γράφει ο

Ανδρέας Αντωνίου

 

Ο Νίτσε έγραφε στον Ζαρατούστρα του πως αν κάποιος πρέπει να αγαπάει τους εχθρούς του, τότε πρέπει να και να μπορεί να μισεί τους φίλους του. Επίσης έγραφε πως δεν πληρώνει καλά τον δάσκαλό του αυτός που μένει μαθητής του. Την σήμερον ημέρα, όπου όλοι – ποιητές και κριτικοί – φροντίζουν να τα έχουν καλά με όλους, όπου κανένας δεν υποδεικνύει (πάντα με καλή διάθεση) τις αστοχίες των άλλων, έστω και ως υποκειμενική γνώμη, την σήμερον ημέρα όπου φοβόμαστε και ντρεπόμαστε να δούμε τις αδυναμίες μας, και άρα στερούμε από τους εαυτούς μας την ευκαιρία να γίνουμε καλύτεροι, είναι σημαντικό να έχουμε τα αυτά τα δύο διδάγματα του Νίτσε υπόψη μας.

Έτσι κι εγώ θα στραφώ με όλη την καλή και κριτική διάθεση απέναντι σε ένα ρεύμα με το οποίο έχει και το δικό μου όνομα συνδεθεί, απέναντι στο ρεύμα του νεοφορμαλισμού. Σε αυτό το κείμενο θα επιχειρήσω να εκθέσω τον βασικό προγραμματικό του στόχο, να επιχειρηματολογήσω υπέρ των σημείων, στα οποία προσωπικά πιστεύω πως έχει δίκιο, αλλά και να υποστηρίξω πως σήμερα, εν έτει 2020, ο νεοφορμαλισμός ως έχει δεν είναι αρκετός και πως πρέπει να ακολουθήσει έναν διαφορετικό δρόμο πλεύσης, χωρίς παράλληλα να αρνείται τις βασικές του καταβολές.

Ο νεοφορμαλισμός είναι ένα σχετικά νέο ρεύμα – ο όρος new formalism εντοπίζεται σε ένα άρθρο του 1985 – ο οποίος έχει ως βασική αρχή την επιστροφή της ποίησης στον ρυθμό και την ομοιοκαταληξία, δηλαδή στην παραδοσιακή φόρμα της ποίησης. Όπως προτείνει και ο Νάσος Βαγενάς, στόχος είναι η επαναμάγευση της ποίησης και του στίχου ή η επαναμετροποίηση της ποίησης – στοιχεία σημαντικά με τα οποία θα ασχοληθούμε. Ο νεοφορμαλισμός χαρακτηρίζεται από πολλούς ως μια συντηρητική στροφή στην ποίηση, εξαιτίας της σχέσης του με την παράδοση, αν και κατά την γνώμη μου μια τέτοια κριτική είναι επιδερμική και ως εκ τούτου αδόκιμη.

Ο νεοφορμαλισμός κάνει μια εξαιρετικά εύστοχη διάγνωση για την σύγχρονη ποίηση. Δεδομένου πως βασικός στόχος του μοντερνισμού στην ποίηση ήταν να αρνηθεί την παράδοση και να προτείνει νέους τρόπους έκφρασης (από τις σκληρές αρνήσεις του ντανταϊσμού και του φουτουρισμού, μέχρι στις πιο ήπιες φωνές του υπερρεαλισμού), η σύγχρονη ποίηση με την έλλειψη ρυθμού και τον ελεύθερο στίχο έχει αρχίσει να οδηγείται στο αδιέξοδο που η ίδια δημιούργησε. Ιδιαίτερα μετά την έλευση του μεταμοντερνισμού και των θεωριών του αναγνώστη, το αδιέξοδο έγινε ασφυκτικό. Αν όλα είναι υποκειμενικά στην ποίηση, αν ο καθένας μπορεί να γράψει ό,τι του κατέβει, κι αν δεν υπάρχει κανένα όριο που να προσφέρει μια αίσθηση κατεύθυνσης στο χώρο της ποίησης, τότε η ίδια η ποίηση αυτοαναιρείται: Αν όλα μπορούν να είναι ποίηση, τότε τίποτα δεν είναι ποίηση.

Ο νεοφορμαλισμός ορθώς εντοπίζει το πρόβλημα στην απουσία κριτηρίων στην ποίηση, κριτήρια τα οποία θα μας επέτρεπαν να ξεχωρίσουμε τους αμνούς από τα ερίφια, την καλή λογοτεχνία από την κακή λογοτεχνία, τους ανθρώπους που ξέρουν να χειρίζονται τον λόγο, από τους λογοτέχνες που δεν κατέχουν ούτε τον λόγο, ούτε την τέχνη. Ενώ ο έμμετρος καλός στίχος ξεχωρίζει από τον κακό στίχο όπως το διαμάντι ξεχωρίζει από το γυαλί, ο ελεύθερος στίχος δεν προσφέρει αυτή την ευκολία.

Βέβαια το πρόβλημα δεν το εντοπίζουμε μόνο στην φόρμα – κι εδώ πρέπει να εμπλουτίσουμε την κριτική του νεοφορμαλισμού. Το γεγονός πως με τον μοντερνισμό τα ποιήματα γίνονται ερμητικά και κρυπτικά, που το νόημα χάνεται πίσω από δεύτερες και τρίτες αναγνώσεις, μας κάνει να είμαστε σκεπτικοί ακόμη και με αυτά που θεωρητικά θα ήθελε να μας πει το ποίημα. Ειδικά μετά τον υπερρεαλισμό, το νόημα έχει χαθεί παντελώς, πίσω από ονειρικές μεν, αλλά ακατανόητες διατυπώσεις, όπου ο αναγνώστης δεν μπορεί να καταλάβει αν αυτό που διαβάζει είναι όντως «τόσο βαθύ που δεν το καταλαβαίνει» ή «ένα φύκι που προσπαθεί παρουσιάσει τον εαυτό του για μεταξωτή κορδέλα». Στον μεταμοντερισμό αυτό αγγίζει το ζενίθ. Πλέον μπορούμε να μιλάμε για μια ποίηση σχεδόν προκάτ, όπου ο ποιητής πετάει λέξεις ξέμπαρκες, σαν τα ξύλα των επίπλων, σου πετάει κάποια θεωρητικά εργαλεία – τα οποία προκαλούν περισσότερα προβλήματα από όσα επιλύουν – και λέει με άπειρο θράσος προς τον αναγνώστη, «εκεί είναι το ποίημα φτιάξ’ το μόνος σου», και αναφέρομαι φυσικά στην ερμηνεία του αναγνώστη ως δημιουργία του νοήματος του ποιήματος.

Δεν είναι άδικα που ο κόσμος δεν ασχολείται με την ποίηση, όταν οι ίδιοι οι ποιητές δεν ασχολούνται με αυτήν, αλλά βάζουν τον αναγνώστη να κάνει την δουλειά τους. Δεν είναι άδικα που η συλλογική ιδέα που έχει ο κόσμος για την ποίηση είναι πως δεν λέει τίποτα, την στιγμή που οι ίδιοι οι μεταμοντέρνοι δέχονται πως όντως ο αναγνώστης αποφασίζει τι λέει το ποίημα – άρα ο ποιητής δεν είναι υποχρεωμένος να γράψει κάτι με συνοχή. Και βεβαίως δεν είναι άδικα σε αυτό τον κυκεώνα νοήματος που ολοένα τρεμοσβήνει, που υπάρχει μια αντίδραση που θέλει να επιστρέψει πίσω σε ένα στέρεο έδαφος και να επαναπροσεγγίσει τα παραδοσιακά μέτρα, την παραδοσιακή μετρική και την παραδοσιακή στιχουργική.

Χωρίς να είμαι ειδικός στον νεοφορμαλισμό – ό,τι γράφω είναι απλώς η δική μου εντύπωση την οποία αποκόμισα διαβάζοντας ποιήματα και τραγούδια των νεοφορμαλιστών – θα έλεγα πως η πρώτη (και πιο γνωστή) γενιά των νεοφορμαλιστών (Καψάλης, Λάγιος, Κοροπούλης) είχε το πιο δύσκολο έργο, και ως εκ τούτου τις μεγαλύτερες αστοχίες.

(Αντιλαμβάνομαι το θράσος που χρειάζεται για να ασκήσει κριτική κάποιος σε τόσο καταξιωμένους ποιητές, αλλά μην ξεχνάτε τις βασικές αρχές του άρθρου: Πρέπει να μισούμε τους φίλους μας και να μην μένουμε μαθητές των δασκάλων μας).

Για παράδειγμα παρατηρώ μια ιδιαίτερα αυξημένη χρήση των διασκελισμών σε αυτά τα ποιήματα, όπου το νόημα του ενός στίχου σπάει και συνεχίζεται στον δεύτερο στίχο. Αυτό είναι φυσικά αναγκαίο για την διατήρηση του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας του ποιήματος, δηλαδή αυτό που συντελεί την αυστηρή φόρμα του, όμως ο διασκελισμός έχει ένα τεράστιο πρόβλημα: Διαρρηγνύει την σχέση μεταξύ νοήματος και ρυθμού. Αυτό μας οδηγεί σε δύο αντιφατικές αναγνώσεις των ποιημάτων: Είτε θα το διαβάσει κανείς μετρικά, διατηρώντας τον ρυθμό και την ομοιοκαταληξία, θυσιάζοντας όμως το νόημα (καθώς το νόημα θα μένει μισό στο τέλος του στίχου ή της στροφής και θα πρέπει να συνεχιστεί στον επόμενό/η), είτε θα το διαβάσει νοηματικά, θυσιάζοντάς όμως την μουσική και την ομοιοκαταληξία.

Επίσης, σε κάποια από αυτά τα ποιήματα διακρίνω επίσης την ίδια ερμητικότητα και κρυπτικότητα, η οποία εντοπίζεται και στον μοντερνισμό. Μία πιθανή ερμηνεία είναι πως η πρώτη γενιά νεοφορμαλιστών είναι ακόμη βαθύτατα επηρεασμένη από την γενιά του 30 και την μεταπολεμική ποίηση – μια επίδραση την οποία μπορούμε εντοπίσουμε ακόμη και στην σημερινή ποίηση. Άλλη ερμηνεία θα μπορούσε να ήταν πως ο περιορισμός της φόρμας – της ομοιοκαταληξίας, του μέτρου και των περιορισμένων συλλαβών – οδηγεί σε ασυνήθιστες, ίσως βεβιασμένες, διατυπώσεις που θυσιάζουν το νόημα στο βωμό της φόρμας.

Παραδείγματα πολλά:

Τώρα τα μάγια μου χαθήκαν

Κι η δύναμη μου λιγοστεύει:

Οι στίχοι απ’ το ‘να αυτί σας μπήκαν

Κι απ’ τ’ άλλο βγήκαν… Κοντεύει

 

Η στροφή αυτή από το Τραγούδι του Πρόσπερο του Κοροπούλη τελειώνει με ένα ρήμα. Κοντεύει. Τι κοντεύει; Η φόρμα της στροφής κλείνει, αλλά το νόημα μένει μετέωρο, μέχρι τον πρώτο στίχο της επομένης: η ώρα μου να μπαρκάρω. Αλλά αν κάποιος κάνει τον διασκελισμό και το διαβάσει μαζί: Κοντεύει η ώρα μου να μπαρκάρω, θα χάσει το μέτρο και την ομοιοκαταληξία που τελειώνει στο κοντεύει.

Στο Μετά Χριστόν του Καψάλη διαβάζουμε:

Ξοδεύεται κι ύστερα πέφτει

Στον ίδιο αξόδευτο βραχνά

Στον ουρανό, παλιό καθρέφτη

Τα φώτα της ψυχής αχνά

 

Παρόλο που δεν υπάρχει διασκελισμός σε αυτό, η διατύπωση θυμίζει υπερρεαλιστικό ποίημα όπου τα φώτα της ψυχής είναι αχνά (προφανώς γιατί κάνουν τέλεια ομοιοκαταληξία με τον βραχνά), ο βραχνάς είναι αξόδευτος και ο ουρανός συνδέεται με ασύνδετο σχήμα με την παρομοίωσή του, στον ουρανό (που μοιάζει σαν) παλιό καθρέφτη, για να επιτευχθεί το μέτρο.

Βέβαια, δεν επιδιώκουμε ούτε να απαξιώσουμε το αντικειμενικά σημαντικό έργο των εν λόγω ποιητών, ούτε να μηδενίσουμε την αξία που είχε και έχει το ρεύμα του νεοφορμαλισμού. Τουναντίον, πιστεύω ακράδαντα πως μέσα από το φως της κριτικής αναδεικνύονται μαζί με τα αδύναμα σημεία και τα δυνατά, όπως το φυσικό φως αποκαλύπτει τόσο το ίδιο όσο και το σκοτάδι, σύμφωνα με τον Σπινόζα. Κι αν, όπως προανέφερα, αυτές ήταν οι δυσκολίες των πρώτων νεοφορμαλιστών, που έπρεπε να ανοίξουν τον παλιό δρόμο της φόρμας, του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας από τα χόρτα και τα κλαδιά του μοντερνισμού, οι σύγχρονοι νεοφορμαλιστές βαδίζουν αισθητά πιο άνετα σε αυτόν τον δρόμο, βελτιώνοντας ολοένα την χρήση της ομοιοκαταληξίας και του ρυθμού.

Παρόλα αυτά δεν μπορώ παρά να εστιάσω σε ένα βασικό σημείο που με προβληματίζει.

Ο νεοφορμαλισμός έχει ως βασικό του προγραμματικό πυρήνα την έννοια της επαναμάγευσης του στίχου –  το οποίο προσωπικά το ερμηνεύω ως την επιστροφή στην μαγεία και την φαντασία που κυριαρχούσαν στην τέχνη, και με τα οποία αποστασιοποιηθήκαμε στα λογοτεχνικά κινήματα του 20ου αιώνα. Αυτός ο στόχος όμως δεν νιώθω πως επιτυγχάνεται. Όταν διαβάζω τους νεοφορμαλιστές νιώθω θαυμασμό απέναντι στον τρόπο που μεταχειρίζονται το μέτρο και την ομοιοκαταληξία, αλλά την δημιουργική φαντασία που ανακαλύπτω σε παλαιότερα κείμενα – αυτά τα οποία ο νεοφορμαλισμός θέλει θεωρητικά να επαναπροσεγγίσει, να τα ξαναφέρει στο προσκήνιο – δεν την εντοπίζω.

Ένας από τους λόγους είναι η προσκόλληση στην φόρμα, κάτι που καταλήγει να είναι αυτοσκοπός και όχι ως ένα μέσο για την επίτευξη της μαγείας. Πρέπει να ρωτήσουμε τους εαυτούς μας γιατί η φόρμα είναι σημαντική και πως αυτή αναδεικνύει την μαγεία της τέχνης. Πρέπει να ξαναδούμε πως η μουσικότητα και ο ρυθμός στην ποίηση αναβαθμίζει το νόημα, πως οι λέξεις που ομοιοκαταληκτούν στο τέλος κάθε δεκαπεντασυλλάβου δημιουργούν μια αισθητική, πέρα από την σημασία που έχουν οι λέξεις τους. Με άλλα λόγια, αυτό που νιώθει κανείς στον νεοφορμαλισμό, δηλαδή το «η ομοιοκαταληξια και το μέτρο με κάθε κόστος», είναι κάτι που στο τέλος ζημιώνει το ποίημα. Δεν λέω να επιστρέψουμε στο χάος του ελεύθερου στίχου, αλλά όπως δεν είναι κάθε ελεύθερος στίχος, βαθυστόχαστος, έτσι δεν είναι και κάθε πρωτότυπη ομοιοκαταληξία επιτυχημένη.

Αν μιλάμε λοιπόν για μια «επαναμάγευση», πρέπει  πρώτα να δούμε που βρισκόταν αυτή η μαγεία ευθύς εξαρχής. Στον 20ο αιώνα υπήρξαν, κατά τη γνώμη μου δύο παραδείγματα τα οποία α) αξιοποίησαν την φόρμα με μοναδική αρτιότητα και τεχνική και β) οι στίχοι τους φημίζονται για την μαγεία και την φαντασία τους γ) τα ονόματά τους δεν συνδέθηκαν με κανένα ρεύμα, και ούτε με τον νέοφορμαλισμό.

Αναφέρομαι φυσικά στον Τόλκιν και τον Καββαδία, δύο ονόματα τα οποία δεν έχουν την παραμικρή σχέση μεταξύ τους.

Ξεκινώντας από τον Καββαδία, μπορούμε να πούμε πως έχει όλα τα στοιχεία που θα ταίριαζαν σε ένα νεοφορμαλιστή, μόνο που χρονικά ο Καββαδίας συμπίπτει με την γενιά του τριάντα (η οποία δεν τον αναγνώρισε ποτέ ως ποιητή). Ο Καββαδίας παρόλα αυτά έχει μερικές διαφορές με τους νεοφορμαλιστές σε δύο σημεία: Πρώτον όσον αφορά την τεχνική. Ο Καββαδίας έχει αυστηρή ομοιοκαταληξία και εξίσου αυστηρό μέτρο και ρυθμό. Παρόλα αυτά καμία στροφή και κανένας στίχος του δεν είναι βεβιασμένος, δεν έχει κανέναν διασκελισμό ή αν έχει είναι ανεπαίσθητος, πουθενά δεν χάνεται ούτε το νόημα, ούτε ο ρυθμός του. Διαβάζοντας τον Καββαδία, ο αναγνώστης αποκομίζει μια τέτοια φυσικότητα στην γραφή του, μια γραφή που τονίζω έχει εξαιρετικά πολλούς περιορισμούς – σε αντίθεση με την επιτήδευση που αισθάνεται στον νεοφορμαλισμό. Δεύτερον, η μαγεία των ταξιδιών του, οι νέες χώρες, η ναυτική ορολογία, αποκαλύπτουν μια πηγαία φαντασία – ειδικά στις ιστορίες που αφηγείται στο Μαραμπού – σε σημείο που ο αναγνώστης χάνεται κυριολεκτικά μέσα στους στίχους του. Στον Καββαδία έχουν φτάσει ίσως στον μέγιστο βαθμό όλα τα στοιχεία στα οποία στοχεύει ένας νεοφορμαλιστής: αυστηρή φόρμα, μέτρο, φυσικότητα, φαντασία, επαναμάγευση της γλώσσας.

Τα ίδια στοιχεία βρίσκουμε και στον Τόλκιν, από μια άλλη μεριά, αυτή της λογοτεχνίας του φανταστικού. Αν κάποιος διαβάσει τα ποιήματα του, όπως το εκτενές Far Over the Misty Mountains Cold, θα εντοπίσει όλα τα στοιχεία που εντοπίσαμε στον Καββαδία, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή ομοιότητα. Αυστηρές ομοιοκαταληξίες, αυστηρό μέτρο, μαγεία, φαντασία, αίσθηση περιπέτειας. Όμως ο Τόλκιν – και σε αυτό το σημείο ξεπερνά τον Καββαδία – δεν είναι ένας από τους λίγους καλούς μάστορες της γλώσσας και της ρίμας. Είναι ταυτόχρονα και ένας λόγιος, ένας άνθρωπος που πέρα από την τέχνη του, γνωρίζει και την ιστορία της. Καθηγητής γλωσσολογίας στην Οξφόρδη, με σημαντικό κριτικό και ερμηνευτικό έργο σε θέματα όπως ο Μπέογουλφ, ο Κούλλερβο, η Έντα, οι αρθουριανοί μύθοι του Μόνμαουθ και του Μάλλορυ, το έπος των Νιμπελούγκεν και άλλα πολλά., ο Τόλκιν αντλεί την τέχνη του από ένα πηγάδι πολύ πιο βαθύ και πολύ πιο καθαρό από το πηγάδι των νεοφορμαλιστών.

Και σε αυτό το σημείο αρχίζει να φαίνεται ο δρόμος που κατά τη γνώμη μου πρέπει να στραφεί ο νεοφορμαλισμός. Αν ευαγγελιζόμαστε την «επαναμάγευση» του στίχου, δηλαδή την επανάκτηση ενός στοιχείου που σύμφωνα με τον νεοφορμαλισμό έχουμε απωλέσει, τότε πρέπει να αναλάβουμε τον ίδιο ρόλο που ανέλαβε και η Αναγέννηση και να δημιουργήσουμε μια γέφυρα μεταξύ των δύο σημείων, να ξαναπιάσουμε δηλαδή το νήμα από εκεί που προγραμματικά το έκοψε  νεωτερικότητα.

Βεβαίως, κάποιος θα μπορούσε να πει πως οι επιδράσεις του νεοφορμαλισμού όντως στοχεύουν σε μια τέτοια γέφυρα. Βλέπουμε αναφορές στον Κήτς, βλέπουμε μεταφράσεις σπουδαίων ποιητών, όπως του Πόε και του Μύλλερ, βλέπουμε μια τάση επαναπροσέγγισης της αρχαίας κληρονομιάς, είτε μεταφραστικά είτε αφομοιώνοντάς την στο σύγχρονο γίγνεσθαι. Σίγουρα η συνειδητή προσπάθεια είναι εκεί και αφήνει το δικό της στίγμα, όμως αυτή η προσπάθεια πρέπει να διευρυνθεί όσο το δυνατόν περισσότερο διότι μέχρι στιγμής πιστεύω πως είναι περιορισμένη. Για κάθε αναφορά που κάνουμε στον Κήτς πρέπει να έχουμε στον μυαλό μας τον Μπάυρον και τον Σέλλεϋ και τον Μάτουριν, για κάθε αναφορά στον Πόε πρέπει να σκεφτόμαστε τον Έμερσον και τον Τουέην, για κάθε μετάφραση του Μύλλερ πρέπει τα μάτια μας να κοιτούν παράλληλα τον Γκαίτε και τον Σίλλερ και τον Χαίλντερλιν. Κι αν η εθνική μας ταυτότητα μας τραβάει τρόπον τινά στην κλασική αρχαιότητα, πρέπει να διευρύνουμε τους ορίζοντές μας προς κάθε κατεύθυνση, προς τα σκανδιναβικά saga, τα γερμανικά lieder, τον Μπέογουλφ, τα Νιμπελούγκεν, το Heldenbuch, τους μεσαιωνικούς μύθους, τα Carmina Burana, κι ακόμη περισσότερο προς τον Αριόστο, τον Τάσσο, τον Φόσκολο, τον Ραμπελαί, τον Κορνέιγ, τον Ρακίνα, τον Μολιέρο, τον Βιγιόν, τον Καλντερόν, τον Τζων Ντον, τον Μπράουνινγκ, τον Τσώσερ, κι ακόμη τον Λονγκφέλλου, τον Κούλριτζ, τον  Γούντσγουωρθ, τον Τσέστερτον, τον Μπλέικ και τον Πούσκιν. Υπάρχει ένας ανεξάντλητος πλούτος λογοτεχνίας στον οποίο κυριαρχεί και η φόρμα και η μαγεία, υπάρχουν κόσμοι και κόσμοι ανεξερεύνητοι, κείμενα τα οποία ούτε φανταζόμαστε πως υπάρχουν και πόσο πολύ μπορούν να μας επηρεάσουν.

Θα ρωτήσει κάποιος: Πρέπει να κάποιος να έχει διαβάσει όλους τους προηγούμενους και ακόμη περισσότερους πριν ξεκινήσει να γράφει; Η απάντηση στο ερώτημα είναι φυσικά αρνητική. Δεν χρειάζεται να εντρυφήσει κανείς στο έργο όλων αυτών, για να ξεκινήσει την δική του δημιουργική πορεία. Όμως καθώς πορεύεται στον δρόμο της ποίησης καλό είναι να προσπαθεί να μαθητεύει παράλληλα στους μάστορες και τους δεξιοτέχνες του παρελθόντος, ανοίγοντας όσο πιο πολύ τον ορίζοντα, αποκτώντας όσο τον δυνατόν πιο ευρεία εικόνα για το τι σημαίνει αυτή η μικρή αλλά σημαντική λέξη: λογοτεχνία. Γιατί αν θέλεις να ζωστείς τα άρματα και να κονταροχτυπηθείς με τον μοντερνισμό του 20ου αιώνα, πρέπει να είσαι διατεθειμένος να παλέψεις για να αναιρέσεις το μεγαλύτερο χτύπημα που κατέφερε ο μοντερνισμός στην λογοτεχνία: Το γεγονός πως στην προσπάθειά του να κάνει μια καινούργια αρχή, ακρωτηρίασε τα κριτήρια και την ίδια την ουσία της λογοτεχνίας. Πρέπει να είμαστε διατεθειμένοι να απαντήσουμε στους ανθρώπους που αναγνωρίζουν ως δασκάλους τους τον Φώκνερ και τον Στάινμπεκ, τον Γκίνσμπεργκ και τον Κάμινγκς, τον Μπουκόφσκι και την Γώγου, πως εμείς μαθαίνουμε την τέχνη μας στις μάχες του Ομήρου, στον έρωτα της Σαπφούς, στα ξόρκια των Κελτών και στους ύμνους των αρχαίων Αιγυπτίων, στα ρουμπαγιάτ του Ομαρ Καγιάμ, στα μαγικά του Ζίγκφριντ και στην κοσμογονία της Έντα, στις πανοπλίες του Πάρσιφαλ και του Λάνσελοτ, στα αλλοτινά χιόνια του Βιγιόν και στο Πουργατόριο του Δάντη, πως οι δάσκαλοί μας είναι ο Πρόσπερο και ο Όμπερον, o Φάουστ και ο Υπερίων, ο Σίντ και η Ανδρομάχη, ο Μέλμοθ και ο Φρανκενστάιν, ο Ευγένιος Ονέγκιν και ο Ντόριαν Γκρέι.

Κι είναι εκείνη τη στιγμή που θα αντιληφθεί κανείς πως σε αυτή την αστείρευτη πηγή λογοτεχνικών προτύπων, σε όλα αυτά τα κείμενα χιλιετιών από όλα τα μέρη του κόσμου, υπάρχει ένα κοινό πνεύμα, μία κοινή δυναμική. Παρά τις τεράστιες διαφορές τους, δεν μπορεί κάποιος να μην νιώσει πως κάτι κοινό διέπει όλη την λογοτεχνία, λες και υπάρχει κάποιου είδους Πάνθεον στο οποίο όλοι οι μεγάλοι λογοτέχνες, από τον πρώτο που έγραψε το έπος του Γκλιλγκαμές συνδιαλέγονται μεταξύ τους.

Κι αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα για τον νεοφορμαλισμό σήμερα. Από την μία πρέπει να καταφέρει να εντάξει την επαναμάγευση του στίχου σε μια ευρύτερη προσπάθεια ανάδειξης της παγκόσμιας και όχι μόνο της εκάστοτε εθνικής λογοτεχνίας. Να πείσει πως τα έργα της κλασικής αρχαιότητας δεν είναι απλώς υλικό για φιλολογική έρευνα, αλλά πως το διαχρονικό και το πανανθρώπινό τους στοιχείο μπορεί να είναι ακόμη και σήμερα πολύ πιο επίκαιρο και πολύ πιο καινοτόμο από όλες τις «μεταμοντέρνες» «καινοτομίες», ακριβώς γιατί είναι κάτι αιώνιο. Με άλλα λόγια: Ο νεοφορμαλισμός σήμερα πρέπει να εξελιχθεί σε έναν φορέα μιας weltliteratur, ενός παγκόσμιου πνεύματος της λογοτεχνίας και να προσπαθεί, μαθητεύοντας και εμπνεόμενος από τα μεγάλα πνεύματα του παρελθόντος, να συνομιλήσει και να δημιουργήσει πάνω σε αυτό το πνεύμα, να βρει την δική του θέση στο Πάνθεον της λογοτεχνίας.