Select Page

Για την ποίηση του Πούσκιν

Για την ποίηση του Πούσκιν

Ο Ρώσος ποιητής Αλεξάντρ Σεργκέγιεβιτς Πούσκιν (1799-1837), απέδωσε ένα ποιητικό έργο που αρθρώνει και προσδιορίζει παράλληλα μία δυναμική μουσικότητα, με μία διάστικτη εικονοποιία να παρεμβάλλεται ανάμεσα στους στίχους, ωθώντας προς την κατεύθυνση της διαρκούς μετατόπισης των ορίων, του προσδιορισμού μίας υποκειμενικής Ρωσικότητας η οποία δεν πασχίζει να αναφέρει.

Ο ποιητής, ένα πρόσωπο αριστοκρατικής καταγωγής που σκοτώθηκε σε ηλικία 37 ετών, μετά από μονομαχία με έναν Γάλλο για τον οποίο πίστευε ότι διεκδικούσε ερωτικά την γυναίκα του, επεδίωξε να εκφράσει ποιητικά την ορμή για το καινούργιο & την επιθυμία του καινούργιου, επανεπινοώντας την προσίδια ποιητική των εκτατικών συμβολισμών, ανανοηματοδώντας τις προκείμενες του προσωπικού βιώματος, συναρθρώνοντας παράλληλα τις ευρύτερες Ρωσικές πολιτισμικές τροπικότητες σε ένα πλαίσιο, σε ένα αμάλγαμα από το οποίο αναδύετο η εκ-φορά της έντασης, της επιδιωκόμενης συμμετοχής σε μία Κοινότητα της οποία διαρκές επίδικο καθίσταται η τάση αντιστροφής των όρων.

Ο Αλεξάντρ Πούσκιν, επικοινωνώντας συνθετικά και με ευρωπαϊκά ποιητικά λογοτεχνικά ρεύματα, συν-διαλέγεται με την ιστορία, εγγράφει στην ίδια την ποίηση του την ιδιαίτερη αγωνία του για την αίσθηση υπέρβασης του από την ιστορία, συγκεφαλαιώνει με έναν λυρικό τρόπο, φανερές & κεκαλυμμένες ερωτικές προθέσεις, ενέχοντας μία ποιητική γλώσσα η οποία, αφενός μεν απο-καλύπτει, αφετέρου δε υποκρύπτει, ‘ρηγματώνεται’ από τις αντιθέσεις μίας αχανούς όσο και αντιθετικής χώρας, προσιδιάζοντας στην ίδια την μορφή και την μομφή της δια-πάλης, της δια-πάλης με ότι δύναται να θεωρηθεί ως ποιητικά -λογοτεχνικά φορμαλιστικό.

Εναλλάσσοντας εικόνες, συγκροτώντας την ‘αίγλη’ της τελετουργίας ‘μύησης’ στην προσιτή φυσικότητα, διαμορφώνοντας τις προϋποθέσεις ‘συν-διαλλαγής’ με την Ρωσική γη που εκ-ζητεί την ίδια την ιστορία της, ο ποιητής οικειοποιείται την αμεσότητα της απεύθυνσης, την ενικότητα περιπέτειας στον ‘χωροχρόνο’ καθώς και της πληθυντικότητα ενός έρωτα που δύναται να ανα-κύψει.

Και ως άλλος ‘Ευγένιος Ονέγιν’, αναφέρει: «Πέστε μου, πού χαθήκατε μέρες χρυσές της άνοιξης μου; Άδικα η ματιά μου κοιτάει να πιάσει αυτό που τ’ αύριο μου ετοιμάζει. Μέσ’ σε βαθύ σκοτάδι είναι κρυμμένο, αδιάφορο δίκαιος της μοίρας μου ο νόμος. Κι αν με χτυπήσει κατάστηθα μια σφαίρα ή κι αν περάσει δίπλα μου ξυστά όλα καλά: του ξύπνιου και του ύπνου η ώρα έρχεται όταν είναι για να ‘ρθει. Ευλογημένη η μέρα του αγώνα! Ευλογημένος και της νύχτας ο ερχομός!».[1]

Στην οριακότητα μεταξύ φυγής & αίσθησης της φυγής, ο Ονέγιν δύναται να ‘ενσαρκώσει’ την ευκαιρία της παρέμβασης, ‘εγγίζει’ τον ‘δόκιμο’ κίνδυνο, ανα-πλαισιώνει τις συνηχήσεις της εκ νέου ‘εμβάπτισης’ στα νάματα τη Ρωσικής ( ερωτικής) θηλυκότητας, της Ρωσικής ‘μήτρας’ ανα-ζητώντας τις εκφάνσεις του απροσδιόριστου, αναφωνώντας: ”Ευλογημένη η μέρα του αγώνα! Ευλογημένος και της νύχτας ο ερχομός!.

Με συναισθηματικές απολήξεις που αναπαράγουν αξιώσεις καταγραφής, τον ίδιο τον βίο της εν-συναίσθησης, ο Πούσκιν δια-κρατεί το ‘φορτίο’ της δικής του εξορίας, τις επάλληλες όψεις του ‘απονενοημένου διαβήματος’ της γραφής, κινούμενος μεταξύ ιστορικής προσδοκίας και οράματος, εκεί όπου τα ίδια τα όρια καθίστανται δυσδιάκριτα, εκεί όπου το όραμα καθίσταται η μαρτυρία του αγνώστου και η δοκιμή του γνωστού, δυνατότητα μετάβασης σε μία ίδια & ‘άλλη’ Ρωσία γνώσης.

Κινούμενος μεταξύ κοσμικότητας & λαϊκότητας, ο Σεργκέγιεβιτς Πούσκιν (που έπεσε ‘θύμα’ της Τσαρικής λογοκρισίας), ταξιδεύει ανά την Ρωσική επικράτεια, εγκολπώνεται στο ποιητικό του έργο όψεις της απόμακρης καθημερινότητας, προσιδιάζοντας προς την συγκρότηση ενός ποιητικού πράττειν πολύσημου, εμπρόθετου, ανθεκτικού και στις δικές τους συνθήκες ζωής, ένα πράττειν το οποίο αναφέρει και αναφέρεται από τις ορίζουσες μίας Ρωσικής λαϊκότητας που ανακύπτει ως ένα ιδιαίτερα ‘βουβό’ σημείο, σημείο τομής μεταξύ ορθόδοξου παν-Σλαβισμού, Ρωσικού σκεπτόμενου ορθολογισμού και ενός συναινετικού και άλλοτε βίαιου υποδείγματος Ρωσικής ‘αναγέννησης”.

Ο θεωρούμενος και εθνικός ποιητής της Ρωσίας, δύναται να προσδιοριστεί και να αναγνωστεί πέρα από τις αξιώσεις και τις ορίζουσες του συμβολικού, για την χώρα, ‘μυθεύματος’, πέρα από τις αξιώσεις της συμβολικής όσο και ποιητικής του ‘μουσειοποίησης’.

Ο και με επάλληλες αναφορές στην δυνατότητα ‘ορατοποίησης’ του ελληνικού εξεγερσιακού-απελευθερωτικού προτάγματος, (εθνικο-απελευθερωτικός αγώνας του 1821), ποιητής, ο Πούσκιν μίας ιδιαίτερης ελληνικής ‘τομής εντός της συνέχειας’, δεν καθίσταται Ρωσικός ‘κοινός τόπος’ λόγω του σημαίνοντος του Ρωσικού ‘μεγαλείου’, αλλά λόγω της παρουσίας της Ρωσικότητας σε συνθήκες ανισορροπίας: εκεί όπου το ‘τραύμα’ δεν ζητεί την ‘απαλλαγή’, αλλά να ‘κακοφορμίσει’ για να ακουστεί, για να επικοινωνήσει το αδό-κιμο: την αίσθηση του Ρώσικου πάθους για τα μείζονα αλλά κυρίως για τα ελάσσονα στοιχεία, την ιδιαίτερη απελπισία του ανοιχτού ορίζοντα.

Ενώπιον και απέναντι σε μία εξουσία που δεν δύναται να αντιληφθεί την τολμηρότητα του ΄όταν δεν επιδιώκει να τον ενσωματώσεις στις προκείμενες του ‘άγονου’ καθωσπρεπισμού, ο Πούσκιν λειτούργησε έκκεντρα, δομώντας πρότυπα.

Αποδίδοντας εκ νέου την Ρωσική γλώσσα, καθώς και την Ρωσική ποιητική-λογοτεχνική γλώσσα’ & ‘νησιωτικότητα’, ο ποιητής συνυφαίνει ρεύματα και ‘Κεφάλαια’ γνώσης, αντινομίες δίχως ‘όνομα’, την ορμή της νεότητας: έζησε και απεβίωσε νέος, γράφοντας ως νέος.

Και αυτήν την μυστηριακή δύναμη-δυναμική του σφρίγους ίσως επιδιώκει να αποδώσει ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι, γράφοντας: «Ο Πούσκιν πέθανε μέσα στην άνθηση των δυνάμεων του, και, ας μην αμφιβάλλουμε γι’ αυτό, στον τάφο του πήρε ένα μεγάλο μυστικό. Και σ’ αυτό το μυστικό από δω και πέρα είναι έργο δικό μας να προσπαθήσουμε ν’ εμβαθύνουμε και δίχως αυτόν».[2]

Με το ιδιαίτερο ύφος του, ο Πούσκιν συν-διαλέγεται με ότι επέρχεται ως οργή και ως θάνατος, ως ένταση που κινείται στα όρια της απόρριψης. Τα ποιήματα του ενέχουν την αίσθηση της επιδιωκόμενης κτήσης του αδέσμευτου, δύνανται να πραγματωθούν στην ίδια την μερικότητα τους, στο χώρο που ‘γεννά’ τάσεις φυγής.

«Και μια στάλα απ’ το αίμα πέφτοντας πέταλα μου ματωμένα θα χαθεί μέσα στο χρώμα σας θα γενεί μαζί σας ένα».[3]

Η ποιητικότητα του αναπαράγει & αφηγείται διάστικτες ιστορίες, ανα-πλαισιώνει το ‘ανοίκειο’ και το ‘ανώφελο’ με μία ιδιαίτερη συγ-κίνηση, όπως την στιγμή κατά την οποία γράφει για τον ενσώματο έρωτα και τις προεκτάσεις του, για την διαδικασία ‘ερωτικοποίησης’ ενός γίγνεσθαι αντιθέσεων, αφηγούμενος ποιητικά τον έρωτα μίας γυναίκας με για τον νεαρό μοναχό Καλλίνικο, έναν έρωτα που δεν απο-ζητά την γλυκύτητα αλλά την ‘ασύγγνωστη’ πρόθεση, την ενσώματη δοτικότητα που εισέρχεται ‘βίαια’ στο προσκήνιο, εκεί που η γυναίκα μένει μόνη με την αφιερωματική θηλυκότητα της: «Δεν είμαι εγώ μια Παναγιά σωστή Μόν’ είμαι κάποιος έρωτας, ενός παιδιού μονάχου!».[4]

Το ποιητικό του πράττειν προσδιορίζει κατευθύνσεις, καθίσταται μαρτυρία του βίου και της ‘σεσημασμένης’ γραφής-γλώσσας. Για κάθε διάψευση, η μαρτυρία της.

 

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

_____

[1] Βλέπε σχετικά, Πούσκιν Αλεξάντρ, ‘Ευγένιος Ονέγιν’, Απόδοση: Μακρή Κοραλία, Εκδόσεις Κοροντζή, Αθήνα, 1999, σελ. 51.

[2] Αναφέρεται στο: ‘Πούσκιν/Ποιήματα’, Εκδόσεις Κοροντζή Δ., Αθήνα, 1999.

[3] Βλέπε σχετικά, Πούσκιν Αλεξάντρ, ‘Αγκάθι’, Απόδοση: Αηδονόπουλος Γιάννης…ό.π., σελ. 45.

[4] Βλέπε σχετικά, Πούσκιν Αλεξάντρ, ‘Παναγιά χωρίς Χριστό’, Απόδοση: Αηδονόπουλος Γιάννης…ό.π., σελ. 63.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος