Γιατί ο Γκιλγκαμές

Δημοσίευση: 27.04.2022

Ετικέτες

Κατηγορία

γράφει ο

Ανδρέας Αντωνίου

Πολλές φορές, όταν θέλουμε να μιλήσουμε για κάποιο λογοτεχνικό κείμενο ή για κάποιον συγγραφέα, το ερώτημα που μας απασχολεί είναι το ερώτημα περί της σημασίας τού για την σύγχρονη εποχή και τον σύγχρονο αναγνώστη. Αυτό το ερώτημα γίνεται όλο και πιο επιτακτικό, όσο απομακρυνόμαστε χρονικά από το παρόν και εμφανίζεται κατά κόρον όταν μιλάμε για την αρχαία κλασική γραμματεία. Κάθε φορά που έχουμε μια νέα έκδοση κάποιου αρχαίου συγγραφέα, είτε αυτό λέγεται τραγωδία, είτε κωμωδία, λυρική ποίηση ή ακόμη και ιστοριογραφία, το ζήτημα που ταλανίζει κριτικούς και αναγνωστικό κοινό είναι «Τι σημαίνει να διαβάζουμε την αρχαία γραμματεία σήμερα» ή αλλιώς διατυπωμένο «Γιατί είναι σημαντικό να ασχολούμαστε ως σύγχρονοι αναγνώστες με κάτι που φαινομενικά μοιάζει με υλικό για κλασικούς φιλολόγους».

Στην συντριπτική πλειονότητα αυτών των απαντήσεων, ο κριτικός/αρθρογράφος δίνει μια σωστή πλην τετριμμένη απάντηση πίσω από την συλλογιστική ή την φιλοσοφία που κρύβεται πίσω από αυτό το ερώτημα: «Είναι σημαντικό να διαβάζουμε το τάδε αρχαίο κείμενο σήμερα, επειδή το εν λόγω κείμενο παραμένει σχετικό με την εποχή». Όλο το υπόλοιπο άρθρο είναι μια προσπάθεια επιχειρηματολογίας ως προς την σχετικότητα του κειμένου με την σημερινή πραγματικότητα, τις περισσότερες φορές παραλληλίζοντας αποσπάσματα από το κείμενο με γεγονότα της επικαιρότητας. Έχει σημασία να διαβάζουμε την Αντιγόνη σήμερα γιατί είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα πολιτικής ανυπακοής. Έχει σημασία να διαβάζουμε τις Τρωάδες για το αντιπολεμικό τους μήνυμα. Σε μια εποχή όπου συζητούνται τα όρια της κωμωδίας, ο Αριστοφάνης επανέρχεται στο προσκήνιο. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα και εξίσου πολλά βιβλία για το πώς η αρχαία γραμματεία παραμένει ως σήμερα σχετική με την πραγματικότητα.

Αυτή η σχετικότητα, όμως, είναι δίκοπο μαχαίρι. Στην προσπάθειά μας να αποδείξουμε πως η αρχαία/μεσαιωνική γραμματεία παραμένει σχετική ακόμη και σήμερα, παρουσιάζουμε την σχετικότητα ως το μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης των κειμένων. Τα αρχαία κείμενα έχουν αξία για τον σύγχρονο αναγνώστη εάν αυτά παρουσιάζουν μια ομοιότητα με το σήμερα, αν μπορούμε να εξάγουμε ένα μήνυμα που να είναι χρήσιμο για μας ή αν υπάρχει μια συσχέτιση με τις σύγχρονες συμβάσεις της λογοτεχνίας. Αν σε αυτή τη συλλογιστική προσθέσει κανείς την ιστορική σχέση της δυτικής λογοτεχνίας με την αρχαία Ελλάδα, τότε η σχετικότητα γίνεται μονόδρομος. Είναι εξαιρετικά απλό να καταδείξει κάποιος την σχετικότητα του αρχαίου θεάτρου, όταν αφενός η αρχαία τραγωδία έχει εμπνεύσει σπουδαίους μεταγενέστερους θεατρικούς συγγραφείς (από τον Σαίξπηρ και τον Ρακίνα, μέχρι τον Ανουίγ και τον Μίλλερ) και αφετέρου πολλές από τις συμβάσεις του αρχαίου θεάτρου έχουν επιβιώσει μέχρι και σήμερα.

Η σχετικότητα που εν μέρει επιβεβαιώνει την διαχρονικότητα των κειμένων είναι ένα τεράστιο και σημαντικό κομμάτι όσον αφορά την αξιολόγηση των κειμένων, αλλά εν μέρει τυφλώνει την κριτική μας ικανότητα ακριβώς γιατί δεν είμαστε αμερόληπτοι απέναντί τους. Η συγγένεια που οφείλουμε να αναγνωρίζουμε προκειμένου να αναγνωρίσουμε την αξία τους, μας απομακρύνει από άλλες πτυχές αυτής της αξίας. Εν ολίγοις, αν για κάθε κείμενο (αρχαίο, μεσαιωνικό, αναγεννησιακό) πρέπει να αναγνωρίσουμε μια σχετικότητα με το σήμερα για να αναγνωρίσουμε μια αξία, τότε αρνούμαστε την αξία του όταν αυτό μας φαίνεται ανοίκειο ή ξένο, όταν μας είναι παντελώς άσχετο ή αδιάφορο.

Αυτή πιστεύω είναι και η περίπτωση του Γκιλγκαμές, ενός κειμένου τόσο άσχετου με το σήμερα, τόσο εκτός των συμβάσεων που έχουμε συνηθίσει, ενός κειμένου τόσο προβληματικού – εν μέρει λόγω της αποσπασματικότητας του – που πιστεύω βάζει σε μεγάλη δοκιμασία την έννοια και την αξία της σχετικότητας στην κριτική των αρχαίων κειμένων.

Το έπος του Γκιλγκαμές είναι ένα σουμερικό έπος το οποίο χρονολογείται στην Τρίτη δυναστεία των Ουρ, δηλαδή κάπου στα 2100 π.Χ με τις παλαιότερες πινακίδες του κειμένου να χρονολογούνται στα 1800 π.Χ. Πραγματεύεται την ιστορία του Γκιλγκαμές, βασιλιά της Ουρούκ, και του Έκιντου, ενός ανθρώπου δημιουργημένου από πηλό, τον οποίο έφτιαξαν οι Θεοί για να αντιμετωπίσει τον Γκιλγκαμές. Οι δύο παλεύουν, όμως στο τέλος γίνονται φίλοι, μπαίνουν σε καινούργιες περιπέτειες, μέχρι που ο Ένκιντου πεθαίνει. Ο Γκιλγκαμές τον θρηνεί και προκειμένου να κερδίσει την αθανασία, ο Γκιλγκαμές διασχίζει τα νερά του θανάτου για να συναντήσει τον Ουτναπιστίμ που κατέχει το μυστικό της αθανασίας. Ο Γκιλγκαμες αποτυγχάνει να γίνει αθάνατος, επιστρέφει στην Ουρουκ όπου καταλαβαίνει πως ο μόνος τρόπος για να αποκτήσει κανείς την αθανασία είναι μέσω του ανθρώπινου πολιτισμού.

To έπος του Γκιλγκαμές  – το οποίο υπάρχει μεταφρασμένο στα ελληνικά από την Αύρα Ward και τις εκδόσεις Ιστός – είναι ένα αποσπασματικό κείμενο. Από ολόκληρο το έπος σώζονται ακέραιες μόνο οι αρχικές πλάκες, ενώ οι υπόλοιπες είτε λείπουν εξολοκλήρου είτε παρουσιάζουν σημαντικά κενά. Πολλά από τα βασικά γεγονότα της πλοκής λείπουν, και η μεταφράστρια παραθέτει τις εικασίες των φιλολόγων για τα αποσπάσματα που έχουν χαθεί. Το αποτέλεσμα είναι μια κατακερματισμένη αφήγηση, μια αφήγηση που στο ένα σημείο αφήνει τους χαρακτήρες σε μια κατάσταση και τους αναλαμβάνει στο επόμενο σημείο σε μια εντελώς διαφορετική συνθήκη.

Το δεύτερο σημείο που θα εντοπίσει κανείς διαβάζοντας τον Γκιλγκαμές είναι οι εκτενείς επαναλήψεις του κειμένου. Οι επαναλήψεις δεν περιορίζονται σε στερεότυπες εκφράσεις, αλλά σε ολόκληρες σελίδες του βιβλίου. Για παράδειγμα, όταν στην Πινακίδα IV ο Γκιλγκαμές ξυπνάει από τρεις διαφορετικές αιτίες, πιστεύοντας πως τον είχε ξυπνήσει ο Ενκιντού, απευθύνεται στον φίλο του με τα ίδια λόγια και εξηγεί το ίδιο όνειρο επίσης τρεις φορές. Αυτές οι εκτενείς επαναλήψεις βοηθούν το έργο των φιλολόγων που μπορούν με βάση τις διασωθείσες εκφράσεις, να εικάσουν αυτές που έχουν χαθεί, αλλά κουράζουν τον αναγνώστη που είναι αναγκασμένος να διαβάσει τρεις φορές το ίδιο πράγμα.

Ακόμη κι αν ο αναγνώστης επιλέξει να παραβλέψει τα κενά και τις επαναλήψεις, θα αντιληφθεί πως το Έπος του Γκιλγκαμές απέχει πολύ από την δομική συνοχή της επικής αφήγησης που μας έχει κληροδοτηθεί από τον Όμηρο. Οι αλλαγές που γίνονται μέσα στο κείμενο είναι τόσο απότομες και αψυχολόγητες, που ακόμη και στα ακέραια αποσπάσματά του, ο αναγνώστης δυσκολεύεται να ακολουθήσει την ροή της αφήγησης και την εναλλαγή των γεγονότων. Επιπρόσθετα, επειδή το Έπος του Γκιλγκαμές εστιάζει στα γεγονότα της πλοκής, αφήνει απ’ έξω πολλές σημαντικά στοιχεία όπως τα κίνητρα των ηρώων του ή τις ψυχολογικές του μεταπτώσεις. Μια φράση στο κείμενο είναι αρκετή για να οργιστούν οι θεοί με τον Γκιλγκαμές ή ο Γκλιγκαμές να γίνει φίλος με τον Ενκιντού.

Τα τρία αυτά περιγραφικά στοιχεία μας οδηγούν σε μια αξιολογική διαπίστωση που σχετίζεται με το αρχικό μας ερώτημα: Ο Γκιλγκαμές είναι ένα κείμενο τόσο ξένο και ανοίκειο προς τον σύγχρονο αναγνώστη, τόσο ελλιπές από πάρα πολλές οπτικές γωνίες, που αδυνατεί να αποκομίσει οποιοδήποτε αισθητικό ενδιαφέρον. Αν αυτό ισχύει – τουλάχιστον ισχύει προσωπικά για τον γράφοντα – το ερώτημα «Γιατί ο Γκιλγκαμές» γίνεται ακόμη πιο δύσκολο στο να απαντηθεί.

Φτάνοντας σε αυτό το αδιέξοδο, ο αναγνώστης θα αντιληφθεί πως το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο κείμενο, αλλά σε μας τους ίδιους. Έχουμε τόσο πολύ βυθιστεί στην λογοτεχνία και στην τέχνη γενικότερα, έχουμε ασχοληθεί και καταναλώσει τόσα πολλά λογοτεχνικά κείμενα τα τελευταία τρεις χιλιάδες χρόνια που οι «λογοτεχνικοί μας αισθητήρες» μπορούν να διακρίνουν μόνο την λάμψη ενός καλά επεξεργασμένου διαμαντιού, αλλά όχι να εκτιμήσουν την ωμή, τραχιά, πρώτη ύλη του Γκιλγκαμές.

Ο Γκιλγκαμές, όπως τον ερμηνεύω, είναι ένας μακρινός πρόγονος με τον οποίο συγκριτικά έχουμε ελάχιστες επιφανειακές ομοιότητες. Δεν έχει την δράση και την ένταση του Ομήρου, δεν έχει τις εξάρσεις των λυρικών, δεν έχει τον διδακτισμό του Ησιόδου, δεν έχει την δομή και το βάθος των τραγικών. Δεν είναι ξένο ως προς εμάς, αλλά ανοίκειο. Αν το δει κανένας σε αντιπαραβολή με οποιοδήποτε άλλο κείμενο που γράφτηκε έκτοτε, θα δει πως υστερεί σε πολλά πράγματα.

Κι εκεί θα ήταν το λάθος. Τον Γκιλγκαμές δεν το συγκρίνεις σε αντιπαραβολή αλλά σε βάθος χρόνου. Είναι το θεμέλιο ή ο πυρήνας γύρω από τον οποίο έχει χτιστεί ολόκληρη η δυτική λογοτεχνία. Είναι τραχύς και δύσκολος και ακατανόητος και πρωτόγονος, αλλά είναι πάνω σε αυτό που βασιστήκαμε για να καταφέρουμε να κατακτήσουμε το μεγαλείο της λογοτεχνίας. Ο ανθρώπινος πολιτισμός – τόσο σε τεχνολογικό όσο και σε πνευματικό επίπεδο – δεν εμφανίστηκε όπως υφίσταται σήμερα. Υπήρξε μια μακραίωνη πορεία και σε ό,τι αφορά την λογοτεχνία, ο Γκιλγκαμές ήταν μία από τις απαρχές της.

Κι αυτή είναι η αξία του Έπους του Γκιλγκαμές. Ο Γκιλγκαμές είναι η απάντηση ίσως στο πιο επίκαιρο ερώτημα που μπορεί να θέσει κάποιος για την λογοτεχνία. Τι θα ήταν η λογοτεχνία αν αφαιρούσαμε από αυτήν όλη την επιτήδευση, όλη την επεξεργασία, όλη την θεωρία από πίσω της; Η απάντηση είναι ο βασικός πυρήνας που φαίνεται στην πιο αυθεντική του μορφή στον Γκιλγκαμές. Ο Γκιλγκαμές είναι μια πρωταρχική κραυγή. Στο έργο φαίνεται με τον πιο εμφατικό τρόπο, όχι το ύψος της λογοτεχνίας, αλλά η πηγή της. Το ερώτημα «τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο ή μια κοινωνία να στραφεί στην λογοτεχνία» γίνεται περισσότερο κατανοητό στον Γκιλγκαμές για ένα και μοναδικό λόγο: Εμείς αναγνωρίζουμε την λογοτεχνία ως παράδοση, ως κάτι που μας κληροδοτήθηκε από τους προηγούμενους λογοτέχνες. Στον Γκιλγκαμές αναγνωρίζουμε την λογοτεχνία ως σκοπό, ως στόχο, ως ανάγκη, ως μια επινόηση του ανθρώπινου μυαλού για να καλύψει ένα κενό που νιώθει.

Βλέποντας τον Γκιλγκαμές, το σημείο από όπου άρχισαν όλα, ο αναγνώστης νιώθει πως αναλαμβάνει με έναν διαφορετικό τρόπο την λογοτεχνία. Δεν σχετίζεται μαζί της στο σήμερα, φέρνοντάς την στα δικά του μέτρα, αλλά στο τότε, μπαίνοντας ο ίδιος στην θέση ενός Σουμέριου που ακούει την ιστορία. Κι αυτό που ακούει είναι μια ηρωική διήγηση, περιπέτειες, και πάθη, μέσα από τα οποία μπορεί να εξαγάγει κάποια διδάγματα και κάποια μαθήματα ζωής.

Και αυτό που μένει περισσότερο από όλα είναι η διαπίστωση πως η λογοτεχνία, με όλη της την επεξεργασία και την εξέλιξη, διατηρεί στο βάθος της το ίδιο πνεύμα, τόσες χιλιάδες χρόνια μετά.

Ακολουθήστε μας

Εκπαιδευτική εργαλειοποίηση

Εκπαιδευτική εργαλειοποίηση

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Η σημαντικότερη κοινωνική αναγκαιότητα που επιτελεί, ή οφείλει να επιτελεί το σχολείο, είναι να απονείμει την ιδιότητα του πολίτη σε κάθε μαθητή ανεξαιρέτως και αδιαλείπτως. Πολίτης, σύμφωνα με τον ορισμό[1] του Αριστοτέλη, είναι αυτός...

Διανυκτέρευση

Διανυκτέρευση

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - (σπουδή στην απαισιοδοξία) Διανυκτερεύεις με όνειρα βρώμικα, σαν το χαλάκι που περιμένει μάταια όλη του τη ζωή έξω από την πόρτα και μέσα δε θα μπει ποτέ. Ύστερα αναρωτιέσαι γιατί σού φταίει το πρωινό, η ρουτίνα, οι άλλοι, το σύστημα,...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Διανυκτέρευση

Διανυκτέρευση

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - (σπουδή στην απαισιοδοξία) Διανυκτερεύεις με όνειρα βρώμικα, σαν το χαλάκι που περιμένει μάταια όλη του τη ζωή έξω από την πόρτα και μέσα δε θα μπει ποτέ. Ύστερα αναρωτιέσαι γιατί σού φταίει το πρωινό, η ρουτίνα, οι άλλοι, το σύστημα,...

Κωνσταντίνος Μπούρας: Φάος. ΛΕΞΙΚΑΝΘΑΡΟΣ. α-ΦΘΟΝΙΑ ΦΩΤΟΣ

Κωνσταντίνος Μπούρας: Φάος. ΛΕΞΙΚΑΝΘΑΡΟΣ. α-ΦΘΟΝΙΑ ΦΩΤΟΣ

Κωνσταντίνος Μπούρας: Φάος. ΛΕΞΙΚΑΝΘΑΡΟΣ. α-ΦΘΟΝΙΑ ΦΩΤΟΣ. «Ο Δον Κιχώτης κυνηγάει μύλους Που δεν γυρίζουν πια. Για την ακρίβεια, έχουν γκρεμιστεί. Ο αέρας όμως λυσσομανάει» Κωνσταντίνος Μπούρας _ γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης -   Από τις εκδόσεις Νίκας, πριν από λίγο...

Ο Θείος Πλάτων: Μεταφυσικές προσεγγίσεις στο έργο της Άλκης Ζέη

Ο Θείος Πλάτων: Μεταφυσικές προσεγγίσεις στο έργο της Άλκης Ζέη

- γράφει ο Ανδρέας Αντωνίου - Εκ προοιμίου μπορούμε να αποφανθούμε για το προφανές. Δεν υπάρχουν μεταφυσικές προεκτάσεις στο κείμενο της Άλκης Ζέη Ο Θείος Πλάτων, τουλάχιστον όχι προγραμματικά. Ως βιβλίο που απευθύνεται σε παιδιά του δημοτικού ή σε νεαρούς εφήβους, το...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου