Select Page

Αρχαίες ψυχές, απόσπασμα τέταρτο

Αρχαίες ψυχές, απόσπασμα τέταρτο

 

 

atzemoglou_4_b

Από τότε, οι μέρες διακατέχονταν τις νύχτες και οι μέρες τους μήνες. Γλίστραγα το ίδιο επιδέξια από τη σχισμή της πόρτας που με οδηγούσε προς το φως. Τις έκλεβα να μου χαρίσουν τον χρόνο στο χώρο της καρδιάς σου. Γιατί είναι λίγοι αυτοί που αναγνωρίζουν πως τα αισθήματα είναι φως και όχι κυριαρχία. Πως για ν΄ αγγιχτεί η ψυχή, δεν τρώει σαρκοβόρα το σώμα..
Οι πίνακες σου διακατέχονταν ο ένας τον άλλο, με μοντέλο τον εαυτό μου, αποτυπωμένη στον καμβά της ψυχής σου.
Φορούσα ένα διάφανο χυτό ύφασμα, που αγκάλιαζε το σώμα και οι κορδέλες ξεχύνονταν, μπούκλες ατίθασα αφημένες.
Οι οδηγίες σου ήταν αυστηρές. Να κρατάω το σώμα καλά τεντωμένο, σαν τόξο πριν βρει τον στόχο. Ακούνητη και αγέλαστη, κάτι που δεν ταίριαζε με την ιδιοσυγκρασία μου.
Τα χέρια μου, τα στόλισες με κάτι ταπεινά, μα όμορφα λουλούδια του αγρού που μόλις είχες κόψει και μου τα έφερες, αφού ξεπέζεψες το άσπρο σου καθαρόαιμο. Ήταν το μόνο σου ακριβό περιουσιακό στοιχείο.
Αυτή η ακριβή ιεροτελεστία, συνεχιζόταν τακτικά, όποτε κατόρθωνα να ξεκλέβω χρόνο περνώντας απαρατήρητη από το απόρθητο οχυρό του πατέρα.
Άλλες πάλι μέρες βαδίζαμε μέχρι την κοντινή θάλασσα της Όστιας περνώντας από τους αγρούς.Τα χέρια μας περιπλέκονταν στα καλάμια και εμείς γελαστοί, καθώς μας γαργαλούσαν, σταματούσαμε, ξαπλώναμε στο πυκνό γρασίδι και ατενίζαμε τον ήλιο που ζέστανε το πρόσωπο του έρωτά μας.
Με είχες σμιλεύσει με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου, που με τα χέρια σου αποτύπωνες στο σώμα μου. Ζωγράφιζες.
Ναι, ζωγράφιζες ποίηση.



σάρκα αλμυρή και όλο ρώμη,
ξεκινώντας απ΄τα όμορφα τα μπράτσα σου,
ίδια με κλαδιά ερυθρίνας,
να συνεχίζω προς το στήθος αυτό που τα όνειρά μου τ’ ονειρεύονται
αυτό το στήθος - σπηλιά όπου το πρόσωπό μου κρύβω
ανασκαλεύοντας την τρυφεράδα,
αυτό το στήθος που τύμπανα αντηχεί και ζωή συνεχή.
Cioconta Belli



atzemoglou_4_2

Φτάναμε λαχανιασμένοι στην θάλασσα που χάιδευε τις αισθήσεις μας. Εισπνέαμε και εκπνέαμε στον θαλασσινό της αέρα, τον έρωτά μας.Tα σκοτεινά νερά από την πρώτη στιγμή αναγνωρίζονται, όταν τους κώδικές σου είχα αντιγράψει και φυλάξει στη θάλασσά μου. Εκείνη η μέρα όμως μύριζε μπαρούτι μέχρι και ο σκύλος σου, ένα άσπρο κυνηγόσκυλο πηγαινοερχόταν λιοντάρι στο κλουβί, κουνούσε νευρικά την ουρά του, προμηνυτής κακών ειδήσεων.
Ο πατέρας είχε μυριστεί την πληροφορία που είχε εξαπλωθεί σαν φωτιά και είχε λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να με απομακρύνει από έναν άσημο περιθωριακό καλλιτέχνη. Καμωνόταν όμως, πως δεν γνώριζε το παραμικρό. Όλα θα λάμβαναν χώρα ήσυχα και αθόρυβα, σαν να μην υπήρχαν ποτέ. Τα ίχνη θα έσβηναν. Θα με αρραβώνιαζε με την επιφάνεια και κύρος.Έναν αρκετά πλούσιο επιφανή έμπορο. Τα υπάρχοντα του πατέρα μου και τα δικά του σίγουρα θα έκαναν ένα επιτυχημένο ζευγάρι. Ήμουν αρκετά αναστατωμένη. Η καρδιά μου βαριά, μολύβι. Τα άσχημα νέα τα πληροφορήθηκα από την τροφό μου,που μου απαριθμούσε τις «πλούσιες αρετές» του διαδόχου σου, τονίζοντάς μου πως ήσουν μόνο μια άσημη περιπέτεια που εύκολα θα ξεπερνιόταν.
Προνόησα να καθίσεις σ’ ένα ξύλινο σκαμνί που είχες σκαλίσει ο ίδιος από χοντρό κορμό και το στόμα μου άνοιξε και έκλεισε με κόπο.
-Ο πατέρας τακτοποίησε τα πάντα για τον προκείμενό μου αρραβώνα, είπα.
Σηκώθηκες απότομα όρθιος,σαν να διαπέρασε κεραυνός το σώμα σου και είπες:
-Ακύρωσε το. Μη δεχτείς.
Σου απαρίθμησα τον κίνδυνο που διέτρεχες εάν οι επισκέψεις μου συνεχίζονταν και δεν συμμορφωνόμουν με τα θέλω του πατέρα.
Ήταν σαν να είχες κλείσει τ’ αυτιά με βουλοκέρι, για να μην ακούσεις τις Σειρήνες, που επαναλάμβαναν σε αργό και τραγουδιστό ρυθμό όλα όσα δεν μπορούσες ν΄ αποδεχθείς.
Με την γροθιά σου σφιγμένη, χτύπησες δυνατά το ξύλινο σκαλιστό τραπέζι. Μια ακίδα σου έβγαλε λίγες σταγόνες αίμα. Έφταναν όμως. Ήταν αρκετές, να σου παγώσουν το αίμα στην καρδιά. Άρπαξες το σκαμπό και το πέταξες στις φλόγες του τζακιού που το έγλειφαν και είχες ανάψει μόλις λίγη ώρα πριν.
Το πρόσωπό σου σκοτεινό,γρανίτης, είχε υψώσει διαχωριστικό γυαλί στα λόγια μου.
Ο θυμός σε είχε παραμορφώσει. Χαρακτηριστικά άγνωστά μου. Κοίταγα στα μάτια ενός ξένου.
Και αυτός ούρλιαζε με όλη την δύναμη της ψυχής του.
-Έξω, έξω...
Παραπάτησα σχεδόν μ΄ έναν λυγμό παγιδευμένου ζώου.Στη φυγή μου, η μόνη ανάμνηση, ο αραχνοΰφαντος κόκκινος μανδύας μου αφημένος πρόχειρα πάνω στον καμβά σου.
Πρόλαβα να δω να τον κλωτσάς και να σωριάζεται κάτω.Το ένα του πόδι έσπασε από την άτσαλη πτώση. Πήρες με τα χέρια μετά την μορφή μου και την έσκισες σε χίλια μικρά κομματάκια. Σταγόνες ιδρώτα πλαισίωσαν το άλλοτε ήρεμο και όμορφο πρόσωπό σου. Τώρα παραμορφωμένο από απογοήτευση. Κάρφωσες το βλέμμα στο σχισμένο πορτραίτο και έκρυψες το πρόσωπο με τις παλάμες σου. Έκλαιγες, βροχή.
Μετά, η βροχή όλα τα ξέπλυνε και νότισες μέσα μου για πάντα.

 

_

γράφει η Ανδρονίκη Ατζέμογλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Νίκος Φάκος

Μελισσουργώ, διαβάζω και γράφω. Σ’ αυτά τα τρία αντίβαρα ακροβατώ και ζω στιγμές. Σ’ αυτήν την πορεία βρέθηκα στην όμορφη οικογένεια του δικτυακού τόπου τοβιβλίο.net όπου φιλοξενούνται γραπτά μου. Πιστεύω ότι η δύναμη της γλώσσας έχει μία απειρίζουσα εντροπία και η γραφή είναι ο μοχλός που αποτυπώνει την ύπαρξή μας. Ίσως και τη ματαιοδοξία μας. Ζω στην όμορφη Κύμη και έχω ως το σημείο ισορροπίας μου τις δυο μου κόρες.

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!