Select Page

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Αλίκης Οικονόμου- Γιωτάκου «Ζωή σε δύο χρώματα» – 2η ανατύπωση

 

Αλίκη Οικονόμου – Γιωτάκου
Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη
ISBN: 978-960-468-066-5

Στο τέλος Απριλίου ο συμβολαιογράφος είπε ότι πρέπει να ανοιχτεί η διαθήκη του πατέρα μου. Δυσκολεύτηκα να το δεχτώ. Δεν ήθελα ακόμη να πιστέψω ότι ο πατέρας μου είχε φύγει για πάντα από κοντά μας. Έπρεπε όμως να γίνει. Στις υποθέσεις αυτές δεν χωρούν συναισθηματισμοί, είπε ο συμβολαιογράφος και συμπλήρωσε ότι πρέπει όλοι να είμαστε παρόντες. Δηλαδή; Τον ρώτησα, ποιοι; Η μητέρα σας και εσείς. Στις 27Απριλίου ήμασταν όλοι συγκεντρωμένοι στο σαλόνι του σπιτιού μας.

Ο Μιχάλης έμεινε στο καθιστικό πλάι στο σαλόνι. Τον άκουσα να ανοιγοκλείνει κάποιο ντουλάπι και να χτυπά τις πόρτες του. Το μπουφεδάκι με τα ποτά σκέφτηκα. Ανατρίχιασα! Αν έπινε δεν θα μπορούσε να ελέγξει με τίποτε τον εαυτό του. Και οι ώρες ήταν δύσκολες τώρα… Ας μην πανικοβάλλομαι όμως από τώρα. Αν γίνει κάτι τότε το αντιμετωπίζω.

Ο συμβολαιογράφος, ένας κοντός, χοντρός άνθρωπος με κάτι μεγάλα μυωπικά γυαλιά δεν μπορώ να πω ότι δεν μου προκάλεσε μέσα στον πόνο και την αγωνία που είχα, μια διάθεση για γέλιο. Άνοιξε με όλη την επισημότητα και σοβαρότητα που απαιτούσε η στιγμή μια παλιά, φθαρμένη τσάντα και έβγαλε από μέσα κάτι χαρτιά που τα είπε «διαθήκη».

Διαθήκη; Ούτε που ήθελα να ακούσω τη λέξη αυτή! Μου έφερε μπροστά μου τον πατέρα μου, τον πατέρα μου, που τώρα δε ζούσε πια. Θα διάβαζε επομένως ό,τι του είπε πολύ πριν πεθάνει! Είχε προβλέψει άραγε το θάνατό του ή ήθελε να είναι τυπικός και στο θέμα αυτό, όπως και σ’ όλα τα άλλα;

Η μητέρα μου τη στιγμή αυτή νεκρώθηκε. Έμεινε ακίνητη στην πολυθρόνα της, με τα μάτια ορθάνοιχτα, τα χείλη της μελανά και τα χέρια της να τρέμουν και να μην μπορεί να τα συγκρατήσει. Σάστισα! Κοίταξα ξανά το χαρτί αυτό που ο συμβολαιογράφος το είπε διαθήκη και ανατρίχιασα.

Ο Μιχάλης έδειχνε ανήσυχος. Τον άκουγα μέσα στη μικρή σάλα να χτυπά νευρικά το ένα του πόδι και να ξεροβήχει, λες και πνιγότανε. Η ανάγνωση άρχισε μέσα σε μια νεκρική σιγή.

«Εν Αθήναις την 29ην του μηνός Οκτωβρίου κλπ. εγώ ο Γεώργιος Ψυχογιός του Εμμανουήλ, ιατρός το επάγγελμα και έχων σώας τας φρένας και η σύζυγός μου Μυρτώ Ψυχογιού, το γένος Αντωνίου Καρτάλη, έχοντες και οι δύο σώας τας φρένας, ορίζομεν ως νόμιμον κληρονόμον της κινητής και ακινήτου περιουσίας μας την θυγατέρα μας Λητώ Ψυχογιού- Παράσχου κλπ.»

Έγραφε και άλλες λεπτομέρειες η διαθήκη, αλλά δεν μπόρεσα να τις ακούσω ως το τέλος. Το μυαλό μου καρφώθηκε στον τελευταίο όρο της διαθήκης που αποτελούσε την επιθυμία του πατέρα μου. Ο Μιχάλης αποκλειόταν από οποιαδήποτε διεκδίκηση περιουσιακών στοιχείων και σε περίπτωση θανάτου μου, όλη η περιουσία περνούσε στους φυσικούς απογόνους μου. Είχα παραλύσει και το μυαλό μου σφύριζε τόσο δυνατά που νόμισα ότι θα το ακούσει και η μητέρα μου.

Νομίσατε ότι θα μπορούσατε να με εκμεταλλευτείτε, ε; Δεν καταλάβατε με ποιον έχετε να κάνετε και κοιτάξατε να με βγάλετε από τη μέση; Έτσι δεν είναι!;»

Τα νεύρα μου τεντώθηκαν! Φύγε από μπροστά μου παλιόσκυλο, φώναξα… Φύγε! Δεν έχεις καμιά δουλειά μαζί μας! Τι ζητάς; Περιουσία και χρήματα για να ξεπληρώσεις τους εμπόρους των ναρκωτικών με τους οποίους συνεργάστηκες;

Πάγωσε ο χώρος όλος. Η μητέρα μου άρχισε να ζαλίζεται, έτοιμη να πέσει από την πολυθρόνα που καθόταν.

«Σταμάτα! Μου φώναξε δυνατά… σταμάτα!»

«Όχι! Δεν σε υπολογίζω πια, δε σε φοβάμαι και τώρα κιόλας φωνάζω και την Αστυνομία. Το αντέχεις αυτό ή θα σε μπαγλαρώσουν στο πι και φι;»

Πρέπει να φοβήθηκε, γιατί τράβηξε προς την πόρτα, αλλά πρόλαβε να πει.

«Αλίμονο σας! Μπροστά σας θα βρείτε τον πιο δυνατό πολέμιό σας και δεν θα μπορέσετε να ξεφύγετε με τίποτα. Το καταλαβαίνετε αυτό; Με τίποτα!», είπε ξανά και γέλασε με ένα Σαρδόνιο γέλιο, τόσο δυνατά, που μου φάνηκε ότι κουνήθηκαν και τα κάδρα του τοίχου ακόμη. Το σπίτι αντήχησε από το απαίσιο γέλιο του και τις φωνές του. Η Άννα έσπευσε να δει τι συμβαίνει, ενώ συγχρόνως είχε ειδοποιήσει και τον κυρ Ανέστη να είναι έτοιμος για ό,τι χρειαστεί.

Τσακίστηκε και έφυγε!

Ο συμβολαιογράφος τα έχασε! Μπροστά στη θύελλα πανικοβλήθηκε! Άρπαξε τα χαρτιά, τα έβαλε όπως, όπως στην τσάντα του και έφυγε πηδώντας δύο, δύο τα σκαλιά. Ένας θόρυβος ακούστηκε. Από τη βιασύνη να φύγει του έφυγαν τα γυαλιά και κρακ, κρακ κύλησαν στις σκάλες. Το δύστυχο! Ψάχνοντας με τα χέρια του έπιασε τα μυωπικά γυαλιά του, τα φόρεσε βιαστικά και ξανάρχισε το τρέξιμο. Τέτοια εξέλιξη δεν την περίμενε! Τι να πω; Μέσα στην ταραχή μου ερχόταν και να γελάσω με τη σκηνή, που αντίκριζα. Κρίμα! Και αυτός θύμα του Μιχάλη! Μείναμε μόνοι. Η μητέρα μου δεν μίλησε καθόλου. Σηκώθηκε σιγά, σιγά και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Το γεγονός αυτό ήταν για κείνη η χαριστική βολή. Πέρασε ο Απρίλιος όχι ευχάριστα. Τα γεγονότα της διαθήκης μας είχαν αποσυντονίσει. Η συμπεριφορά του Μιχάλη με είχε κάνει ένα ράκος. Άρχιζε για μένα μία νέα περίοδος ταραχών, ο Μιχάλης ήταν και πάλι στα νεύρα του ή κάποτε και στις καλές του. Απρόβλεπτος, επικίνδυνος, όταν θύμωνε και γω περίμενα με λαχτάρα τη μεγάλη ώρα, την ώρα που θα γεννιόταν το μωρό μου… Βυθίστηκα σε μια κατάσταση ψυχής που δεν μου έδινε δύναμη… Χανόμουν! Τι κρίμα…! πριν τον τοκετό.

Δείτε εδώ την παρουσίαση του βιβλίου 'Ζωή σε δύο χρώματα' της Αλίκης Οικονόμου Γιωτάκου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!