συμπόνοια δε σου ζήτησα
δε θέλω να λυπάται
όποιος δίπλα μου σταθεί 
μονάχα να θυμάται.

τις καλές μου τις πλευρές
που θέλω κι εμφανίζω
μα έχω και τις κάκιστες 
κι αυτές τις χαρίζω.

σε όσους το το θελήσανε
να με ποδοπατήσουν
μα κάστρα βρήκαν έναντι
δικά μου να τους δείξουν.

της ψυχής αλάβαστρο
τηρώ το καθεστώς της 
μαρμάρινο το φρόνημα
για κάθε τι δικό της.

ανάστημα θαρρώ
το τώρα της καρδιάς μου
σ αυτό γνωμοδοτώ
κι έχω για ίνδαλμά μου.

το γαλανό και το λευκό
χρώμα να κυματίζει
στη σημαία της ζωής
δικής μου μη λυγίζει.

τι κι αν κατακτητές
τη λάβωσαν στα χρόνια
εδώ είναι φανερά
και τους δωρίζει χώρα.

όχι του δήθεν του ποτέ 
παρά εύλογα χορηγεί
νόμους κραταιούς
αλησμόνητους καρρέ

καρρέ να περνούν
στης γνώσης εκεί το πλάνο
θορυβώδεις ιαχές 
σαν το αεροπλάνο.

τρίζουνε συθέμελα
των όχι μου τα μέρη
παρά τα ναι ξαποστάζουνε
εκεί στο λημέρι.

που στέφθηκε εξ ουρανού
δικού τους μελήματος
αλήθειας πια τρανής
γιγαντιαίου διαμετρήματος.

δε σου ζήτησα λυγώ
στα τόσα που πρεσβεύω
μα είμαι πια μια χαρά 
τις χάρες και τις αρετές να διαφεντεύω…

 

_

γράφει η Άννα Ζανιδάκη

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!