
γράφει ο Γκέλη Ντηλιά
Στην πρόσφατη ποιητική συλλογή του Γιάννη Πανούση «Αθέατος χρονοποιός» (εκδόσεις Σμίλη), 75 τίτλοι κλείνουν λογαριασμούς, σβήνουν το φως και πετάνε τα κλειδιά στο κενό. Ξεφυλλίζοντάς το, είχα την εντύπωση ότι το γράφει κάποιος πλήρως ενδεδυμένος και παντός καιρού, που σιγά σιγά απαλλάσσεται των ενδυμάτων του, απογυμνώνεται από τις προσωπικές του προσλαμβάνουσες και την αυτοπραγμάτωση και βουτάει στο επέκεινα ξαλαφρωμένος και χωρίς να χρωστάει σε κανέναν.
Σε μόνιμη συνδιαλλαγή με τις αυταπάτες που μας θρέφουν, αλλιώς δεν αντέχεται η ζωή, «Τελικά/Το νόημα της ζωής/είναι η ζωή η ίδια/Όλα τα υπόλοιπα αποτελούν εφήμερες αυταπάτες» (Το νόημα) και επιχειρώντας να αιτιολογήσει την απλότητα ή απλοποίηση της ποίησης, «Δεν της αρμόζουν στολίδια και φτιασίδια/για να γοητεύει,/της αρκεί να τη χαιρετάνε τα κατώφλια των σπιτιών» (Χωρίς φιοριτούρες), παίρνει αποστάσεις και όπως πάντα εξηγείται για να μην παρεξηγείται. Και στη σελίδα 31, στο Ερωτήματα (Χασμωδίες) αναρωτιέται, «Ζωή είναι ό,τι θυμόμαστε/ ή ό,τι ξεχάσαμε;». Με πολλά ερωτηματικά διανθισμένο το συγκεκριμένο ποίημα, θα παραθέσω άλλους δυο στίχους που προτιμώ, «Ο έρωτας πεθαίνει όταν τον προδίδει ο ένας από τους δυο/ή όταν το πάθος εξαφανίζεται «κοινή συναινέσει;»». Κλίνω υπέρ της κοινής προσυπογραφής. Περί του νοήματος της ζωής αναφέρεται και στο ποίημα Νόημα ζωής, «Το νόημα της ζωής είναι/η υπαγωγή των πάντων/σε ανθρώπινα αισθήματα χαράς και θλίψης/Μόνον έτσι δικαιώνεται/το πέρασμα από το Μηδέν στο Άπειρο/κι αντίστροφα». Όσοι καταφέρουν να διανύσουν την απόσταση μεταξύ Μηδενός και Απείρου, έχοντας βιώσει όλη την γκάμα των συναισθημάτων χαράς και θλίψης, μπορούν να υπερηφανεύονται ότι άξιζε το πέρασμά τους από αυτόν τον μάταιο αλλά υπέροχο κόσμο.
Δυο απολογισμοί βάζουν τα πράγματα στη θέση τους, όσο σκληρό και αν ακούγεται, «Ίσως ήμασταν πιο ευάλωτοι, πιο ρομαντικοί, πιο αδαείς/πιο χρήσιμοι ηλίθιοι σε κάθε δημαγωγό» (Απολογισμός πρώτος), « Πάντοτε θαύμαζα/τους έγκριτους συναδέλφους, οι οποίοι ξεσκόνιζαν τα Αρχεία, τις Βιβλιοθήκες και τις Παγκόσμιες έρευνες για να εντοπίσουν το μέχρι τότε αδιερεύνητο στοιχείο της εγκληματικότητας» (Απολογισμός δεύτερος- Εξομολόγηση εγκληματολόγου [1978-2023=45 χρόνια]).
Πλήρως συμφιλιωμένος με δυσάρεστες διαπιστώσεις εν ζωή, οδεύει συνειδητά σε περιβάλλοντα εκτός αυτής και κρατάει «πολλές επιφυλάξεις» (Μετά θάνατον), αφού είναι γνωστό ότι τα κροκοδείλια δάκρυα ούτε πείθουν, ούτε ξεπλένουν κανενός τα πεπραγμένα.
Στη σελίδα 20 ο τίτλος του ποιήματος Σκιές φέρνει στη μνήμη το «Για να ʼρθουν» του Καβάφη, όμως εντελώς αντίθετα από εκείνον, στον οποίον «Ένα κερί αρκεί/…/για να ʼρθουν οι Σκιές.» Δεν τις προσκαλεί, αλλά αναζητεί τον τρόπο που αυτές εξαφανίζονται, «Τις σκιές της ήττας/ τις κρύβουν οι στίχοι των τραγουδιών/ κι ένα βαρύ ζεϊμπέκικο». Αν θυμάμαι καλά, το «Είμαι αετός χωρίς φτερά» είναι το αγαπημένο του.
Η λέξη «πολύ», ως πρώτο συνθετικό σε ουσιαστικά εντείνει το νόημά τους. Στο Πολυθάνατος, μας αναλογούν πολλοί θάνατοι πριν τον οριστικό, κάποιοι μεθοδικοί και ύπουλοι, άλλοι από χαρά σε μεγάλες στιγμές στη μικρή μας ζωή όταν αναγεννιόμαστε από την υπαρξιακή μας τέφρα, «Πέθανες δεύτερη φορά/από δηλητηριασμένο φιλί στο στόμα/κι ας μην το ομολόγησες ποτέ».
Στο ποίημα Ο τυχαίος, θέτει το ερώτημα κατά πόσο γνωρίζουμε εμείς τον εαυτό μας και πόσο οι άλλοι. «Άρχισα να συντάσσω ψυχογραφήματα/εντέχνως μεταμφιεσμένα σε ποιήματα/μήπως κάποιος τυχαίος αναγνώστης/φυλλομετρώντας τα/καταλάβει ποιος πράγματι είμαι». Σε περίπτωση που συμβεί κάτι τέτοιο, θα είναι θαύμα, αφού όλοι ασχολούνται με τους εαυτούς τους και προσποιούνται πως ενδιαφέρονται για τον Άλλον.
Όσον αφορά την ποιητική του ιδιότητα, έχει επίγνωση του πώς αυτή προσλαμβάνεται από τους άλλους. «Ξέρω/θ’ αρνηθούν, ευγενικά,/πολλές Ανθολογίες να εντάξουν τα ποιήματά μου/σε Γενιές ποιητών ή σε κατηγορίες διανοουμένων». Αυτό που τον ενδιαφέρει όμως είναι η διαβεβαίωση ότι στο «κυριακάτικο τραπέζι» οι δικοί του γνωρίζουν πως «γράφει, μιλάει και ζει με τον ίδιο τρόπο/ Χωρίς μουρμούρες, χωρίς γαρνιτούρες, χωρίς φιγούρες», (Ποίηση εντυπώσεων;). Είναι πολλοί αυτοί που έχουν ζήσει κόντρα «ποιητικά», μέσα στην ελευθεριότητα, την αστάθεια και την επίπλαστη διαφοροποίηση σε όλα τα επίπεδα για να κερδίσουν τις εντυπώσεις και εκείνο το περίφημο πεντάλεπτο ή κάτι παραπάνω της δημοσιότητας. Άλλοι έχουν προτιμήσει την ησυχία του ελάχιστα γνωστού ποιητή για να μην ενδώσουν σε κλίκες… Το περίφημο «κυριακάτικο τραπέζι» είναι το μόνο αξιόπιστο τεστ αν η τέχνη μας συνάδει με τον χαρακτήρα μας.
Αν το συμπέρασμα είναι πως ζούμε με δανεικά όνειρα, με ελπίδες-ενέχυρο και με εγκέφαλο ξεπλυμένο με προσδοκίες άλλων που παραμένουν ανεκπλήρωτες, τότε από τι είναι φτιαγμένη η ζωή μας; «Με υλικά/από τις ζωές των άλλων/ποτέ δεν θα στεριώσεις καλά/τη δική σου ζωή» (Ζωές). Ας το έχουμε υπόψη.
Ο Γιάννης Πανούσης θέλει να τα πει χωρίς να τον ρωτήσουν. Για να ξαλαφρώσει, να τα βγάλει από μέσα του. Για να επιτελέσει πρωτίστως το ύψιστο χρέος προς τον εαυτό του, πού είναι η εντιμότητα και η διαφάνεια. Δεν είναι τυχαίο το ψευδώνυμο με το οποίο πρωτοσυστήθηκε στον ποιητικό κόσμο. Γιάννης Απαρθινός, σημαίνει αυτός που τα λέει στα ίσα. Δεν διστάζει να βάλει το μαχαίρι στο κόκαλο όταν γράφει στο Η αισιοδοξία ενός πεθαμένου, «Οι άνθρωποι πεθαίνουν/γιατί είναι ίσως ο μόνος τρόπος που τους απέμεινε/για να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στη γη». Όλων όσων την παρουσία δεν αφουγκραστήκαμε, είναι η απουσία τους που διεκδικεί το μερίδιό της προσοχής μας. Κάποιοι το λένε τύψεις…
Ταλαντευόμενος απέναντι στο κάρμα και την ανθρώπινη παρέμβαση στα γεγονότα της ζωής, γράφει για τις διάφορες τυχαιότητες των οποίων επιλέγουμε να είμαστε έρμαια και της μοναδικής βεβαιότητας ότι είμαστε το άθροισμα των επιλογών μας, «όπως τελικά/ εγώ ο ίδιος επέλεξα να ζήσω;». Ο ίδιος πάντως σε συνέντευξή του (ΣΚΑΙ, 21/1/24) είχε δηλώσει ότι πιστεύει στο τρίπτυχο Τόλμη-Ταλέντο-Τύχη και ότι αισθάνεται τυχερός.
Την εποχή του Μετα-ανθρώπου, που ήδη είναι αισθητή η έλευσή του, ακολουθεί η εποχή του Μετα- μετα- ανθρώπου. Η νέα κανονικότητα θα βρίθει αποπροσωποποίησης και απομάκρυνσης ακόμη και από τον εαυτό. Οι εφαρμογές και τα κοινωνικά δίκτυα ήδη προγραμματίζουν στάσεις και συμπεριφορές και μόνο οι «ενοχές» και οι «τύψεις μας/που μας περιμένουν κάθε τόσο/στο σκισμένο παιδικό λεύκωμα», θα αποτελούν «το μόνο πραγματικό αποδεικτικό στοιχείο/που μας θυμίζει τι και ποιοι θέλαμε να γίνουμε/όταν θα μεγαλώνουμε». Προφητικό και δυστοπικό.
Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να γράφεται η ιστορία σου ερήμην σου. Στο ομώνυμο ποίημα, η προσωπική ιστορία του καθενός, όπως και αυτή του ποιητή, φτάνει σε ένα κομβικό σημείο λόγω ηλικίας. «Πώς να προλάβεις να σβήσεις την ιστορία σου/όταν βαδίζοντας στα ογδόντα σου/σʼ έχουν αφήσει μόνο, ανήμπορο και ανυπεράσπιστο /κι εσύ αναζητάς στιγμές θριάμβου/από ένα εξαρχής χαμένο παιχνίδι;». Η υστεροφημία καταλήγει κάποτε να είναι ένα παιχνίδι εντυπώσεων. Αν επιλέγουμε τα παιχνίδια μας (και τους πολέμους μας) και ως εκ τούτου τους αντιπάλους μας, ίσως το μόνο χαμένο παιχνίδι είναι αυτό που ρισκάραμε να κάνουμε σέντρα. Εξάλλου κάποια παιχνίδια δεν παίζονται με το σώμα αλλά με την ψυχή. Και η ψυχή δεν έχει ηλικία.
Κάνοντας ταμείο σε μια ζωή πλούσια εμπειριών και βιωμάτων, ο Γιάννης Πανούσης γράφει ποίηση χωρίς τελείες αλλά όμως με ερωτηματικά και εισαγωγικά που χωρίς περιστροφές κάνουν τον αναγνώστη να στραφεί σε μια ενδοσκόπηση για το αν ««Αξίζει τον κόπο/για ένα κομμάτι ουρανό-κι αυτό υπό αίρεσιν-/να ψάχνεις τόσα χρόνια/μάταια και επώδυνα/τον λόγο της ύπαρξής σου/και το νόημα της ανυπαρξίας σου;»» Δεν πρόκειται για ρητορικό ερώτημα. Η καλύτερη απάντηση δίνεται μπροστά στον καθρέφτη μας.
Η ποιήτρια Όλγα Καλύβα, την οποία εκτιμώ απεριόριστα, μου είπε προχθές σε μια κατ’ ιδίαν συζήτησή μας ότι «Είμαστε γυμνοί». Στο Αθέατος χρονοποιός, το ποίημα με τίτλο Αθώος; ολοκληρώνεται ως εξής: «Δεν μου έμεινε πλέον τίποτα να δώσω/στον Άγιο Πέτρο για την είσοδο στον Παράδεισο/Γυμνός ήρθα στον κόσμο/χωρίς δική μου ευθύνη/απογυμνωμένος θα φύγω/με δικές μου όλες τις απερίσκεπτες επιλογές». Τυχαίο; Υπάρχουν όμως και εκείνοι που φροντίζουν να είναι έντιμοι απέναντι στις λάθος επιλογές τους, τις εξ- ομολογούν και όπως λέει ο λαός «Ομολογημένη αμαρτία δεν είναι αμαρτία».
Για όσους ψάχνουν απάντηση στην ερώτηση ποιος μας ξέρει καλύτερα από εμάς, η απάντηση δίνεται στο Αισθητήρες κι αισθήματα, ένα πολύ πρωτότυπο ποίημα που ξαφνιάζει με την ιδιαιτερότητά του. Το αυτοκίνητό μας, γνωρίζει πολύ καλά ποιοι είμαστε και αν είχε μιλιά θα αποκάλυπτε πολύ περισσότερα από όσα θυμόμαστε ότι περάσαμε μέσα σε αυτό το «καβούκι» μας. «Όσοι τα λένε αυτά/δεν έχουν καταλάβει/ότι μετά το πιστό σκυλί/ο καλύτερος φίλος σου στη ζωή/δεν είναι άλλος/παρά το αγαπημένο σου αμάξι».
Το Βιο-γραφικό επιτυχημένου επιστήμονα, δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτή την ποιητική συλλογή. «Όταν ένα σούρουπο συνειδητοποιήσεις ότι/μόνον εσύ έχεις αλλάξει στόφα και όλα τα άλλα μείναν ίδια,/τότε/αποφασίζεις /χωρίς άλλη σκέψη/να βάλεις το επιστημονικό βιογραφικό σου/σε ένα χρυσοποίκιλτο κάδρο στο σαλόνι Louis Quinze». Είναι φορές που η ψευδαίσθηση ενός δικαιωμένου αγώνα είναι κάθε απόπειρα να συμβάλουμε σε ένα καλύτερο κόσμο έστω και χωρίς εμάς. Τουλάχιστον κανείς δεν θα μας προσάψει ότι αδιαφορήσαμε.
Φυσικός και τεχνητός κόσμος αλληλεπικαλύπτονται από αντικατοπτρισμούς, ψευδαισθήσεις, οφθαλμαπάτες και φαντασιώσεις, όπως γράφει στο Παρ-Οράματα;
«Ένας κόσμος γεμάτος από τις αντιφάσεις της λογικής/και τις αντανακλάσεις της πραγματικότητας/περιμένει να τον γυρίσουμε ανάποδα/για να δούμε τις αλήθειές του». Όσο και να θέλουμε να ξεφύγουμε από την πραγματικότητα και όση ποίηση και να γραφτεί προκειμένου να γίνει αυτό δυνατό, το ψέμα θα φαντάζει πάντα ως η ιδανική σανίδα σωτηρίας σε έναν κόσμο που δεν μπορεί να υποστηρίξει οτιδήποτε αληθινό και ως εκ τούτου την ίδια την αλήθεια. Επειδή λίγοι την αντέχουν.
Ο Γιάννης Πανούσης δεν παραλείπει να αφιερώσει «στους φίλους από το Λουτράκι» το ποίημα Τυφλή πορεία και να εξηγήσει γιατί «Αποφάσισα να πάω προς το ΠΟΥΘΕΝΑ/γιατί σ’ αυτή τουλάχιστον την πορεία δεν υπάρχουν ψεύτικες/ταμπέλες να με αποπροσανατολίσουν/ούτε παγίδες να με τραυματίσουν/Έτσι δεν διατρέχω τον κίνδυνο να χαθώ και δεν θα έχω την/ψευδαίσθηση ότι υπήρχε δι-έξοδος προς την ευτυχία/που δεν είδα». Αποκαλυπτικός χωρίς περιστροφές, αυτολογοκρίνεται «Σαν έτοιμος από καιρό».
Το κείμενο που έχει παραθέσει στην αρχή του βιβλίου, Αντί προλόγου: Ποιητική προφητεία; κλείνει με ένα υστερόγραφο στο οποίο μεταξύ άλλων μας προϊδεάζει για την επόμενη ποιητική του κατάθεση, λέγοντας ότι αν ανοίξει ένας επόμενος κύκλος «…- θα φιλοδοξεί να πετύχει υπερβάσεις μορφών και πλαισίου.» «Ό,τι είχα να δω το είδα/…/Η ψυχή μου ζητάει διάλογο με το μέλλον της/και όχι με το παρελθόν των άλλων» (Ταξίδια). Προσωπικά, πιστεύω ότι αν και έχουμε δει (και ακούσει) πολλά από τον Γιάννη Πανούση, έχουμε να περιμένουμε (και να ακούσουμε) περισσότερα.
Η Γκέλη Ντηλιά είναι ποιήτρια και συγγραφέας.






0 Σχόλια