τοβιβλίο.net

Select Page

Για την ποιητική συλλογή του Paul Celan ‘Γλωσσικό Πλέγμα’

Για την ποιητική συλλογή του Paul Celan ‘Γλωσσικό Πλέγμα’

«Βλάσταινε, βλάσταινε. Μετά- Νύχτες, ξέπλεκες. Κύκλοι πράσινοι ή γαλάζιοι, κόκκινα τετράγωνα: ο κόσμος ποντάρει το εσώτερο είναι του στο παιχνίδι με τις νέες ώρες. – Κύκλοι, κόκκινοι ή μελανοί, φωτεινά τετράγωνα, καμία περαστική σκιά, καμία μετροτράπεζα, κανένας θυμός δεν ανεβαίνει να παίξει μαζί».

Paul Celan, ‘Στρέττο’

 

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

H ποιητική συλλογή του Γερμανόφωνου (Ρουμάνου με Εβραϊκή καταγωγή) ποιητή Paul Celan με τον τίτλο ‘Γλωσσικό Πλέγμα’ (‘Sprachgitter’)[1], συντείνει σε ένα ιδιαίτερο ‘παίγνιο’ με τις δυνατότητες της γλώσσας να προσδιορίζει διαρκώς τον διαθέσιμο χώρο του ποιήματος, να αξιώνει την φορά του διά-κενου ως ‘τελετουργία’ έμφορτη από μνήμες, διαμορφώνοντας παράλληλα τις προϋποθέσεις για την συγκρότηση μίας δομής που, ως ‘πλέγμα’ και μη, συγκροτεί σχήματα που τίθενται ενώπιον της ιστορίας, της ιστορίας που καθίσταται ‘δική του’, όσον το ζεύγος των ‘ματιών’ (‘Augen’) εξακολουθεί να διαβλέπει την ενδεχομενικότητα της απόκρισης.

Όπως επισημαίνει ο μελετητής του Τσελανικού ποιητικού έργου Joachim Seng, «μάλιστα, το ποίημα, ολόκληρη η ποιητική συλλογή γίνεται ένα ποιητικό σύμπλεγμα που αφήνει ελεύθερο χώρο, ο οποίος ανήκει στην εσωτερική δομή του Όλου, όπως ανήκει στην ομιλία η σιωπή. Για να το επιτύχει, ο Τσέλαν χρησιμοποιεί ορυκτολογικούς όρους και αντίστοιχες διαδικασίες (π.χ τη βλάστηση των κρυστάλλων), για να μας οδηγήσει σ’ ένα ποιητικό τοπίο όπου το χειμωνιάτικο, το ανόργανο (κρύσταλλος και πέτρα) είναι καθοριστικής σημασίας».[2]

Eστιάζοντας στην ‘Κρυσταλλική δομή’[3] για να επιτύχει ένα αποτέλεσμα όχι ‘καθαρής’ αλλά ‘ουσιαστικοποιημένης’ ποιητικής έκφρασης, ο ποιητής προβαίνει στη ‘σύλληψη’ σημείων εντός ποιητικότητας τα οποία και τα οποία και ανα-δεικνύουν την παρουσία ενός εαυτού που εγγράφει τις σπειροειδείς απολήξεις του συμβάντος, συναρθρώνει την εμπρόθετη ‘επί-κληση’ με την προσίδια ‘μεταφορά’ των όρων ενός ‘πράττειν’ που εκτυλίσσεται πληθυντικά, διαμέσου του πρώτου πληθυντικού προσώπου, με την ποιητική γλώσσα, εμμενή σε μία επιθυμία που εναπόκειται στον αναγνώστη να την αρθρώσει σφαιρικά, να δύναται να μετατοπίσει τα στοιχεία που προσδίδουν στο υποκείμενο την ευκαιρία εξύψωσης της ‘χασματικής του αυτοτέλειας’ που όμως, την κρίσιμη στιγμή, αφήνει να διαρρεύσει το ‘βάρος’ του ωσάν ‘πέτρα’ που ‘ορίζει’ και συνάμα ‘απευθύνει’: «Μηνοειδείς θίνες, αναρίθμητες. Στη σκιά του ανέμου, η χιλιοπλάσια: εσύ. Εσύ και το μπράτσο, που γυμνός το άπλωνα σε σένα και μεγάλωνα, αφανισμένη. Οι αχτίδες. Μας φυσούν σωρηδόν. Σέρνουμε μαζί μας τη λάμψη, τον πόνο και το όνομα»,[4] γράφει ο Paul Celan, αναφέροντας στοιχεία που εκ-φέρουν πλαίσια ή ‘πλέγματα’ μορφών που ‘κινούνται’.

H «λάμψη» που εκ-βάλλει από την ‘μητρική γλώσσα’, ο «πόνος»[5] που αθροίζει πρόσωπα και δεν δύναται να απόσχει από την ‘Εβραϊκότητα’ που συνιστά την ίδια και ‘άλλη’ πορεία προς τον θάνατο του ανθρώπινου γένους ή της ανθρωπινότητας, του «ονόματος»[6] που εκ-βάλλει εντός ‘κρυστάλλων’ αντινομίας: ποιος και ποιοι δύνανται να φέρουν την επωνυμία ωσάν ελάσσονα σήμανση; το Τσελανικό «όνομα» που δεν αναγνωρίζεται απλά στη γλώσσα, αλλά και στη ‘σιωπή’ που ‘παύει’ την γλώσσα ως ‘τρόμος’, ‘κατασκευάζοντας παραμέτρους απόκρισης, το ‘εσύ’ δίχως το ‘εσείς’.

Το ‘γλωσσικό πλέγμα’ ενσκήπτει στο μέσον της γλώσσας που επανεπινοεί τρόπους ‘παράστασης’ της εντός και πέραν του ποιήματος, αναπαράγει την ευθύνη ως εάν να επρόκειτο για την ευθύνη ενώπιον της πρωταρχικής μνήμης, νοηματοδοτώντας την σιωπή που δεν αποτελεί ‘φευγαλέο τίποτα’ αλλά ανεστραμμένη ιστορία που την αφηγούνται ο ένας ‘δρών’ και οι ‘πολλοί’ που μαρτυρούν ‘σιωπώντας’ με ένα ανοικτό ‘οράν’: «Χιονόπτωση, πυκνότερη και πυκνότερη, περιστερόχρωμη, σαν χθες, χιονόπτωση, σαν να κοιμάσαι ακόμα και τώρα. Λευκό ολούθε στοιβαγμένο. Προς το επέκεινα, απέραντο, το ίχνος από το έλκηθρο του αφανισμένου. Από κάτω, κρυμμένο, προβάλλει ανάστροφο, αυτό που κάνει τα μάτια τόσο να πονούν, λόφο το λόφο, αθέατο. Πάνω στον καθένα, επαναπατρισμένο στο σήμερα του ένα Εγώ που γλίστρησε προς τη σιωπή: ξύλινο, ένας πάσσαλος. Εκεί: ένα συναίσθημα, που το φυσά προς τα δω ο παγωμένος άνεμος, στερεώνει την περιστερόχρωμη, τη χιονόχρωμη σημαία του».[7]

Το Τσελανικό «Εγώ» αποτελεί το ίδιον ‘πεδίο διαπραγμάτευσης’ με την ιστορία του ‘άλλου’, ένα «Εγώ»[8] που, εκτεινόμενο, «γλιστρά προς τη σιωπή», (‘δυναμολογική’ πλαισίωση), εκεί όπου, σε περιβάλλον «χιονόπτωσης» που κατακλύζει το κεντρικό ‘μάτι’, επιτελείται το παροντικό «Εγώ» που παραμένει σε χρόνο ‘ανοίκειο’ και όμως ‘οικείο’ («σιωπή»), αναγνωρίζοντας το συμβάν: σε ένα λευκό περιβάλλον, η «σιωπή» που λειτουργεί προϋποθετικά της δράσης, στο σημείο όπου η «χιονόχρωμη σημαία»[9] συστηματοποιεί τις πλαισιώσεις της διαλεκτικής: ‘στερέωση, ποικιλία, και τελικά, ‘σιωπή’.

Όσο περισσότερο η ‘Κρυσταλλική μορφή’ προσιδιάζουν σε μία ‘συγγνωστή περατότητα’, σε μία φυγό-κεντρη δυναμική που διασπείρει συνθέσεις, τόσο περισσότερο και το ‘Γλωσσικό πλέγμα’[10] προσλαμβάνει χαρακτηριστικά μίας ίδιας δυναμικής που ‘ορατοποιείται’ την στιγμή της ενσωμάτωσης των λέξεων-σχημάτων, υποκειμένων που ‘διαπραγματεύονται’ με την ‘σιωπή’ πέραν της ‘μίμησης’, που δια-κρατούν μόνο αυτό που πρέπει να δια-κρατήσουν, ‘μη ζητώντας δεύτερη ευκαιρία’.

Και με αυτή την τροπικότητα, δύναται να αναγνώσουμε το ποιητικό ‘πράττειν’ του Paul Celan, έτσι όπως αναπτύσσεται και στο ‘Γλωσσικό πλέγμα’, σε αυτόν τον ‘Γλωσσικό πύργο’ που ‘διαλύεται’ στα εξ ων συνετέθη, δεικνύοντας μόνο την ‘ρωγμή’ της γλώσσας όταν δεν εμπιστεύεται παρά μόνο την ‘σιωπή’.

Δηλαδή, να το αναγνώσουμε ως ‘οριακό διάβημα’ πριν αλλά και μετά το Άουσβιτς, ως ποιητική λογοθετικότητα η οποία δια-κρατεί τις εκφάνσεις ενός εγχειρήματος που σημαίνεται εκτατικά μέσω της παροιμιώδους αλλά ρεαλιστικής χροιάς του, των ΄παιγνίων’ με την ‘γλώσσα’ πριν την ‘γλώσσα’, ‘εδαφοποιώντας’ την οριακότητα ή αλλιώς την οντολογία της ‘πυράς’, της ‘τέφρας’ και του ‘αίματος’: το «Όλον»[11] συναντά την ιστορία, την ιστορία της μητέρας που ‘προφέρει’ συν-δηλώσεις της Εβραϊκής ιστορίας.

«Tύμβος, φαιός, με το διάζωμα της νύχτας. Αγροί, αρμοσμένοι στον άνεμο, ρόμβος τον ρόμβο, άγραφοι. Φωτεινός ίουλος περνά σκαρφαλώνοντας. Ύμνοι: Φωνές ματιών, εν χορώ, διαβάζουν μέχρι να πληγωθούν. (Το μη γεγονός ον και το Ώδε, τα δυο μαζί, τρυπάνε την καρδιά.) Έπειτα: Βλάστηση χιονιού μέσα από όλα τα κελύφη, ελεύθερος ένας μοναδικός αγρός, που αριθμεί ένα φέγγος: τις φωνές. Οι φωνές: αρμοσμένες στον άνεμο, κοντά στην καρδιά, εξαϋλωμένες δια πυράς».[12]

Βήμα-βήμα, οι παράμετροι της δημιουργίας του ‘τραυματικού’ που και στην ‘πυρά’ είναι ‘σώμα’, ‘γλωσσικό στίγμα’ που συμπυκνώνει όταν δεν ‘ενσαρκώνει’, εκατοντάδες επάλληλες στιγμές. Η Τσελανική[13] ‘απόσταση’ επανακαθορίζει το σύνολο του εαυτού, κινούμενη δίχως ευτέλεια. Εντός του κενού και του σημείο στίξης, η ικανότητα του να ‘πράττεις’ επι-δραστικά, με την ‘παύση’[14] να σκιαγραφεί την λέξη, την γλώσσα και τις κατευθύνσεις τους.

Ο ποιητής Βύρωνας Λεοντάρης θέτει το πλαίσιο των ‘απεικονιστικών φωνών’, φωνές που ευρίσκονται πλησίον της ‘καρδιάς’ και στο ύψος του ‘δεν ανήκω, παρά στην τροπή (σημαίνουσα πρόθεση) της λέξης’.

«Χύνεται μέσα μου η φωνή μου και δε μ’ ακούς και δε μ’ ακούω και σε ζητώ και δε σε βρίσκω γιατί είσαι όπου είμαι κι είμαι όπου είσαι και κανείς μας δεν είναι όπου είναι».[15]

Η, με την ποιητική γραφή του Paul Celan:[16] « (– υπόφαιοι, τα ίχνη των υπογείων υδάτων- Εκτοπισμένος στον περίβολο με αδιάψευστο το ίχνος: Χόρτο. Χόρτο, γραμμένο ξεχωριστά.)».[17]

Η ποίηση του Paul Celan αντλεί από το ‘υπόστρωμα’ ενός ‘μεταμορφισμού’ που δεν δια-κρατεί παρά το ‘εύπλαστο’ της εικόνας, με την ‘ρέουσα’ μνήμη το ‘φάσμα’, να σπεύδουν να ‘λάβουν θέση’[18]: «Ό,τι έστεκε πλάι σου σε καθεμιά από τις όχθες, παίρνει θέση θερισμένο σε μια άλλη εικόνα».[19]

 

_____

[1]Βλέπε σχετικά, Celan Paul, ‘Γλωσσικό πλέγμα (‘Sprachgitter’), Μετάφραση: Αβραμίδου Ιωάννα, Επίμετρο: Seng Joachim, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2012.

[2] Βλέπε σχετικά, Celan Paul, ‘Γλωσσικό πλέγμα (‘Sprachgitter’), Επίμετρο Joachim Seng, σελ. 142.

[3] Ο ποιητής ουσιαστικά ‘χτίζει’ μία ποιητική-γλωσσική δομή που περιλαμβάνει άξονες ‘ελλειπτικής’ απεύθυνσης μεταξύ του ‘Εγώ’ και του ‘Εσύ’ όπου παρεμβάλλεται οι διαστάσεις της γλώσσας, φανερής και κεκαλυμμένης. «Η σύνθεση του τόμου Γλωσσικό πλέγμα, που αρχίζει με τον κύκλο Φωνές (Stimmen) και τελειώνει με τον κύκλο Στρέττο (Engfuhrung), αποτελεί έκφραση αυτής της αυστηρής δομής, στην οποία τα ποιήματα, με τη διάταξη τους μέσα στο βιβλίο, καθιστούν δυνατή μια πολυεπίπεδη επικοινωνία. Έτσι, η σύνθεση αποτελεί μέρος μιας άρρητης γλώσσας. Σε αυτήν ανήκουν και τα εσωτερικά λειτουργικά στοιχεία του ποιητικού του έργου, τα οποία δημιουργούν ένα κειμενικό πλέγμα, στο οποίο «τα ποιήματα μπορούν να σταθούν αυτόνομα και ταυτοχρόνως άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους». Βλέπε σχετικά, Celan Paul, ‘Γλωσσικό πλέγμα (‘Sprachgitter’), Επίμετρο Joachim Seng, σελ. 165.

[4] Βλέπε σχετικά, Celan Paul, ‘ΙΙΙ’, Ποίημα ‘Λευκό και ελαφρύ’,  ‘Γλωσσικό πλέγμα (‘Sprachgitter’)…ό.π., σελ. 53. Το «όνομα» είναι γλώσσα, έκκληση στο παρόν όσο και  μνήμη της ‘πτώσης’ του παρελθόντος, όπως και  ένα διάτρητο από ‘φωνές’ «όνομα»: πόσο διαρκεί;

[5] Δεν δύναται να εμβαθύνουμε στο Τσελανικό ποιητικό ‘πράττειν’ δίχως αναφορά στην αίσθηση και στην παρουσία του «πόνου», της έννοιας του «πόνου». Η ποίηση του Εβραϊκής καταγωγής ποιητή, αξεδιάλυτα συσχετίζεται με τα ‘ίχνη’ που έχει δια-σπείρει το συμβάν, το μείζον συμβάν ‘Εβραϊκή Shoah’, το Εβραϊκό ‘Ολοκαύτωμα’, ‘ίχνη’ που εναλλάσσονται με την ‘τέφρα’ και το ‘αίμα’, την συγκέντρωση και το ‘Κίτρινο Αστέρι’, τον ‘θόλο’ και την ‘γη’, συνθέτοντας εκ νέου το ‘Άουσβιτς’ εντός ποιήματος. Το πρόσωπο της δολοφονημένης μητέρας είναι το πρόσωπο του ‘Εβραϊσμού’ εν καιρώ ποίησης.

[6] «Να εφευρεθείς πέραν του ονόματος. Να εφευρεθείς στο όνομα του άλλου», προσθέτει ο Γάλλος φιλόσοφος Jacques Derrida, στην ανάλυση του για το Σαιξπηρικό θεατρικό έργο, ‘Ρωμαίος και Ιουλιέττα’. Το συγκεκριμένο αναλυτικό περίγραμμα, εάν επιχειρήσουμε να το τοποθετήσουμε στο ευρύτερο κεφάλαιο ‘Γλωσσικό Πλέγμα’, αποδίδει την αδημονία την εμπρόθετη αδημονία του «ονόματος», που, την στιγμή της αναφοράς σε αυτό, απο-καλύπτει το εσώτερο ‘είναι’ και το ‘κενό’: τι δύναται να ενυπάρχει μεταξύ λέξης και «ονόματος»; Για την Ντερριντιανή αναλυτική, βλέπε σχετικά, Μιχαήλ Σάββας, ‘Ο Ρωμαίος, η Ιουλιέττα και τα φαντάσματα των ταυτοτήτων’, στο: Μιχαήλ Σάββας, (επιμ.), ‘Homo Liber. Δοκίμια για την Εποχή, την Ποίηση και την Ελευθερία’, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2016, σελ. 161.

[7] Βλέπε σχετικά, Celan Paul, ‘II’, ‘Επαναπατρισμός΄, ‘Γλωσσικό Πλέγμα’, (‘Sprachgitter’)..ό.π., σελ. 31. Η ‘χιονόπτωση’ δεν ‘εξαγνίζει’. Αντιθέτως, σημαίνει την ‘καμπυλωτή αλλοίωση’ της γλώσσας και δη της ελάσσονας λέξης (‘λεκτικό πλέγμα’) όταν ‘πέφτει’, όταν ‘εγκαθίσταται’ με ‘θέα’ προς το υποκείμενο: τι μεταβάλλεται; Ο συμβολισμός της πτώσης, ‘πτώσης’ του ‘λαού’ στην ιστορία, καθίσταται ευδιάκριτος.

[8] Το ενέργημα «Εγώ» σημασιοδοτεί και την μετάβαση σε μία συνθήκη ‘εκούσιας παραδοχής’, τείνοντας ή «γλιστρώντας» προς την «σιωπή» που υπονοεί περισσότερα από όσα δεικνύονται αρχικά. Η ίδια «σιωπή» μετασχηματίζεται σε Φροϋδική ‘ενόρμηση’.

[9] Βλέπε σχετικά, Celan Paul, ‘II’, ‘Επαναπατρισμός΄, ‘Γλωσσικό Πλέγμα’, (‘Sprachgitter’)..ό.π., σελ. 31.

[10] Με έναν ιδιαίτερο τρόπο, ο ποιητής, αναζητεί το και τα υποκείμενα μέσω της ‘πρισματικής’ γλώσσας που δια-περνά το ‘μύθο’ και το πραγματικό ‘όνομα’, ανα-καλώντας την διε-ρώτηση του Νιτσεϊκού Ζαρατούστρα: «Σε ποιον μοναδικό να αφηγηθώ το αίνιγμα μου;». Σ’ εσάς, στους θαρραλέους εξερευνητές, στους δοκιμαστές και σ’ όποιον απέπλευσε, – με μάτια πονηρά- για τρομερά πελάγη, σ’ εσάς, στους μεθυσμένους για αινίγματα, που νοιώθουν μια χαρά μες στο ημίφως, που η ψυχή τους προς κάθε πλάνη αβυσσαλέα γοητεύεται απ’ τον ήχο των αυλών, κι αυτό γιατί δεν θέλετε- με χέρι δειλιασμένο- ν’ ακολουθήσετε ψηλαφιστά ένα νήμα, κι όπου το βρείτε να μισείτε το συμπέρασμα». Βλέπε σχετικά, Νίτσε Φρίντριχ, ‘Ιδέ ο άνθρωπος’, Μετάφραση-Επιμέλεια: Τσακνάκης Α.Α., Εκδοτική Θεσσαλονίκης, 2008, σελ. 77.  Το Τσελανικό «αίνιγμα’ παραμένει διανθισμένο από ‘πτυχώσεις’ ιστορίας, από τα ίδια διά-κενα με τα οποία εκκινεί ή δύναται να εκκινήσει ο ‘διάλογος’, με τον εαυτό και με τον αναγνώστη. Ένα «αίνιγμα» απερίσταλτης γλώσσας που όχι μεταφυσικά, αλλά ανθρώπινα, αναζητεί το ‘αντηχείο’ της. Και πως βιώνεται η ‘απώλεια’ της λέξης;

[11] Βλέπε σχετικά, Celan Paul, ‘Γλωσσικό πλέγμα (‘Sprachgitter’), Επίμετρο Joachim Seng, σελ. 142.

[12] Βλέπε σχετικά, Celan Paul, ‘III’, ‘Αρμοσμένοι στον άνεμο’, ‘Γλωσσικό Πλέγμα’, (‘Sprachgitter’…ό.π., σελ. 65.

[13] Η ποίηση προεκτείνεται σε επίπεδα ζωτικής ‘αυταξίας’, επανεγγράφοντας λειτουργίες ζωής, ήγουν ανάσας που δια-κρατώντας τον ΄ρυθμό’ της μίας λέξης, δύναται να ‘δια-κρατήσει’ τον ‘ρυθμό’ του γίγνεσθαι, με τις στιγμιαίες και μη, ‘παύσεις’ και ακολουθίες. «Αφωνία, και πάλι, ευρύχωρο, ένα σπίτι-: έλα, πρέπει να το κατοικήσεις. Ώρες, κλιμακωτές, όμορφες σαν κατάρα: προσιτό το άσυλο. Οξύτερος από ποτέ ο αέρας που απέμεινε: πρέπει να αναπνέεις, να αναπνέεις, και να είσαι εσύ». Ωσάν ‘αδέκαστος κριτής’, το ποίημα και η γλώσσα-γίγνεσθαι, το γίγνεσθαι-αντίθεση, αναδύει το αίσθημα κτήσης μίας νέας ‘συνειδητότητας’. Η ‘αναπνοή’ τίθεται προ του διαλογικού μέρους και έμπροσθεν της ‘γνώσης’, του εαυτού που είναι: «να αναπνέεις, και να είσαι εσύ». Βλέπε σχετικά, Celan Paul, ‘IV’, ‘Μακριά’, ‘Γλωσσικό Πλέγμα,’ (‘Sprachgitter’)…ό.π., σελ. 79.

[14] Με βάση την διατύπωση της μεταφράστριας της ποιητικής συλλογής Ιωάννας Αβραμίδου: «Όπως το κρυσταλλικό πλέγμα, έτσι και το γλωσσικό πλέγμα εκτείνεται στο χώρο. Μέσα στα όρια του χρόνου και της γλώσσας, το ίδιο το ποίημα είναι παρόν, zeittief gegittert πλεγμένο μέσα στα βάθη του χρόνου». Βλέπε σχετικά, Celan Paul, ‘Γλωσσικό Πλέγμα’, (‘Sprachgitter’), Μετάφραση: Αβραμίδου Ιωάννα…ό.π., σελ. 183.

[15] Αναφέρεται στο: Μιχαήλ Σάββας, ‘Γράμμα στον Βύρωνα Λεοντάρη για το ποίημα ΕΠΕΚΕΙΝΑ’, στο: Μιχαήλ Σάββας, (επιμ.), ‘Homo Poeticus, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2006, σελ. 356. Η φωνή και ο φωνές (οι Τσελανικές ‘Stimmen’), καθίστανται ανοικτές στην απώλεια, στη μεταβολή των γραμμών προς το ‘απρόσιτο’ που «αστράφτει», για να παραφράσουμε ελαφρά τον Σουηδό ποιητή Τούμας Τράνστρεμερ: «και κανείς μας δεν είναι όπου είναι».

[16] Ο Γερμανόφωνος ποιητής δεν παύει να επιδιώκει ‘στρατηγικά’ ένα ‘παίγνιο’ με τα σημεία στίξης, με τις παρενθέσεις και τις τελείες, τις ‘παύλες’ και τα κόμματα, διαμεσολαβώντας μία μαρτυρία που επι-ζητεί από την ‘γλώσσα’ εξαντικειμενοποιημένα νοήματα: το πως ανακύπτει ένας αξιο-θεμελιωτικός διάλογος, η παρότρυνση μέσω του κώδικα ‘γλώσσα’, η ιστορία-ιστορικότητα ως ‘θεατρική κίνηση’ που ‘ομιλεί’: ‘είμαστε μαζί΄, με το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο να επι-τείνει το και τα ‘ίχνη’ της ‘κηλίδας’, της ‘ωχράς κηλίδας’ στον οφθαλμό και στην γλώσσα, στην πορεία εντός ιστορίας.

[17] Βλέπε σχετικά, Celan Paul, ‘Στρέττο’, ‘Γλωσσικό Πλέγμα’, (‘Sprachgitter)…ό.π., σελ. 137. Το ακροτελεύτιο ‘Στρέττο’ της ποιητικής συλλογής, αποτελεί δείγμα ποίησης-ποιητικής ‘σύλληψης’ που ‘εδαφοποιεί’ και φέρει εγγύτερα την απόσταση που χωρίζει το ‘Άουσβιτς από την εποχή του ποιήματος, δηλώνοντας  και μία απόκριση στη γνωστή ρήση του Adorno ό,τι «μετά το Άουσβιτς αποτελεί βαρβαρότητα η γραφή ποιημάτων». Το ‘Στρέττο’ τονίζει τις λεπτές προκείμενες της μεταιχμιακά ‘κατανυκτικής’ και ‘φορτισμένης’ ανάδειξης του ‘ναού’ που «στέκει» (‘συν-διαλλαγή’ με την ποίηση του Ρίλκε), όχι στο Ελυτικό «σχήμα του ουρανού» αλλά του ποικιλόμορφου ‘χτύπου’ με την φορά της γλώσσας που ανα-σημαίνει το ‘τίποτα’ δίχως άρσεις και αφαιρέσεις:  «Να που στέκουν ακόμα ναοί. Ένα αστέρι έχει ακόμα φως. Τίποτα, τίποτα δεν έχει χαθεί». Στο ίδιο, σελ. 135 & 165-166.

[18] Σε μία ‘άλλη’ ποίηση-‘προσευχή’.

[19] Βλέπε σχετικά, Celan Paul, ‘Ι΄, ‘Γλωσσικό  Πλέγμα’, (‘Sprachgitter)…ό.π., σελ.15. Ο θάνατος ‘υπερ-τονίζει’ τα κενά.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος