Select Page

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, της Μαριέττας Κόντου

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, της Μαριέττας Κόντου

Δεν τον ξεχνώ ποτέ. Ίσως γιατί οι έρωτες των βιβλίων του ήταν οι πιο οδυνηροί και οι πιο ανθρώπινοι. Ίσως γιατί έδινε αξία στα πράγματα όχι για αυτό που άξιζαν αλλά γι’ αυτό που σήμαιναν για ‘κείνον. Ίσως γιατί η βουλιμική του στάση απέναντι στη ζωή μου φάνηκε οικεία και αναγνωρίσιμη. Όποιοι κι αν ήταν οι λόγοι, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές έγινε γρήγορα «δικός» μου.

Το είδος γραφής του -ο μαγικός ρεαλισμός – μου φάνηκε ίσως το πιο φυσικό πράγμα που θα μπορούσε να περιμένει κανείς από έναν συγγραφέα που γεννήθηκε σε μια χώρα που εκπροσωπεί και η ίδια το μαγικό ρεαλισμό που συνδυάζει το γέλιο με το δάκρυ και το ρομαντισμό με τη μάχη. Εμβολιάστηκε με αυτές τις αντιφάσεις για όλη του τη ζωή και διαμόρφωσε γραφή και χαρακτήρα πολυεπίπεδα, γεμάτα πάθος. Κι όμως παρόλαυτά υπήρξε ντροπαλός και ήσυχος παρατηρητής της ζωής, συνεσταλμένος καταγραφέας που δεν του άρεσε να βρωμίζει το στόμα του με βρισιές, ξένος με τις καταχρήσεις και τις κυκλοθυμίες. Η συστολή του ήταν επιλογή και ο ίδιος έμοιαζε με αιώνιο φοιτητή ή μποέμ καλλιτέχνη που δεν δίστασε όταν δεν είχε αρκετά χρήματα για να πληρώνει κανονικό ενοίκιο να μείνει επί περίπου έναν χρόνο σε οίκο ανοχής και με την ίδια φυσικότητα να του σιδερώνει μια πόρνη τα δύο παντελόνια και τα τρία πουκάμισά του μία φορά την εβδομάδα, να ακούει εκκωφαντικούς θορύβους, τις επιχειρηματικές συζητήσεις και τα μαλλιοτραβήγματα από το πορνείο… Και είναι η ίδια οικονομική του δυσκολία που θα τον υποχρεώσει να στείλει τα «100 χρόνια μοναξιάς» σε 2 δόσεις με το ταχυδρομείο. Τα πρώτα του χρήματα έφτασαν για το μισό βιβλίο ενώ για να στείλει το υπόλοιπο έβαλε ενέχυρο το μίξερ, τη θερμάστρα και το πιστολάκι μαλλιών!

Το φωτοστέφανο που «φορά» στον Φλωρεντίνο Αρίσα στον «Έρωτα στα χρόνια της χολέρας» του καθαγιασμένου από τον έρωτα και την προσμονή, ανθρώπινο και υπερανθρώπινο μαζί. Το πείσμα, η προσκόλληση, η εμμονή, γίνονται άλλοθι για έρωτες, ιδέες και ιδανικά. Αυτό που τρομάζει αλλά και ξεπερνά είναι για εκείνον το ρομαντικό, το μαγικό, το ασυνήθιστο. «Η ακατανίκητη δύναμη που κάνει τη γη να γυρίζει δεν είναι οι ευτυχισμένοι έρωτες αλλά αυτοί που συναντούν εμπόδια…» θα πεί και θα δικαιώσει τον μοναδικό ήρωα που θα έμπαινα ποτέ στον πειρασμό να ζηλέψω και να λυπηθώ μαζί…

Αρνητική ήταν και η εμμονή του με τον κινηματογράφο που τον οδήγησε στην «ξυλουργική της λογοτεχνίας». Με άποψη σταθερή και διαυγή για τα σενάρια, τη σκηνοθεσία, τη φωτογραφία, τη μουσική, το μοντάζ, την ηθοποιία. Πίστευε στα λιτά σενάρια, τις καλογραμμένες ιστορίες και υποστήριζε τη φροντίδα στην αντικειμενική πραγματικότητα αλλά και την τρυφερότητα και έμφαση στην υποκειμενικότητα του εσωτερικού-φανταστικού κόσμου.

Αξία δεν είχε για’ κείνον ο ύπνος αλλά το ονείρεμα με ανοιχτά μάτια και το άπλετο φώς, η ζωή και οι ευκαιρίες της για να χαίρεται, να διορθώνει και κάποιες φορές να επιστρέφει για να απολαύσει ό,τι ξέχασε να χαρεί την πρώτη φορά.

Μιλά για όλα.

Για τους φίλους που είναι πραγματικοί όταν σου κρατούν το χέρι και αγγίζουν την καρδιά σου, για τη νοσταλγία για αυτούς που δεν θα καταφέρεις να αποκτήσεις ποτέ, για την αξία των χαμόγελων που καθησυχάζουν καρδιές ακόμη και σε περιόδους θλίψης, για τους αποχαιρετισμούς και τα καλωσορίσματα, για τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής μας, γι’ αυτούς που μας ξοδεύουν, μας πληγώνουν, μας διδάσκουν. Και ερωτεύεται τη γυναίκα, τον έρωτα και την πάλη μεταξύ τους με συγκινητική αφοσίωση. Στην παιδικότητα «φορά» φτερά στους ώμους και στα γηρατειά απαγορεύει τη λήθη, σαν το μοναδικό δρόμο για να ξεγελάσουν τη φθορά. Βλέπει την ευτυχία στα γρατζουνίσματα και τις ανηφόρες και στη μικρή παλάμη του μωρού που σφίγγει το δάχτυλο του πατέρα για πρώτη πρώτη φορά. Παραδέχεται το αναπόδραστο του θανάτου, τη ευεργετική επιρροή της ταπεινότητας, το αναντικατάστατο του φιλιού, το λυτρωτικό του ήχου της αγαπημένης φωνής, το πολύτιμο του «σ’ αγαπώ», το αβέβαιο του αύριο και φροντίζει να υπενθυμίζει διαρκώς στον εαυτό του πως κανείς δεν θα τον θυμάται για τις κρυφές και ανείπωτες σκέψεις του…

Κρατώ για το τέλος αυτό ίσως που με συνέδεσε περισσότερο μαζί του. Η πιο ζωντανή του ανάμνηση ήταν το σπίτι των παππούδων στην Αρακατάκα, γεμάτος αναμνήσεις και επαναλαμβανόμενα μοτίβα, «επιστροφές» και νοσταλγικές αναπολήσεις εκείνης της παιδικής ηλικίας και μια πεισματική αίσθηση πως δεν έφυγε ποτέ από ‘κει που μου δημιούργησαν την απορία και το παράπονο : τι κρίμα που δεν έγραψε παιδικά παραμύθια…

_

γράφει η Μαριέττα Κόντου

____________

Σχετικά άρθρα:

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες – Μία απ’ αυτές τις μέρες

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος