Select Page

Ασυγχώρητη νύχτα…, της Δέσποινας Γκουτζολίκα

Ασυγχώρητη νύχτα…, της Δέσποινας Γκουτζολίκα

 

 

Ένας βροντερός ήχος ήχησε στα αυτιά της. Ήταν η πόρτα που έκλεισε πίσω της με δύναμη. Το στεφάνι της Πρωτομαγιάς που κρεμόταν πάνω από την πόρτα έπεσε με δύναμη στο πλατύσκαλο και τα πέταλα των λουλουδιών σκόρπισαν σαν χαρτοπόλεμος

Είχε ήδη νυχτώσει. κρατώντας ένα ζακετάκι στα χέρια, βάδιζε γρήγορα, χωρίς να ξέρει τον προορισμό. Μόνο που ήταν νύχτα της αρκούσε. Δεν κατάλαβε πότε έφτασε στην ακρογιαλιά, παρά μόνο όταν αισθάνθηκε το πόδι της να βουλιάζει στην άμμο. Όλοι οι δρόμοι πάντα την οδηγούσαν εκεί. ήταν το καταφύγιο της στις δύσκολες στιγμές. Εκεί έβαζε σε σειρά τις σκέψεις της και έβρισκε την ηρεμία της.

Και όλα αυτά τη νύχτα. Πάντα τη νύχτα…

Έστρωσε το ζακετάκι της στην άμμο και ξάπλωσε. Άφησε ένα αναστεναγμό να ακουστεί μέσα στη νύχτα. Κοίταξε ψηλά στον ουρανό. Το σκοτάδι είχε «βαθύνει». Στο βάθος της θάλασσας το φεγγάρι άρχισε να ξεπροβάλει δειλά-δειλά από μέσα της, το πορτοκαλί χρώμα του, καθρεπτιζόταν στην θάλασσα και περίμενε καρτερικά την σειρά του να ανέβει στον ουρανό και να συμπληρώσει τον πίνακα του τοπίου.

Και όλα αυτά τη νύχτα. Πάντα τη νύχτα…

Έβγαλε το πακέτο από την τσέπη της και πήρε το τελευταίο της τσιγάρο. Ο καπνός που έβγαινε από το στόμα της, ήταν σαν τις κουβέντες που αντάλλαξαν πριν από λίγη ώρα με τον Αλέξη. Λέξεις, λόγια χαμένα στην ατμόσφαιρα, σαν το καπνό του τσιγάρου… Αιωρούνταν και μετά εξαφανιζόταν.

Γιατί άραγε δεν μπορούσε ποτέ να την καταλάβει…

Ήταν τόσο κακό αυτό που ήθελε; αναρωτήθηκε και ρούφηξε με μανία την γόπα.

Ένα παιδί! Ήθελε ένα παιδί!

Τώρα όμως ήξερε την απάντηση στο ερώτημα της. Πάντα το ήξερε το ένστικτό της, απλά δεν ήθελε να το πιστέψει. Γι’ αυτό χανόταν κάθε βράδυ μετά τους καυγάδες στην ακρογιαλιά, το σκοτάδι και οι ήχοι της θάλασσας, την ηρεμούσαν, της έδιναν απαντήσεις. Την έβγαζαν από τη δίνη της καταστροφής και της έδιναν χρόνο να γυρίσει την κλεψύδρα από την αρχή για να σκεφτεί.

Και όλα αυτά την νύχτα. Πάντα την νύχτα…

Νύχτα ήταν και όταν ανακάλυψε γιατί δεν ήθελε να κάνει παιδί μαζί της, παρόλο που πορεύονταν στον δέκατο χρόνο του γάμου τους. Ήταν η σημερινή νύχτα! Είχε αισθανθεί αδιαθεσία και γύρισε από την δουλειά της νωρίτερα από το κανονικό, περίπου στις οχτώ το απόγευμα. Πλησιάζοντας όμως προς το σπίτι, είδε παρκαρισμένο το αυτοκίνητο του Αλέξη και μέσα δύο σκιές να κινούνται ύποπτα. Νόμιζε ότι είχε παραισθήσεις. Πλησίασε πιο κοντά και οι σκιές άρχισαν να ζωντανεύουν. Ήταν αυτός και δίπλα του μια γυναικεία φιγούρα. Ζαλισμένη από το σοκ, κάθισε στο πλατύσκαλο και πήρε μια βαθιά ανάσα. Ήξερε ότι η σύγκρουση θα ήταν σφοδρή, αλλά έπρεπε να φανεί δυνατή και να την αντιμετωπίσει.

Μόλις έφτασε στο πλατύσκαλο την κοίταξε με βλέμμα χαμένο, το είχε καταλάβει και ο ίδιος ότι κάτι κακό είχε συμβεί. Τα μάτια της πρόδωσαν τη σκέψη, ήταν σαν δυο μικρές λιμνούλες που είναι έτοιμες να ξεχειλίσουν. Τα πόδια της έτρεμαν, η φωνή της είχε χαθεί. Σηκώθηκε ασυναίσθητα και μπήκαν στο σπίτι.

Και όλα αυτά την νύχτα. Πάντα την νύχτα…

Βάδισε σιγά-σιγά και κάθισε στον καναπέ με όση δύναμη της είχε απομείνει. Δεν ήθελε να καταλάβει ότι το σώμα της δεν υπάκουε στις εντολές του κορμιού της, δεν ήθελε καν να του δώσει το δικαίωμα να τη λυπηθεί. Νόμιζε ότι έχασε τη μιλιά της, τα πάντα δίπλα της ήταν ασπρόμαυρα. Πώς από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε να μην μπορεί να καταπολεμήσει την μοίρα της; Πριν από λίγο μιλούσε με τους συναδέλφους της για την έκπληξη που θα έκανε στον άντρα της, τώρα έχει έναν άντρα δίπλα της που της είναι άγνωστος.

Τα «γιατί» αμέτρητα, τα «πώς» ακόμα πιο δυνατά. Δεν ήξερε τι να ρωτήσει, δεν ήξερε αν οι απαντήσεις ήταν πλέον αληθινές. Ήθελε όμως μια αλήθεια για να την ηρεμήσει, μια αλήθεια που δεν ήρθε ποτέ και αν ήρθε απλά δεν την πίστεψε. Τα λεπτά της συζήτησης της φάνηκαν ώρες ατέλειωτες. Τα λόγια πολλά και οι συγνώμες αμέτρητες, δεν της έφταναν όμως, το μυαλό της δεν χωρούσε άλλες ψεύτικες συγγνώμες.

Και όλα αυτά τη νύχτα. Πάντα τη νύχτα…

Οι λιμνούλες είχαν ξεχειλίσει. Δεν άντεχε να τον βλέπει. Έτσι λοιπόν άρπαξε το ζακέτα της και βγήκε τρέχοντας από το σπίτι. Πάνω στον θυμό της έκλεισε την πόρτα της πίσω με δύναμη και ο βροντερός ήχος ταρακούνησε την ηρεμία των αστεριών. Βάδισε τυφλά μέσα στο ανήσυχο σκοτάδι έτσι βρέθηκε χωρίς να καταλάβει στο καταφύγιο της.

Τράβηξε την τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο με μανία…

Για αυτό δεν ήθελε παιδί… σκέφτηκε και λυγμοί σκέπασαν τους ήχους της νύχτας.

 

_

γράφει η Δέσποινα Γκουτζολίκα 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!