοφτερά του θραύσματα,
θα ξεπροβάλει ξανά ο κόσμος ολάκερος.
Με τα δέντρα βαθιά ριζωμένα στη γη,
με τα πουλιά να πετούν ελεύθερα,
ψηλά στον ουρανό,
με τα πρόσωπα ενωμένα με τις ψυχές τους.
Τότε τα είδωλα θα πεθάνουν.
Κι οι άνθρωποι, γυμνοί από αντανακλάσεις,
θα αντικρίσουν επιτέλους,
το αληθινό τους πρόσωπο.
_
γράφει η Έλενα Γιαννούλη








0 Σχόλια