Βαρκάδα

9.09.2021

Ξέρεις, μου μοιάζει όλο αυτό σαν βαρκάδα.

Στη μέση του σύμπαντος.

Κουκίδα ασήμαντη.

Να θες να βγεις να ξεσκάσεις.

Να πας μια βόλτα στα μαγαζιά.

Να μυρίζεις τον αέρα στην Αιόλου,

Τα ασβεστωμένα παρτέρια

της παλιάς πόλης,

Τα πεύκα του Σειχ – Σου,

Το μοναστήρι της Σκαφιδιάς,

Το λιμάνι στο Φισκάρδο,

Τον φάρο στο Καράμπουρνο,

Τις εφτά βαγιές,

Τα κόκκινα πτερώματα στην Ιθώμη

Αλλά είμαστε στη μέση του Ωκεανού

Μέσα στο μικρό μας σκάφος.

Σε διπλανές καμπίνες

Είσαι ο εξομολογητής μου.

Είμαι ο καθρέφτης σου.

Είσαι ο ράφτης μου.

Είμαι το υπόστεγο στη στάση.

Όταν βρέχει.

Μιλάμε.

Ονειρευόμαστε μια άνοιξη στη Πράγα η στο Βερολίνο

Η ένα ολόγιομο φεγγάρι.

Ανοιχτά στο Ταίναρο.

Σαν τελευταίος Αύγουστος.

Η ένα ήσυχο απόβραδο στο νησί.

Να είσαι ξαπλωμένη στη ζέστη άμμο 

Να σου λέω παραμύθια απ’ την ζωή μου

Να μου λες για τον πατέρα σου.

Να σου λέω για την ψυχή μου 

Να μιλάς σιγά.

Να κουνάω τα χέρια μου.

Να περνάει μια κηδεία μπροστά μας

Οι άνδρες με μαύρες γραβάτες.

Κοντομάνικα με πένθιμο περιβραχιόνιο.

Οι γυναίκες μαζεμένα τα ξανθά τους μαλλιά.

Επιμελώς, πίσω.

Κόκκινα μάτια.

Μαύρα γυαλιά σε χρυσαφί σκελετό.

Απομεινάρια ανεμελιάς.

Εχθές, προχθές, ποιος σκεφτόταν τον θάνατο;

Αύριο θα λύσουν την κόμη.

Σαν δόκανο.

Οι άντρες θα βγάλουν τις μαύρες γραβάτες. 

Θα ανοίξουν δυο κουμπιά στο πουκάμισο

φτύνοντας στις άγριες χούφτες τους.

Θα γυρίσουν τον τροχό

ζωσμένοι εκρηκτικές σκέψεις.

 Η ζωή θα αναζητά νέα πρόσωπα.

Δίδυμα.

Σφιχταγκαλιασμένα σε μήτρες.

 

Είμαστε στη μέση του ωκεανού.

Κουκίδα ασήμαντη.

Ψυχές σε κατάσταση εμπόλεμη.

Κρατάμε τα χαλινάρια του ονείρου

Σε λέξεις.

Σε παλιές εικόνες.

Σε κόκκινα τετράδια.

Καψούλια βραδύκαυστα.

Κι αδειάζουμε πατόνερα στην θάλασσα.

Γύρω μας.

Μέσα μας.

 

_

γράφει ο Φώτης Λούκας

Ακολουθήστε μας

Μια ήσυχη φιγούρα

Μια ήσυχη φιγούρα

Ήσυχη φιγούρα, ήσυχη προσωπικότητα που ταράζει άλλων τα νερά. Όχι και τόσο κοινωνική, ανήκει χωρίς να είναι ολόκληρη εκεί. Θέλησε να ζήσει διαφορετικά, με όνειρα και χωρίς σταθμά. Μα μάταιες σκέψεις ξεπρόβαλαν και μια πραγματικότητα αναπόφευκτη, Και στερνή της γνώση...

Σείριος

Σείριος

Σε είδα σήμερα Μυστική μου ερωμένη. Μικρή μελαγχολική απροστάτευτη με έψαχνες χωρίς να ξέρεις το γιατί σε έψαχνα σε έβρισκα σε έχανα. Και ήσουν παντού δεν ήθελα να σου μιλώ να σε αρπάξω ήθελα να καταστρέψω τη εύθραυστη ηρεμία σου Να σου γυμνώσω τα στήθη Να τα δαγκώσω...

Το φως δεν επαιτεί…

Το φως δεν επαιτεί…

- γράφει η Θεοδοσία Αργυράκη - Ασαργιωτάκη - Με αλαζονεία λεηλατήθηκε, δε νικήθηκε  ότι αναστήθηκε στο φως είναι εκεί  στις παγωμένες αίθουσες κραυγάζει με τέχνης ρωμαλέα, αιώνια φωνή. __Δεν σου ανήκω, δεν είμαι εδώ θρηνούν τα ακρωτηριασμένα μέλη μου  με το ρυθμό της...

Ο Γέρος και η Θάλασσα

Ο Γέρος και η Θάλασσα

Πού να ’ξερες γέρο Έρνεστ πως θα γινόμασταν συμμαθητές   στην Αίθουσα του Ανοιχτού Ορίζοντα μαζί να έρπουμε με μάτια δακρυσμένα   Και εγώ σαν ένας από σένα να βλέπω, να μιλώ και  να απορώ Τι Λάθος Έκανα  όταν ξεκίνησα να Ζω και να Aγαπώ τη Θάλασσα   Ω!...

Μοναχικά Χριστούγεννα

Μοναχικά Χριστούγεννα

Έστρωσε το πιο όμορφο, χριστουγεννιάτικο τραπέζι  το γέμισε με καλούδια, τίποτα να μην λείπει έβαλε και την μουσική, στη διαπασών να παίζει να μην ακούγονται τόσο πολύ, της μοναξιάς οι χτύποι.   Γέμισε τα ποτήρια μέχρι πάνω, με κρασί κι ελπίζει πως κάποιος απόψε...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Μοναχικά Χριστούγεννα

Μοναχικά Χριστούγεννα

Έστρωσε το πιο όμορφο, χριστουγεννιάτικο τραπέζι  το γέμισε με καλούδια, τίποτα να μην λείπει έβαλε και την μουσική, στη διαπασών να παίζει να μην ακούγονται τόσο πολύ, της μοναξιάς οι χτύποι.   Γέμισε τα ποτήρια μέχρι πάνω, με κρασί κι ελπίζει πως κάποιος απόψε...

Κάθε Δεκέμβρη

Κάθε Δεκέμβρη

Περπατούσες κι εσύ στο στενό εκείνο δρόμο το Δεκέμβρη, με τα μάτια σου ανοικτά.  Ονειροπολώντας ένα κατευθυνόμενο χρωματιστό Χριστουγεννιάτικο μέλλον. Διατάζοντας, την ευτυχία που περιμένεις, κάθε Δεκέμβρη. Όλα τα σχέδια σου συσκευασμένα, τυλιγμένα με το γυαλιστερό...

Ωδή στο κτήνος / Κτηνωδία

Ωδή στο κτήνος / Κτηνωδία

Τίνος λες να ‘ναι το κτήνος Που γρατσουνάει το μέσα σου κι ανοίγει κουφάλες στην καρδιά σου Που στο κοπιαστικό χαμόγελό σου κεντάει μια Ατέρμονη γραμμή Που τα χέρια σου διπλώνει σαν να ‘σαι μαριονέτα ανήμπορη. Τίνος λες να ‘ναι το κτήνος Που –σαν αλλοτινό τσογλάνι της...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου