Αυτοβιογραφία Γιάννη Ρίτσου

12.09.2020

 

«Τα πάντα (και τα πιο δικά μας) γίνονται ερήμην μας, χωρίς καθόλου τη δυνατότητα μιας κάποιας προσφυγής, μιας υπεράσπισης ή απολογίας, μιας έστω τυπικής διαμαρτυρίας»

Γιάννης Ρίτσος, ‘Επαναλήψεις’

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Το έτος 2008, σε επιμέλεια του Γιώργου και της Ηρώς Σγουράκη, κυκλοφορεί ένας καλαίσθητος τόμος που φέρει τον τίτλο ‘Γιάννης Ρίτσος. Αυτοβιογραφία. Κινηματογραφική αυτοβιογραφία. Ντοκουμέντα της ζωής και του έργου του.’[1] Όπως διαφαίνεται ευδιάκριτα από τον τίτλο, πρόκειται για έναν τόμο[2] σχετικό με το έργο αλλά και με την ζωή του ποιητή Γιάννη Ρίτσου. Για την ακρίβεια, το Ριτσικό ποιητικό έργο αναδεικνύεται με τέτοιον τρόπο, ώστε να αναδεικνύεται ένα σημείο που αποτελεί σημείο τομής για την κατανόηση του Ριτσικού ποιητικού έργου: Και αυτό το σημείο είναι το ό,τι αυτό το ποιητικό έργο αντλεί από την ζωή και από ό,τι δύναται να αποκαλέσουμε ως επιλογές ζωές του ποιητή.

Ο Γιώργος και η Ηρώ Σγουράκη, με τη συνδρομή του ‘Αρχείου Κρήτης,’ προσιδιάζουν προς τον ίδιο άξονα συγκρότηση ενός κολάζ που εν προκειμένω, συντίθεται βήμα βήμα, συμπεριλαμβάνοντας τους σημαντικότερους σταθμούς της ζωής και της ποιητικής δημιουργίας. Για παράδειγμα, ιδιαίτερη θέση κατέχει στον τόμο, το Ε’ Κεφάλαιο,[3] το οποίο και αναφέρεται στους όρους δημιουργίας του ποιήματος ‘Επιτάφιος.’

Εδώ ο λόγος δίδεται στην σε πρώτο πρόσωπο αφήγηση του ποιητή, κάτι που θεωρούμε πως συμβάλλει στο να αναδειχθεί εμπρόθετα η διαλεκτική που τίθεται έμπροσθεν του ποιήματος, ενώπιον και εντός του. Σε αυτό το σημείο, γενεσιουργός αιτία (αιτιακή προσέγγιση) δημιουργίας καθίσταται η υπήρξε η γνωστή πλέον φωτογραφία της μητέρας που θρηνεί για τον νεκρό γιο της, που υπήρξε ένας από τους νεκρούς της απεργιακής κινητοποίησης του Μαϊου του 1936 στη Θεσσαλονίκη (αργότερα μαθεύτηκε ό,τι ο νεκρός από την καταστολή των διαδηλώσεων ήταν ο αυτοκινητιστής από το Ασβεστοχώρι Τάσος Τούσης).

Η θέαση της φωτογραφίας κινητοποιεί τους μηχανισμούς της γραφής: Δεν θα γράψουμε όμως εδώ πως όλα πλέον πήραν τον δρόμο τους. Αντιθέτως, η ενεργοποίηση των μηχανισμών της γραφής αντλεί από σπερματικές μνήμες (μνημονική επίκληση της παιδικής ηλικίας που προσδιορίζει την μορφή της Μανιάτισσας μητέρας), από τις συνδηλώσεις του δημοτικού τραγουδιού, από την ποίηση του Βάρναλη και του Σικελιανού, καθώς και από την σχέση Παναγίας και Χριστού που αποτελεί ένας από τους πυλώνες όπου και εδράζονται οι θρησκευτικές-χριστιανικές πρακτικές και τελετουργίες. Όλα αυτά τα στοιχεία, μεταπλάθονται ποιητικά, αποκτούν νόημα και αναφορές, αφήνοντας να διαρρεύσει ένας κοινός και όμως νέος ‘Επιτάφιος’ ως ποιητική σύνθεση της περιόδου του Μεσοπολέμου που παράλληλα λειτουργεί ως βίωμα και ως ιστορία.

Κλείνοντας αυτή την παρένθεση, δύναται να επιστρέψουμε στους υπόλοιπους σταθμούς της ζωής και του ποιητικού έργου του Γιάννη Ρίτσου όπως τα παρουσιάζουν στον αναγνώστη οι Γιώργος και Ηρώ Σγουράκη. Έτσι, το κολάζ για το οποίο και έγινε λόγος πιο πάνω, ενσωματώνει λόγους και εικόνες από την πορεία του ποιητή την περίοδο της Κατοχής και των Δεκεμβριανών, στέκεται ιδιαίτερα στις εξορίες[4] του που συνεχίσθηκαν και μεταπολεμικά-μετεμφυλιακά,[5] στη δημιουργία οικογένειας,[6] στη διαμονή του στην πόλη της Αθήνας από το 1984, αφήνοντας χώρο και για μία σύντομη παρουσίαση από τον ίδιο του εικαστικού του έργου.

Ένα έργο που ναι μεν είναι παραγνωρισμένο σε σχέση με το εν γένει ποιητικό του ‘πράττειν,’ αλλά όμως, αυτό καθαυτό, συν-διαμορφώνει την ταυτότητα του δημιουργού Ρίτσου στον χρόνο. Ως προς αυτή την πτυχή, θα επισημάνουμε πως ρίζες της ενασχόλησης και δη της καλλιτεχνικής του ενασχόλησης με την πέτρα, εντοπίζονται σε μία καταγωγική αίσθηση που ενίοτε μετασχηματίζεται σε ποιητική αναφορά, δηλαδή στην ευρύτητα που προσλαμβάνει η Μονεμβασιά, η ‘πέτρινη πολιτεία,’[7] η γενέθλια γη.

Η ιστορική αίσθηση διασχίζει εγκάρσια ή αλλιώς βαθιά την προσέγγιση του Γιώργου και της Ήρως Σγουράκη που άλλοτε αξιοποιούν διάφορα ντοκουμέντα ζωής του ποιητή, γραμμένα από προσφιλή στον ίδιο πρόσωπα, και άλλοτε δίνουν τον λόγο στην μαρτυρία του ποιητή, ο οποίος αποκαλύπτεται τμηματικά, υπαινικτικά και αμφίσημα, όπως θα επιθυμούσε ο ίδιος. Ακόμη και ενσώματα. Μέσω της ιστορικής πορείας του Γιάννη Ρίτσου,[8] της ποιητικής του γλώσσας που νοηματοδοτεί το τι δύναται να σημάνει η απουσία της εν-συναίσθησης, διατρέχεται ο ελληνικός εικοστός αιώνας με τις αντιφάσεις και τις μείζονες και μη, αντιθέσεις του.

Και μία θέση σε αυτόν τον αιώνα διεκδίκησε με διάφορους τρόπους και ο Μονεμβασιώτης ποιητής, όχι ευρισκόμενος σε κάποιον ψηλό ‘εξώστη,’ αλλά αυτοπροσδιοριζόμενος πρωταρχικά-πρωτεϊκά, ως ποιητής που εντάσσεται στη χορεία της ‘τελευταίας προ ανθρώπου εκατονταετίας.’

Το τραύμα του υπήρξε μεγεθυμένο και ανοιχτό, και μέσω αυτού, παρέλασαν πρόσωπα και λέξεις, μορφές και νοητές γραμμές, στο σημείο όπου το παρόν του ποιητή παραγάγει στιγμές που καταγράφονται. Εντός της λέξης και της ποίησης εγγράφεται ο χρόνος (βλέπε την ποιητική συλλογή ‘Η Σονάτα του Σεληνόφωτος’) πάνω στην πέτρα σκαλίζεται η μορφή που αδημονεί να συναντήσει τον χρόνο. Για τον Γιάννη Ρίτσο, η ιστορία παραμένει ένα ανοιχτό πεδίο, και μάλιστα, είναι ενδεικτικό κατά κάποιον τρόπο, το ό,τι δεν διεκδίκησε να μιλήσει για ‘λογαριασμό’ της, ακόμη και στα λεγόμενα πολιτικά, στρατευμένα του ποιήματα.

Υπό αυτό το πρίσμα όμως, διεκδίκησε να αναμετρηθεί μαζί της, να διαπραγματευθεί με τα χαρακτηριστικά που αυτή λαμβάνει, με τις ολοκληρωμένες και μη, αφηγήσεις της. Και με αυτόν τρόπο ίσως οφείλουμε να εννοήσουμε αναλυτικά την ογκώδη ποιητική του παραγωγή που εκτείνεται σε διάφορα πεδία, συνδέοντας το ιστορικό στοιχείο με το υπαρξιακό, το αμφισβητησιακό με το ερωτικό, με τα δύο τελευταία να συμβαδίζουν στην ποιητική θεώρηση και στη εν γένει κοσμοθεωρία του Γιάννη Ρίτσου. Για τον ίδιο η ζωή εντός ιστορίας, αναγνωρίζεται με μία βασική προϋπόθεση: Ζωή είναι ό,τι υπάρχει.[9]

Στην ‘Αυτοβιογραφία’ οι δύο συν-επιμελητές,[10] τροφοδοτούνται από μία ευρεία γκάμα υλικού, χρησιμοποιώντας τίτλους εφημερίδων, αποκόμματα ποιημάτων με την χαρακτηριστική Ριτσική καλλιγραφία, εικόνες του ποιητή από διάφορα μέρη, πέτρες με χαραγμένες μορφές: Ενταγμένα σε μία ενότητα, συνιστούν θραύσματα ή σπαράγματα της διαρκώς εξελισσόμενης ζωής και δημιουργίας του Γιάννη Ρίτσου.

Και τα δύο στοιχεία, ήτοι τα στοιχεία της ζωής και της δημιουργίας, δεν αποκλίνουν με στεγανά αλλά αλληλο-τροφοδοτούνται. Προτιμότερο θα ήταν να αναφέρουμε πως ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε για τα τραύματα της δικής του γενιάς. Ο τόμος δεν αποτελεί ένα ‘flash back,’ αλλά ακολουθεί τον ίδιο τον ποιητή σε έντονα και στα περισσότερο αργόσυρτα βήματα του. «Να με θυμόμαστε-είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια, για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα. Την ομορφιά μου ποτές μου δεν την πρόδωσα. Όλο μου το βιός το μοίρασα δίκαια».[11] Η πορεία του έλαβε χώρα πάνω σε τεντωμένο σχοινί.

Οι δύο επιμελητές του τόμου, δεν προχωρούν σε μία ‘αγιογραφία’ του ποιητή Γιάννη Ρίτσου: Απεναντίας, κινούνται έχοντας ως διακύβευμα την αναφορά μίας αλληλουχίας πραγμάτων, εντός των οποίων ενυπάρχει η μορφή του ποιητή, και η γραφή του, διαμέσου της οποίας, ενίοτε ο ίδιος ‘απο-μυθοποιεί.’ Η ‘Αυτοβιογραφία’ υπό την μορφή συγκεντρωτικής έκδοσης, διαλέγεται ή και ενέχει εντός της το σχήμα μίας σπονδυλωτής κινηματογραφικής ταινίας, τα γυρίσματα της οποίας πραγματοποιήθηκαν το χρονικό διάστημα 1983-1984.

Μάλιστα, εντός της έκδοσης διατίθεται και DVD της κινηματογραφικής ταινίας, ή ορθότερα, της Κινηματογραφικής αυτοβιογραφίας της ζωής και του έργου του Γιάννη Ρίτσου. Κινηματογραφικά ομιλώντας, ο Γιώργος και η Ηρώ Σγουράκη δεν σημασιοδοτούν την εφαρμογή αυτού που ο Γάλλος φιλόσοφος Gilles Deleuze, ονομάζει ‘Morcelage-Re-enchaime,’[12] που μεταφράζεται στα ελληνικά ως «ανασυνδεόμενη κατάτμηση» και σχετίζεται (κινηματογραφική διεργασία) με την σε παράλληλο χρόνο εμφάνιση και εξαφάνιση εικόνων που δεν παύουν εύπλαστα να δημιουργούν μία πράξη και μία αντίληψη (έμβολο που κινείται διαρκώς).

Άρα, η Κινηματογραφική Αυτοβιογραφία[13] κινείται με στρατηγικό άξονα το να διευρυνθεί ή αλλιώς να αυτο-παρουσιασθεί ο ποιητής, απο-καλύπτοντας (έχει σημασία αυτό το σημείο) μία σειρά αληθινών προσωπείων.[14]

Οι εικόνες που παρατίθενται εύτακτα, και στην ταινία αλλά και στην υπό μορφή βιβλίου ‘Αυτοβιογραφία’ είναι εύτακτες και περαιτέρω, ‘γεμάτες’ από τον Ρίτσο, στις διάφορες εκφάνσεις του, ακόμη και όταν ο ίδιος απουσιάζει. Ο κατατεθειμένος λόγος συνδέει εκτατικά το σημαίνον με το σημαινόμενο του. Εάν το σημαίνον είναι ο κάθε φορά τόπος (‘τοπολογία’), τότε το σημαινόμενο συντίθεται από μορφές λόγου, από την ποίηση ως ‘σφαίρα’ ανοιχτών νοημάτων. Η διαμαρτυρία του ποιητή για τις συνθήκες παραμονής των φθισικών στα Χανιά δεν δύναται να αποκοπεί από το ευρύτερο έργο του που νοείται ως ‘σώμα,’ καθότι επανεπινοεί τις διαστάσεις της Ριτσικής ποίησης,[15] την εν-σώματη καταγραφή της, την αισθητική και την ιστορία που παρήγαγε.[16] Το ποιητικό του έργο, με γλώσσα άλλοτε ελεύθερη και άλλοτε πειθαρχημένη, λειτουργεί ως ένα κάτοπτρο που αντανακλά δι-υποκειμενικές προσεγγίσεις.

Η αυτοβιογραφία κλείνει ουσιαστικά με έναν τρόπο που οδηγεί στο ποίημα το ‘Τελευταίο Καλοκαίρι’ που ανήκει στην συλλογή ‘Αργά, Πολύ αργά μέσα στη νύχτα.’ Η χρονολογική, σε εύτακτη σειρά που εκκινεί από το 1909, την χρονιά γέννησης του ποιητή και σταματά στο 2002, με την αναφορά της έκδοσης του Πλάτωνα Μάξιμου για τον εικαστικό Ρίτσο, αφήνει τον χώρο μίας αλλά περιεκτικής περιεχομενικά, σελίδας.

Και είναι εδώ όπου υπεισέρχεται το ποίημα ‘Το Τελευταίο Καλοκαίρι,’ το ποίημα του «τόσο διακριτικού αποχαιρετισμού»,[17] όπως το ονομάζει η Χρύσα Προκοπάκη, με τους συντελεστές να διατηρούν την πρωτότυπη γραφή του ποιητή: «Αποχαιρετιστήρια χρώματα των δειλινών. Καιρός να ετοιμάσεις τις βαλίτσες τις τρεις βαλίτσες- τα βιβλία, τα χαρτιά, τα πουκάμισα- και μην ξεχάσεις εκείνο το ρόδινο φόρεμα που τόσο σου πήγαινε παρ’ ότι το χειμώνα δε θα το φορέσεις. Εγώ, τις λίγες μέρες που μας μένουν ακόμη, θα ξανακοιτάξω τους στίχους που έγραψα Ιούλιο κι Αύγουστο αν και φοβάμαι πως τίποτα δεν πρόσθεσα, μάλλον πως έχω αφαιρέσει πολλά, καθώς ανάμεσα τους διαφαίνεται η σκοτεινή υποψία πως αυτό το καλοκαίρι με τα τζιτζίκια του, τα δέντρα του, τη θάλασσα του, με τα σφυρίγματα των πλοίων του στα ένδοξα λιογέρματα, με τις βαρκάδες του στο φεγγαρόφωτο κάτω απ’ τα μπαλκονάκια και με την υποκριτική ευσπλαχνία του, θα’ ναι το τελευταίο».[18]

Γραμμένο στο Καρλόβασι της Σάμου το 1989, το ‘τελευταίο καλοκαίρι,’ φέρει μία σταδιακά καθορισμένη, εντός ποιήματος, αίσθηση θανάτου, «μία σκοτεινή» υποψία για τον θάνατο ως ‘τέλος.’ Λίγο πριν ή αλλιώς, διαφορετικά ειπωμένο, όντας μέσα στη στροφή του εικοστού αιώνα προς τον εικοστό πρώτο, το ‘τελευταίο καλοκαίρι’ προσεγγίζει το θέμα του με μία λεπτή διακριτικότητα, με μία χροιά προετοιμασίας, θέτοντας ως σημείο αναφοράς το καλοκαίρι που χάνεται στον ορίζοντα, «στα ένδοξα λιογέρματα», όπως διαισθητικά και ο ίδιος στο γύρισμα του αιώνα.

Και είναι ενδεικτικό το ό,τι, απευθυνόμενος σε ένα ‘εσύ’ που συμμετέχει και προοικονομεί την εξέλιξη της ποιητικής αφήγησης, αφήνοντας να διαφανεί το βάρος που αποκτά για την ζωή του ποιητή, ο Λάκωνας ποιητής συντάσσει ένα λόγο, μία δήλωση περί θανάτου υιοθετώντας κοινές εικόνες του καλοκαιριού, όπως το βίωσε και το βιώνει ‘προ του τέλους,’ ο ίδιος. Δεν έχουμε να κάνουμε μία «αποκαλυπτικό-καρναβαλικό παν-όραμα»,[19] κατά τα λεγόμενα της Τζίνας Πολίτη για το ‘Πεθαίνω σαν χώρα’ του Δημήτρη Δημητριάδη, αλλά για μία σπουδή που είναι ταυτόχρονα σπουδή θανάτου και ζωής που ξεμακραίνει και συνεχίζει ‘δίχως τον ίδιο.’ Η ποίηση του συμπυκνώνει εκ νέου τις Ριτσικές αναφορές-προκείμενες, επαναπροσδιορίζοντας το πρόσημο της επεξεργασίας, της δουλειάς. Η επίγευση ενός τελευταίου καλοκαιριού, ενός επικείμενου ωσάν χρόνος, θανάτου, συγκρατεί, ανεστραμμένα, και την επίγευση αυτού που υπήρξε η ποίηση στον βίο του Γιάννη Ρίτσου: διαρκής ‘εργασία.’ Η ‘Αυτοβιογραφία’ φανερά παρακολουθεί αυτόν τον βίο.

_____

[1] Βλέπε σχετικά, Σγουράκης Γιώργος και Σγουράκη Ηρώ, ‘Γιάννης Ρίτσος. Αυτοβιογραφία. Ντοκουμέντα της ζωής και του έργου του,’ ‘Αρχείο Κρήτης, Αθήνα, 2008. Οι εικόνες που παρατίθενται σε αυτό το ιδιαίτερο χρονικό, έσω και συντετμημένο, είναι έγχρωμες.

[2] Η σχετικά με το έργο του ποιητή βιβλιογραφία έχει εμπλουτισθεί τα τελευταία χρόνια, διευρύνοντας την οπτική μας για τις πτυχές της ποίησης του που υπήρξε πολυπρισματική. Παραθέτουμε μερικούς ενδεικτικούς τίτλους: Κώττη Αγγελική, ‘Γιάννης Ρίτσος. Ένα σχεδίασμα βιογραφίας,’ Εκδόσεις Ελληνικά γράμματα, Αθήνα, 2009. Βλέπε σχετικά το συλλογικό, ‘Γιάννης Ρίτσος. Ο Ποιητής και ο Πολίτης,’ Επιμέλεια: Μακρυνικόλα Αικατερίνη & Μπουρνάζος Στρατής, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 2005.΄Μαρωνίτης Δημήτρης, ‘Γιάννης Ρίτσος: Μελετήματα,’ Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2013. Βλέπε σχετικά, ‘Γιάννης Ρίτσος 1909-1990. Εκατό χρόνια από τη γέννηση του,’ Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, Αθήνα, 2010.

[3] Βλέπε σχετικά, Σγουράκης Γιώργος και Σγουράκη Ηρώ, ‘Γιάννης Ρίτσος. Αυτοβιογραφία. Ντοκουμέντα της ζωής και του έργου του…ό.π., σελ. 48-55. Στις εικόνες που συνοδεύουν την αφήγηση του ποιητή, ξεχωρίζει η παρουσία των μουσικών δίσκων με τις διάφορες μελοποιήσεις του ποιήματος. Μάλιστα, μία μεγάλη μουσική παρτιτούρα παραπέμπει στη μελοποίηση του από την Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος δίνει τον εξής τίτλο στην παρτιτούρα: ‘Λαϊκά τραγούδια για τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου.’

[4] Μία ειδική υπο-ενότητα είναι αφιερωμένη στην εξορία του Γιάννη Ρίτσου στο στρατόπεδο πολιτικών κρατουμένων στη Μακρόνησο, το 1949-1950. Σε αυτό το σημείο η αφήγηση του ποιητή λαμβάνει χώρα μέσω της μορφής εκείνης που ανταποκρίνεται στον τύπο της συνέντευξης του με τον Γιώργο Σγουράκη. Εάν διαφαίνεται κάτι από την συνέντευξη, αυτό είναι η δυσκολία του ποιητή να αφηγηθεί το διάστημα ή αλλιώς, το πως επιτελούνταν ο ‘χρόνος’ παραμονής στο στρατόπεδο, η αίσθηση του επαπειλούμενου θανάτου, με τον ίδιο να διαχωρίζει μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας: «Γι’ αυτό σου λέω, εγώ δυσκολεύομαι να μιλήσω γι’ αυτά. Ιδιωτικά κάποτε ναι, αλλά όχι με την αίσθηση ότι αυτά τα πράγματα θα καταγραφούν». Δύναται να σημειώσουμε, αναλυτικά, πως ο λόγος του ποιητικού υποκειμένου που καθίσταται συνεντευξιαζόμενο για να ‘μιλήσει’ και όχι να μαρτυρήσει, πλησιάζει προς την ανάλυση που επιχειρεί η Μίνα Καραβαντά για το έργο της Γκλόρια Ανζαλντούα, ιδίως στο σημείο όπου και κάνει λόγο για «τα κενά, τις σιωπές και ρωγμές που δεν γεμίζουν ούτε από παράλληλες έννοιες ούτε από επεξηγήσεις». Ο Γιώργος Σγουράκης δεν εκμαιεύει απαντήσεις, όσο προσφέρει την δυνατότητα στον Γιάννη Ρίτσο (ο ποιητής παραπέμπει για περισσότερες βιωματικές μικρο-αφηγήσεις στον ‘Πέτρινο Χρόνο’), να αποδώσει βιώματα του ιστορικού συμβάντος, τον ίδιο τον Μακρονησιώτικο χρόνο, υπό το πρίσμα ένταξης του στο πλαίσιο της ‘κοινότητας’ που συγκροτούν οι συν-εξόριστοι. Το συλλογικό εναρμονίζεται ενίοτε υπερέχει του ατομικού, ενώ η αφήγηση παραμένει τραυματική, σταθερή και ελλειπτική. Βλέπε σχετικά, Καραβαντά Μίνα, ‘Η μετααποικιακή κριτική συναντά τη λογοτεχνική κριτική: Η ποιητική των συζεύξεων και των αντιστίξεων,’ στο: Αθανασίου Αθηνά, (επιμ.), ‘Αποδομώντας την Αυτοκρατορία. Θεωρία και πολιτική της μετααποικιακής κριτικής,’ Εκδόσεις Νήσος, Αθήνα, 2017, σελ. 116, & , Σγουράκης Γιώργος και Σγουράκη Ηρώ, ‘Γιάννης Ρίτσος. Αυτοβιογραφία. Ντοκουμέντα της ζωής και του έργου του…ό.π., σελ. 70-79.

[5] Η ειδική υπο-ενότητα της Μακρονήσου, εκκινεί με έναν στίχο του ποιητή από τον ‘Πέτρινο Χρόνο’: «Α.Β.Γ. Μαύρη, κατάμαυρη θάλασσα. Μαύρο, κατάμαυρο τοπίο. Τα συρματοπλέγματα». Εδώ υιοθετείται από τον ποιητή το μοτίβο και οι συμβολισμού που εγγράφει το συρματόπλεγμα, το οποίο και καθίσταται κοινός και όχι άχρονος τόπος στην Ριτσική ποιητική γλώσσα, καθώς το συναντάμε και στην ποιητική συλλογή ‘Καπνισμένο Τσουκάλι,’ ενώ με παρόμοιες εννοιολογικές χρήσεις χρησιμοποιείται στο ‘Κιγκλίδωμα’ που γράφεται εν καιρώ στρατιωτικής δικτατορίας, το 1969. Το ‘Κιγκλίδωμα’ φέρει εντός του εν σπέρματι προκείμενες προσμονής, στο σημείο όπου ο Ριτσικός λόγος, αλληγορικά προσδιοριζόμενος, διακρατεί τα μεγάλα για να μιλήσει για τα μικρά. Το ή τα συρματοπλέγματα δεν αποκόπτουν απλά από τον έξω κόσμο, όσο, σημαντικότερα, οριοθετούν το μεταιχμιακό, ιστορικό σύνορο του στρατοπέδου, σκιαγραφώντας την πραγματικότητα του έγκλειστου και των εγκλείστων. Με έναν ενδιαφέρον τρόπο, η ποίηση διαπλέκεται με την Φουκωϊκή προβληματική της βιο-εξουσίας. Βλέπε σχετικά, , Σγουράκης Γιώργος και Σγουράκη Ηρώ, ‘Γιάννης Ρίτσος. Αυτοβιογραφία. Ντοκουμέντα της ζωής και του έργου του…ό.π., σελ. 71.

[6] Σε αυτό το πλαίσιο, σημαντικό ρόλο καταλαμβάνει στην όλη αφήγηση, η γνωριμία του ποιητή με την γυναίκα του, Φαλίτσα Γεωργιάδου που είχε καταγωγή από τη Σάμο, καθώς και η σχέση που ανέπτυξαν. Για τον ποιητή, η Φαλίτσα αποτέλεσε την ‘ενσάρκωση’ της υπομονής και της ακόμη και βουβής, προς τον ίδιο παραίνεσης, στο να γράφει.

[7] Σκαλισμένες από τον ποιητή πέτρες, βρίσκονται στη δημοτική βιβλιοθήκη Γιαννακοχωρίου που φέρει το όνομα του ποιητή Ηλία Τσέχου, στον οποίο και προσφέρθηκαν ως ‘δώρο.’

[8] Για τον Σάββα Μιχαήλ, «Ο Ρίτσος έχει συνείδηση ό,τι έτσι βρίσκεται διαρκώς πολιορκημένος απ’ τη θέληση των άλλων ν’ αμυνθεί;-ποτέ του δεν το σκέφτηκε, πολύ λιγότερο να επιτεθεί (Μαρτυρίες). «Η άλυτη αντίφαση (σ.σ: του ‘απαρηγόρητου’ ποιητή) προκαλεί μια ακατάσχετη αιμορραγία του ανοιχτού τραύματος της ύπαρξης και της Ιστορίας που αναβλύζει σαν ακατάσχετη ποιητική γραφή». Βλέπε σχετικά, Μιχαήλ Σάββας, ‘Ο Ζντάνωφ και οι γάτες της Αχμάτοβα (Η αλληλογραφία Γιάννη Ρίτσου-Άρη Αλεξάνδρου-Καίτης Δρόσου),’ στο: Μιχαήλ Σάββας, ‘Homo Liber. Δοκίμια για την Εποχή, την Ποίηση και την Ελευθερία,’ Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2016, σελ. 175.

[9] Στην ποιητική συλλογή ‘Πέτρες,’ στο ποίημα που τιτλοφορείται ‘Επίλογος,’ ο ίδιος τονίζει: «Ζωή,- ένα τραύμα στην ανυπαρξία». Συναντούμε τον συγκεκριμένο στίχο και στον ‘Αυτοβιογραφία’ του Γιώργου και της Ηρώς Σγουράκη. Όσον αφορά την έννοια της ζωής, θεωρούμε πως υποστασιοποιείται ποιητικώ τω τρόπω, αναγνωριζόμενη αρχικά ως ύπαρξη, και εν συνεχεία, ως «τραύμα», ως αίσθηση και ως περιεχόμενο που ‘ρηγματώνει’ την ανυπαρξία, τον μη χρόνο, τον θάνατο. Ο ποιητής ‘συνδιαλέγεται’ με την Καζαντζάκεια θεώρηση της ζωής, προβαίνοντας σε μία εναργή απεικόνιση της ζωής ως ζωής που φέρει το ομιλούν υποκείμενο, με όψεις ρευστότητας, τραύματος και επάλληλων αντιφάσεων. Η ζωή είναι «ένα τραύμα» που αντανακλά διαψευσμένες, όχι όμως αφημένες, προθέσεις. Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Επίλογος,’ Ποιητική συλλογή ‘Πέτρες,’ Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1998, σελ. 119.

[10] Τι υπάρχει πίσω από τις λέξεις εάν όχι η αίσθηση της μνήμης;

[11] Βλέπε σχετικά, Σγουράκης Γιώργος και Σγουράκη Ηρώ, ‘Γιάννης Ρίτσος. Αυτοβιογραφία. Ντοκουμέντα της ζωής και του έργου του…ό.π.

[12] Βλέπε σχετικά, Deleuze Gilles, ‘Cinema 2. L’ Image-Temps, Minuit,, 1985, σελ. 277.

[13] Στις τελευταίες σελίδες της ‘Αυτοβιογραφίας’ παρουσιάζεται το ημερολόγιο γυρισμάτων της ταινίας, που διατρέχει εικονοκλαστικά και ημερολογιακά, τόπους του Ρίτσου, τόπους του ‘φορτισμένου’ ελληνικού εικοστού αιώνα που κινούνται παράλληλα με την καταγωγή, και την στράτευση του ποιητή. Ας τους παρακολουθήσουμε: «Ημερολόγιο γυρισμάτων: «Μακρόνησος 16 Μαϊου 1983. Σάμος (Καρλόβασι). 26-30 Αυγούστου 1983. Θεσσαλονίκη (εκδήλωση ΕΚΘ). 9 Μαϊου 1984. Αθήνα (συγκέντρωση ΚΚΕ). 12 Ιουνίου 1984. Μονεμβασιά 22-25 Ιουνίου 1984. Αθήνα (σπίτι). 29 Ιουνίου-1 Ιουλίου 1984. Λήμνος (Κοντοπούλι). 26 Ιουλίου 1984. Άη Στράτης. 27 Ιουλίου 1984. Γυάρος. 8-9 Αυγούστου 1984. Γύθειο. 25-26 Αυγούστου 1984». Βλέπε σχετικά, Σγουράκης Γιώργος και Σγουράκη Ηρώ, ‘Γιάννης Ρίτσος. Αυτοβιογραφία. Ντοκουμέντα της ζωής και του έργου του…ό.π., σελ. 194.

[14] Έχουμε ένα παλίμψηστο εικόνων: Ο Ρίτσος γράφει, ο Ρίτσος ζωγραφίζει πάνω στην πέτρα, ο Ρίτσος κάθεται σε μία καρέκλα στο σπίτι του στην Αθήνα, ο Ρίτσος αγκαλιάζει την σύζυγο και την κόρη του Έρη, ο Ρίτσος φωτογραφίζεται μαζί με τον ηθοποιό Μάνο Κατράκη στη Μακρόνησο. Η αίσθηση της δημιουργίας που δεικνύεται εντόνως, εναλλάσσεται με εικόνες από διάφορες στιγμές, στιγμές επώδυνες και στιγμές ευτυχίας. Οι εικόνες μαζί, ‘κατασκευάζουν’ τον Ρίτσο εν δράσει, ανα-πλαισιώνοντας συνάμα τις πρώτες ύλες της δημιουργίας του.

[15] Στο ‘Τερατώδες Αριστούργημα’ του 1977, ο ποιητής με έναν ‘χειμαρρώδη’ και αποκαλυπτικό, πρωτοπρόσωπο λόγο (που υπενθυμίζει τον εσωτερικό μονόλογο της ‘Πηνελόπης’ στον ‘Οδυσσέα’ του Τζόις), ανασύρει στο φως έναν διάστικτο ερωτισμό, καθημερινό και λαϊκότροπο, μεταπλάθοντας απο-μυθοποιητικά έργα της ελληνικής λογοτεχνίας και της θεατρικής γραμματολογίας, ελληνικής και ξένης. Στο ίδιο ποίημα, διαφαίνονται και οι τάσεις της κριτικής, συμβολικής και μη, προς την κομματική ηγεσία (ο «κομπογιαννίτης» και «πολυγράφος» Ρίτσος) διαχωρίζοντας όμως προσεκτικά από την αυτή την κομματική ηγεσία (νομενκλατούρα) την έννοια του ‘συντρόφου.’ Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Το Τερατώδες Αριστούργημα. Απομνημονεύματα ενός ανθρώπου που δεν ήξερες τίποτα,’ ‘Γίγνεσθαι,’ Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1998, σελ. 392 & 397. Το 1977, Μεταπολιτευτικό έτος, ο ποιητικός λόγος εφευρίσκει μία ‘φαντασμαγορία’ προσώπων, καθημερινών συντρόφων και ποιητών που μπλέκονται με ημερομηνίες και γεγονότα, με τον ποιητή να μεγεθύνει την αξία του ειπωμένου.

[16] Το κεφάλαιο με τον τίτλο ‘Πράξη Διαμαρτυρίας’ εκκινεί με τους εξής στίχους: «Και μη φοβάσαι. Το έργο σου θα μείνει μες στο φως γιατί μέσα στο φως και με το φως έχτισες τις ημέρες σου». Η διαλεκτική του φωτός (ας θυμηθούμε την Ελυτική ποίηση), καθίσταται ευδιάκριτη, όντας ‘καθαγιασμένη’ αναφορά που αξιο-θεμελιώνει την διάρκεια του ποιητικού έργου. Για την Ελυτική προσέγγιση του φωτός εν σχέσει προς το ποιητικό έργο του Γάλλο Ρενέ Σαρ, βλέπε σχετικά, Στυλιανού Νάντια, ‘Οδυσσέας Ελύτης-Rene Char. Σημείο τομής Αδαμάντινο,’ Πρόλογος: Bouchard Jacques, Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα, 2020.

[17] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης ‘Το τελευταίο καλοκαίρι,’ Ποιητική συλλογή, ‘Αργά, Πολύ αργά μέσα στη νύχτα,’ Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1991, σελ. 231.

[18]Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης ‘Το τελευταίο καλοκαίρι,’ Ποιητική συλλογή, ‘Αργά, Πολύ αργά μέσα στη νύχτα…ό.π., σελ. 233, & Βλέπε σχετικά, Σγουράκης Γιώργος και Σγουράκη Ηρώ, ‘Γιάννης Ρίτσος. Αυτοβιογραφία. Ντοκουμέντα της ζωής και του έργου του…ό.π., σελ. 191.

[19] Βλέπε σχετικά, Πολίτη Τζίνα, ‘Συνομιλώντας με τα κείμενα,’ Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 1996, σελ. 225. Για τον Σάββα Μιχαήλ, το έργο του Δημητριάδη ‘Πεθαίνω σαν Χώρα,’ «είναι ο εφιάλτης του τέλους». Βλέπε σχετικά, Μιχαήλ Σάββας, ‘Κεφάλαιον Ύστερον. Πεθαίνω σαν χώρα,’ στο: Μιχαήλ Σάββας, ‘Homo Poeticus,’ Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2006, σελ. 367.

Ημερολόγιο 2021 – Πρόσκληση

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Κερδίστε το!

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου