Select Page

Γιάννης Ρίτσος – Μέρα Μαγιού γεννήθηκες…

Γιάννης Ρίτσος – Μέρα Μαγιού γεννήθηκες…

 

 

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,

άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

 

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις

άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

 

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τα 'δειχνες ένα-ένα

τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

 

Και μου 'δειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,

και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

 

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,

κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

 

Μα, γιόκα μου, κι αν μου 'δειχνες τ' αστέρια και τα πλάτια,

τα 'βλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

 

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκιά, ζεστή κι αντρίκια

τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια

 

Και μου λες, γιε, πως όλ' αυτά τα ωραία θα ναι δικά μας,

και τώρα εσβήστης κ' έσβησε το φέγγος κ' η φωτιά μας.

 

"ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ" συγκεντρωτική έκδοση του Γιάννη Ρίτσου, Ποιήματα (Α' τόμος, 1978, σ. 168 άσμα VI)

 

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο ποιητής της ρωμιοσύνης ο υπέροχος, ο τεράστιος Γιάννης Ρίτσος. Ήταν 1 Μαΐου του 1909, Πρωτομαγιά, Παγκόσμια Αργία, η Παγκόσμια Ημέρα της Εργατιάς που θεωρείται  σύμβολο των μακρόχρονων αγώνων και των αμέτρητων θυσιών των λαών όλης της γης. Ημέρα που τον στιγμάτισε και έμελλε να γίνει ο υποστηρικτή της. Αξιώθηκε να πορευτεί μαζί της, να υμνήσει τους αγώνες, να θρηνήσει τους ήρωές της. Φυλακίστηκε, εξορίστηκε και εκτοπίστηκε από πολλούς άδικα, αλλά αισθανόταν πάντα υπερήφανος για τις ιδέες του και τις απόψεις του, για τα πιστεύω του στα οποία παρέμεινε πιστός έως το τέλος της ζωής του.

Ημέρα Μαγιού έγραψε και το αριστουργηματικό, το υπέρτατο ποίημα «Επιτάφιος» που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» με τον τίτλο «Μοιρολόγι» στις 12 Μαΐου του 1936. Στην πρώτη του μορφή το έργο αποτελούνταν από τρία μέρη 44 στίχων και ήταν αφιερωμένο στους εργάτες της Θεσσαλονίκης. Το 1936 κυκλοφόρησε  η 1η έκδοση σε τόμο, με τον τίτλο «Επιτάφιος». Η έκταση του έργου ήταν μεγαλύτερη-14 άσματα-224 στίχοι.Το 1956 είκοσι χρόνια μετά ακολούθησε η 2η ολοκληρωμένη έκδοση με έξι επιπλέον άσματα (X - XV), η οποία είναι και η οριστική. Η έκδοση του ’56 περιλαμβάνει 20 άσματα, αποτελούμενα από 8 δίστιχα, εκτός από το 19ο και το 20ο, που αποτελούνται από 9 δίστιχα. Οι στίχοι είναι ομοιοκατάληκτοι δεκαπεντασύλλαβοι. Ένα μοναδικό και όμορφο έργο, διαχρονικό και επίκαιρο όσο ποτέ, γιατί εργάτες υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν πάντα οπουδήποτε στην οικουμένη. Από πολλούς θεωρείται ένα μεγαλειώδες έργο, διάδοχος  της αρχαίας τραγωδίας και της μακραίωνης δημοτικής μας ποίησης. Συναρπάζει με το λαικό απλό ύφος του και προκαλέι ρίγη στον αναγνώστη, στον άνθρωπο κάθε εποχής με την αλήθεια που εκπέμπει η κάθε λέξη του, με το λυρισμό και τη μουσικότητα της ρίμας και των στίχων του.

Μελοποιήθηκε από έναν άλλο Τιτάνα της Ελλάδας τον Μίκη Θεοδωράκη. Ήταν το πρώτο μελοποιημένο έργο του Γιάννη Ρίτσου και ο ίδιος είχε κάνει την εξής δήλωση στον μεγάλο συνθέτη λέγοντάς του πως: "Ήταν τα πρώτα ποιήματα μου που είχαν μελοποιηθεί. Μου έκανε τρομερή εντύπωση, μα είναι δυνατόν η ποίηση να βρει μια πλήρη αντιστοιχία με την μουσική. Μέχρι τίνος έλεγα ότι η κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη από την βοήθεια της άλλης. Αλλά όταν έγραψες τον Επιτάφιο και αργότερα φυσικά την Ρωμιοσύνη που ήταν η μεγάλη δόξα σου, είπα πραγματικά ότι εδώ πέρα είναι ένας δρόμος για να πλησιάσει η ποίηση μέσο της μουσικής εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ".

Η αλήθεια είναι πως ήταν η αρχή, το πρώτο βήμα για να έρθει ο Έλληνας κοντά στην ποίηση γιατί ο Επιτάφιος αποτελεί έργο ξεχωριστό που συνδυάζει μοναδικά  το λαϊκό στοιχείο, την έντεχνη μουσική και την ποίηση.Ο «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου έγινε κειμήλιο των παλαιότερων γενεών, κληρονομιά της σημερινής γενιάς και των επερχόμενων. Εξωτερικεύει μία εσωτερική και πνιγμένη φωνή του παρελθόντος που αντιπροσωπεύει και αφορά και τις γενιές της σύγχρονης εποχής,  για τη καταπολέμηση της εκμετάλλευσης και της παγκοσμιοποίησης που επιβάλλει η νέα τάξη πραγμάτων.

 

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την κυρία Έρη Ρίτσου, που μου παραχώρησε απλόχερα την άδεια να χρησιμοποιήσω πληροφορίες και εικόνες από την επίσημη ιστοσελίδα του Γιάννη Ρίτσου. Η κυρία Ρίτσου είναι υπεύθυνη για το περιεχόμενο της, διαχειριστής της ιστοσελίδας είναι ο δημοσιογράφος Γιάννης Γούτης. Το link της επίσημης ιστοσελίδας που αφορά στον Γιάννη Ρίτσο είναι  http://yannisritsos.gr/

 

Γιάννης Ρίτσος - Επιτάφιος (αποσπάσματα)

 

(Θεσσαλονίκη. Μάης το 1936. Μι μάνα, καταμεσς το δρόμου,

μοιρολογάει τ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της κα πάνω της,

βουΐζουν κα σπάζουν τ κύματα τν διαδηλωτν - τν περγν καπνεργατν. κείνη συνεχίζει τ θρνο της):

 

I

Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,

πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,

πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω

καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,

Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,

τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα

καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη

πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;

Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω

καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.

Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει

κι εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

Δὲ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω

καὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

II

Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρὰ τῶν γερατειῶ μου,

ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη

χωρὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ ;

Μὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι,

μὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινὸ τραγούδι.

Μὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα,

ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα.

Νιότη ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα,

τὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα.

Καὶ τώρα ποὺ θὰ κρατηθῶ, ποὺ θὰ σταθῶ, ποὺ θἄμπω,

ποὺ ἀπόμεινα ξερὸ δεντρὶ σὲ χιονισμένο κάμπο;

Γιέ μου, ἂν δὲ σοὖναι βολετὸ νἀρθεῖς ξανὰ σιμά μου,

πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω

κι ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκὰ θὰ σὲ κρατήσω.

III

Μαλλιὰ σγουρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα

τὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο,

καμάρα ποὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμένο,

Μάτια γλαρὰ ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη

πρωινοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μὴν τὰ θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο ποὺ ὡς λάλαγες ἀνθίζαν

λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατιὰ σὰν τὰ στρωτὰ φτερούγια τῆς τρυγόνας

ποὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,

Μπούτια γερὰ σὰν πέρδικες κλειστὲς στὰ παντελόνια

ποὺ οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,

Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα,

σοῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτὸ μὲ τὴ γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,

πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;

ΙV

Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψει

τέτοιον καημό, τέτοια φωτιὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;

Πουρνὸ - πουρνὸ μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης

πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακριὰ ὁ καμπανοκρούστης.

Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνὰ - πυκνὰ ἀπ᾿ τὸ παραθύρι

καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.

Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι

κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζὶ κι ἀηδόνι.

Καὶ γὼ ἡ φτωχειὰ κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλὴ κ᾿ ἡ σκύλα,

σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνὴ ἡ ματιά μου ἐφίλα

Μιὰ - μιὰ τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θωρὶ

κι ἀγαλλόμουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.

Κι οὐδὲ κακόβαλα στιγμὴ κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω

τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρὸς τὰ βόλια νὰ κρατήσω.

Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτὲς μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα

κι, ὦ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.

V

Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,

καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.

Ἡ μπλέ σου ἡ μπλοῦζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη

θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.

Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερὸ τὸ δροσερό σου στόμα,

θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει

κι ὁ ἥλιος ἀργὸς θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρὸ περπάτημά σου

κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.

Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιὲς ἐρχόνταν

καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν

Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,

παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.

Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι

νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.

...

ΙΧ

Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ, μητέρα,

βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα.

Κι, ἄχ, Θέ μου, Θέ μου, ἂν εἴσουν Θεὸς κι ἂν εἴμασταν παιδιά σου

θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.

Κι ἂν εἴσουν δίκειος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,

κάθε πουλί, κάθε παιδὶ νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.

Γιέ μου, καλὰ μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι

κάθε φορὰ ποὺ ὁρμήνευε, κάθε φορὰ ποὺ ἐμίλει:

Ἐμεῖς ταγίζουμε ζωὴ στὸ χέρι: περιστέρι,

κ᾿ ἐμεῖς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δὲν ἔχουμε στὸ χέρι.

Ἐμεῖς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα

καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοὶ κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.

Ἄχ, γιέ μου, πιὰ δὲ μοὔμεινε καμιὰ χαρὰ καὶ πίστη,

καὶ τὸ χλωμὸ καὶ τὸ στερνὸ καντήλι μας ἐσβήστη.

Καί, τώρα, ἐπὰ σὲ ποιὰ φωτιὰ τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,

τὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;

 

Γιάννης Ρίτσος, η συνέχεια προσεχώς με ένα αφιέρωμα στο «Υπερώον».

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Ελένη Ιωάννου

Λάτρης των καλών τεχνών, με τάσεις καλλιτεχνικές, από μικρή με ένα μολύβι στο ένα χέρι και ένα βιβλίο στο άλλο, θυμάμαι τον εαυτό μου, να ζωγραφίζει και να γράφει, ακούγοντας μουσική. Ρεαλίστρια με ένα δικό μου τρόπο, αν υπάρχει ρεαλισμός γιατί η ζωή που ζούμε σήμερα κινείται πλέον στα όρια του σουρεαλισμού. Ζω την πραγματικότητά μου μέσα από την μουσική σπουδάζοντας στο Δημοτικό Ωδείο Καβάλας, ζωγραφίζοντας και γράφοντας "ό,τι μου υπαγορεύει η συνείδηση". Εμπνέομαι από ότι βλέπω γύρω μου, από τη διάθεση της στιγμής. Έχω βραβευθεί σε Αγγλικό διαγωνισμό ποίησης. Ποιήματά μου έχουν συμπεριληφθεί σε ποιητικές Ανθολογίες του Αγγλικού εκδοτικού οίκου Bonaltia L.T.D. , στο ανθολόγιο «ΣυνΠοιείν» και στο ανθολόγιο "της θάλασσας...". Συμμετέχω στο ποιητικό λεύκωμα αφιέρωμα για τα «100 Χρόνια Ελεύθερης Καβάλας», στο ανθολόγιο Παγκόσμιας Ποίησης για την Ειρήνη* και σε literary ebooks. Ποιήματά μου επίσης φιλοξενούνται και σε αξιόλογα λογοτεχνικά περιοδικά του διαδικτύου, καθώς επίσης και σε έντυπα. Γράφω άρθρα όταν έχω διάθεση και χρόνο σε γνωστά web sites. Έχω συμμετάσχει στο PoetAthon , που έχει διεξαχθεί στα πλαίσια των εκδηλώσεων του World Poetry Canada and International 2013-2014 για την Παγκόσμια Ειρήνη, (συμμετοχή στο ανθολόγιο*). Επίσης επιλέχθηκε ποίημά μου από διεθνή επιτροπή ποιητών για το Ποιητικό Λεύκωμα Αφιέρωμα στον Nelson Mandela. Είμαι μέλος του κινήματος 100Thousand Poets for Change καθώς και του World Poetry Canada and International. Με λένε Ελένη Ιωάννου και είμαι από την πανέμορφη Καβάλα. Στο παρελθόν μου έχω σπουδάσει Fashion Design , Interior Design και Make up Artist σε ιδιωτικές σχολές της Αθήνας. Παρακολούθησα για δύο χρόνια μαθήματα ζωγραφικής και αρχιτεκτονικής. Έχω στο ενεργητικό μου ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής και την εκπομπή ποικίλης ύλης «ENA STYLE» στο τοπικό κανάλι «Ena Channel» ως τηλεοπτική παραγωγός και παρουσιάστρια. Έχω παρακολουθήσει σεμινάρια θεάτρου και είμαι μέλος του «Θεάτρου Πολιτών Καβάλας». Τραγουδώ σε χορωδίες της πόλης μου. Νοιώθω τυχερή γιατί μπορώ ακόμη και στο παρόν μου να σπουδάζω μουσική και προσπαθώ να περνάω όσο καλύτερα μπορώ. Εξάλλου η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή. Πάθος για ποίηση ___Ελένη Ιωάννου Ό,τι μου υπαγορεύει η συνείδηση...

5 Σχόλια

  1. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    “Από πολλούς θεωρείται ένα μεγαλειώδες έργο, διάδοχος της αρχαίας τραγωδίας και της μακραίωνης δημοτικής μας ποίησης. Συναρπάζει με το λαικό απλό ύφος του και προκαλέι ρίγη στον αναγνώστη, στον άνθρωπο κάθε εποχής με την αλήθεια που εκπέμπει η κάθε λέξη του, με το λυρισμό και τη μουσικότητα της ρίμας και των στίχων του.”

    Ένα πραγματικά συγκλονιστικό έργο!

    Απάντηση
  2. Βαγγέλης Θερμογιάννης

    Κυρία Ιωάννου μας παρουσιάσατε ένα υπέροχο άρθρο σήμερα, Σας ευχαριστούμε!

    Απάντηση
  3. Ελένη Ιωάννου

    Τεράστιος ποιητής ο Γιάννης Ρίτσος!

    Θέλω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ, με κάνετε να νοιώθω υπέροχα αφήνοντάς με να εκφράζομαι μέσα από την ποίηση και τους ποιητές που τόσο αγαπώ, εδώ στο κέντρο των φίλων του βιβλίου και του γραπτού λόγου, το πολυαγαπημένο πλέον σε όλους “βιβλίο.net”

    Απάντηση
  4. Βαγγελης Κοντοσακος

    Ειχα ακουσει τα συγκλονιστικα τραγουδια εκατονταδες φορες. Διαβαζοντας ομως τους παραπανω στιχους διαπιστωνω οτι πραγματικα “η ποιηση βρηκε την πληρη αντιστοιχια της στη μουσικη”. Και μου φαινεται τοσο φυσιολογικο! Αλλωστε η ποιηση ειναι μια μορφη μουσικης και η μουσικη μια μορφη ποιησης. Γι’ αυτο και μιλαμε για “μουσικοτητα της γλωσσας”.

    Απάντηση
  5. Φύσσας μανώλης

    ο επιταφιος του γιαννη ριτσου ειναι ενα μοιρολόι οικουμενικο ……. αγγιζει …καθε ανθρωπο μα την ιδια ωρα ειναι και ελληνικο αντιστοιχο του υπαρξιακου δραματος μας βουτηγμενο στην χαρμολυπη με εντονες πινελιες σπαραγμου………. Χαρισ στον μικη θεοδωρακη το γνωρισαμε μαζι με αλλα επισησ ποιηματα και εγινε αφορμη να το εντρυφησουμε ολοκληρο ………… αποφευγω τα πολλα λογια που αδικουν τον ποιητικο λογο βαναυσα ……

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!