Select Page

Δημήτρης Παπαδίτσας – Όπως ο Ενδυμίων

Δημήτρης Παπαδίτσας – Όπως ο Ενδυμίων

 

 

«Δημήτρης Παπαδίτσας – Όπως ο Ενδυμίων»

 

« Σήμανα το απρόβλεπτο

πάνω από τη σκέπη ενός θεωρήματος» 

 

Όπως ο ΕΝΔΥΜΙΩΝ. Ποιητική σύνθεση που ζητά αποκρυπτογράφηση σε μια σκέψη πολυδαίδαλη με αλληγορικά νοήματα, σύμβολα, συνειρμούς, αυτοαναιρέσεις και ερμηνείες ανατρεπτικές των δεδομένων αξιωμάτων σε κάθε έννοια φιλοσοφική. Όπου ο ποιητής, όπως άλλωστε και στα άλλα του έργα διερευνά μέσα από ένα απίστευτο λεξικό πλούτο τη δομή του κόσμου με εικόνες σαν «εν υπνώσει» δοσμένες, οι οποίες μας αποκαλύπτουν μυστήρια και μυστικά. Εκπυρσοκροτώντας οι στίχοι, επαληθεύουν τα λόγια του Α. Μπρετόν «Η ποίηση δεν έχει άλλο ρόλο εκτός του να ξεπεράσει τη φιλοσοφία».

Ο ίδιος ο Δ. Παπαδίτσας στην “ΠΟΙΗΣΗ 2” θα μας πει: «Και δεν εκφράζεται ο ποιητής ονομάζοντας τις συγκινήσεις και τις δονήσεις του, αλλά αφήνει το λόγο του να διαποτιστεί μ’ αυτές. Έτσι ο λόγος από τρόπος και στατικό μέσο έκφρασης αποκτά δυναμικές ιδιότητες δεν είναι παρά η ίδια η πορεία της ζωής και του πνεύματος που σε κάθε στιγμή αυτοδημιουργείται και αυτοαποκαλύπτεται».

«Τύλιγα μυστήριο και το ανέβαινα / Άσπρο αχνάρι μου, πουλί που δε βρίσκει δύση να σταθεί»... / Στη σπηλιά κι έξω απ’ τη σπηλιά / θέριευα το ένα κι έχανα το άλλο Σώμα / …. / Κι αυτή τη νύχτα και την άλλη νύχτα». ( Ι,ΙΙ)

Η σκέψη του ποιητή δεν αναπαύεται. Προχωρεί με στίχους που επενεργούν μαγικά. Φέρνει έναν άνεμο που λιγοστεύει την πραγματικότητα φυσώντας τη προς μιαν άλλη, αθέατη. «…Με κλίμακα ψυχής σε άσπρη ανηφόρα».

«Δρασκέλισα ερωτήματα / …. / Και κανείς δε με είδε αυτή τη νύχτα και την άλλη νύχτα /… και σήμανα το απρόβλεπτο πάνω απ’ τη σκέπη ενός θεωρήματος / ή μιας Με όλες τις προφυλάξεις κίνησης που παίζει την οικουμένη και το φόνο της στα ζάρια».

Αμφισβητεί, βλέπει πέρα, πάνω, πίσω, την «άλλη νύχτα» την «ανάποδη ζωή», ξεχνώντας τα ορατά, στοχεύοντας στο «ένδον» ,για μιαν άλλη θέαση: «Ξεκίνησα από ένα παράθυρο με θρυμματισμένο φως και μες τη νοτισμένη άσφαλτο τρύγησα όλο μου το ‘’είναι’’ /Κι αφού το χώνεψα υδροξύλια και ακατανόητες τροχιές φωτιάς / … / Ζήτησα από παντού ακόμα κι από τα αποφάγια ενός οράματος / Τη λίγη πιθανότητα … να προφέρω το πρώτο γράμμα κάθε πράγματος / Το Θήτα».

Σπάει το φράγμα των στεγανών που σαπίζουν ακίνητα και αποκαρπίζει τον εαυτό του για μια καινούργια γνώρα. Σε κάθε του στιγμή, στις διαρκείς συναντήσεις του με τα πράγματα, το «Θήτα» του θανάτου δένει τα πάντα από τη γέννησή τους και τα ακολουθεί εξαρχής.

Ως Ενδυμίων βλέπει πολύ συχνά με «Το μάτι του Ξενοφάνη» /ο ύπνος που είναι μέσα στο μυαλό», με την αρχαία ενόραση με την «άλλη» λογική της αντινομίας, του διεισδυτικού στοχασμού των Προσωκρατικών φιλοσόφων που αφορά στην αντίληψη του κόσμου. Μιλά για το άλλο ‘’είναι’’ μέσα στη φύση

«… όπως το δέντρο μέσα στο δέντρο / … / και το μάτι μέσα στο μάτι από θωριά / Ξύλα πέτρες κι ουρανόχτιστα σπίτια που τα βάφει ο αγώνας / κι ο ερχομός του νόμου που μοιράζει σε φως και σκοτεινιά». (ΙΙΙ)

Το σύμπαν εδώ κι η αρχαία Ελλάδα. «Αλφειέ, τυλιγμένε στο στέλεχός μου» λέει και καλεί και «ξετυλίγει υφάδια και κέρδη σκοταδιού στα κρύα μάτια των Εσπερίδων / Αστερόπη, Χρυσόθεμις, Εσπέρα, Γαλαξαύρα, / Και Φαιδριάδες του φεγγαριού από βασάλτη και βαριά πέτρα». V)

Θέλει σιμά του όλες τις μυθολογικές εκρήξεις, την ενσάρκωση του πνεύματος, τους βράχους που γκρεμίζουν το βέβηλο, τις κόρες της Νύχτας με τα κρύα μάτια και τα χρυσά μήλα της υπέρβασης. Κι όλες ετούτες κι εκείνες οι «γεννημένες μ’ άσπρα μαλλιά» θέλει να «ξυπνούν το Μάντη να ονειρευτεί το λοξό κέντρο βάρους / το έγχρωμο άνοιγμα του στήθους σε αύρες και μυστικά του νερού».

dokimio1_bΣε λυρικό παραλήρημα μπλέκει η σοφία κι ο μύθος και η προφητεία των άλλων πιθανοτήτων, το άνοιγμα της ψυχής σε χρωματιστές εμπειρίες κι αύρες. Να κι ο Ηράκλειτος με τη μνήμη του νερού την πάντα ρέουσα «.. που βρέχει ουράνιες ρίζες ένα αιώνα ή μια στιγμή σκόνης των προγόνων». Ο ποιητής πονά, δεν ησυχάζει: «Από μέσα με τρώνε στόματα ουρανού και δεν θα ησυχάσω αν δε μιλήσω…/ Μια φορά ο ύπνος μου με πήγαινε …. / από ερωτική καρδιά σε ανέμισμα θανάτου /κι από αέρα και καταιγίδα σε φωλιές τρυφερότητας / Τώρα με ιονισμένα δάκρυα και κεφάλι περασμένο σε κλωστές ονείρων βγάζω φως/ και το ανεβαίνω όπως η αράχνη το νήμα της / Έχω ξυπνήσει ένας μαγνήτης / που χάνεται μέσα στα μέταλλα που τραβάει / κι ότι έχω αγγίξει μ’ επιστρέφει στο αίτιό μου / Εκάτη της ψυχής που πίνει το ψυχρό της φως».

Ο Δ. Παπαδίτσας φεύγει από τα ορατά, υφαίνει το φως και γίνεται μαγνήτης που η ενέργειά του μεταγγίζεται στα εσωτερικά νερά του κόσμου που αγγίζει και μπαίνει στο σπήλαιο που φυλάει η Εκάτη αφού τον επιστρέφει εκεί όπου καθώς λέει «η άκρη μου βρίσκει το τέλος μου».

«Κανείς δεν με είδε σ’ αυτή τη νύχτα» (IV) θα πει ξανά , ορίζοντας την μοναχική πορεία του ποιητή στην κατάδυση και ανάδυση με όλα τα στοιχεία της φύσης και της ζωής εν κινήσει τόσο που σαλεύουν «στο κλειστό μάτι» και η ψυχή ορμητικό «σιντριβάνι κατήφορου και ανήφορου γύμνιας». Έχοντας ξεχάσει την απλότητα του κορμιού πλάι στη θάλασσα, το νερό το φαϊ και στα δάχτυλά του πια μόνο «η σκόνη που τρυγάει τον κόσμο/κι αυτό η ψυχή το λέει σοφία και κρυφή τάξη».

Μάτια κλειστά που θωρούν, εικόνες ασύλληπτες απ’ την ανοιχτή όραση και αισθήσεις που ξεκλειδώνουν παντοσφράγιστες πόρτες. Μέταλλα κι ορυκτά και σκαπτή ύλη και ζωντανοί θησαυροί της αέναης φυσικής ισορροπίας γίνονται στίχοι και χημικές ενώσεις με περίσσια σύνθεση των μορίων που δυναμώνει τις λέξεις κι από το υπέδαφος οι κρυφές αρτηρίες γεννούν άλλους δρόμους και μεταμορφώσεις .

Σκέψη βαθιά, οντολογική θεμελιωμένη συμπαντικά, που θα πει ασταμάτητα καθώς κι «ένα ζώδιο κι ένα λυπητερό κέντρο / … / ως το ακατανόητο βήμα μου αλλού». Ο ποιητής βυθίζει το πρόσωπο βαθιά του, αποποιείται το τυχαίο και καλλιεργεί το αγέννητο πιστεύοντας πως: « Μάταια ζει κανείς και μάταια ζωντανεύει μες την αφή της υποταγής σε απαλά σαλέματα των σωθικών που δεν υπάρχει όνειρο να τα σωπάσει / Θα πεθάνω αν από μέσα μου λείψει η άγρια μέθη σου / Θα πεθάνω επίσης αν αντί του υπάρχοντος προσώπου με καταφάει το ανύπαρχτο της φύσεώς μας».

Ο νους του «νήπιον» σκάβει κι οργώνει και βουτάει ψάχνοντας «σπάνια υλικά» που ρουφά τη μέθη τους καθώς κάθε φορά είναι πιο κοντά στο λίγο. Να ξοδεύεται ζώντας από το να ζει πεθαίνοντας.

VI,VII. Προτρέπει να βρούνε οι ζωές κέντρο στάζοντας τον εαυτό του «Πάτμο μέσα στα σπλάχνα μου φώναζα… / Καθώς τα διαβατάρικα γεράνια βγαίναν απ’ το άλλο μέρος μου στάχτες και θνητοί αμφορείς». (VI,VII)

Και το κορμί «θηκάρι διπλής όψης» που πάνω του «από χρυσές περιπαθείς διώρυγες τραβάει προς τις αέρινες τροφές του το άλλο σώμα», … / βαθύ κορμί στο άσπρο σου εκμαγείο η προδοσία της πλάνης σου μετράει σφυγμούς». Η αντωνυμία ‘’άλλος’’ σφραγίζει σε όλο του το έργο την φιλοσοφική του αναζήτηση του διττού, τη διπλή εκδοχή των πραγμάτων, την εσωτερική αντίφαση, τη φθορά και την αφθαρσία όπως άλλωστε και οι γλωσσικές του παραστάσεις, οι αριθμοί αλλά και τίτλοι των συλλογών του.

«Το νούμερό σου είναι το δύο /… Η αρπαγή της πυράς μόλο το στόμα/ ην αποστροφή του σκοταδιού με όλο το χέρι / το βύθισμά σου ψηλά μ’ όλους τους πίδακες / κι όλο το ενδοκρινές αλάτι ./ Βαθύ κορμί».

Στο ποιητικό του λεξιλόγιο η γλώσσα φωσφορίζει παθιάζεται, παραδίνεται ανεξάντλητη τόσο που πολλές φορές η σύνταξη ξεφεύγει, παραπατά κι εκεί σώζει η ουσία, η έκπληξη του νοήματος σαν χρησμός και σαν έκσταση .

Προσδοκία του το φως. «Που κανείς δεν ονειρεύεται και κανείς δεν το ξοδεύει»./ … / Καθώς ξανοίγεται ο υπέροχος ορίζων και προσφέρεται σε μας η πεμπτουσία και η χάρις / Εντός του εγκεφάλου προσαράζουν τα λεπτότατα μυστήρια/Ουράνια πανηγύρια οράσεως αποδίδουν άλλο χρώμα / …Σα μέσα σε πέλαγος διαστάσεων Οικουμένης».

Από το δέκατο κεφάλαιο περιγράφει συγκλονιστικά την πορεία της ύπαρξης με τα γήινα και τα θνητά ίχνη όχι «στο σοφό και στο κώνειο» αλλά «στο κακό που μας βρήκε δίχως Πέρσες», … / με το μηδέ της δίνης και της ζάλης / Φυγάς η απεραντοσύνη/κόκκαλα χτίζουν τους αιώνες … / Κατεβαίνουν οι κόσμοι … / Η αναρίθμητη δόξα του εκτός κατέφαγε το εντός … / Με την παγίδευση απεριγράπτου αισθήσεως στο βάθος των οργάνων./ (X)

«Στο κέντρο η μακρινή και μόλις ορατή απομάκρυνση των γιγαντιαίων πυθμένων/ η αίσθηση πάνω από την αίσθηση … / Με άλλη αφή … / αφή απ’ το σήμερα … που διαιρεί το βίο σε δυο δακτύλιους. / …Εκεί λοιπόν το ακριβό δυσεύρετο μετάλλευμα / Εκεί η αστραπή του προορισμού και η μοίρα… / Εκεί όλα τα αίτια του βλέμματος όλα τα κίνητρα της πέτρας σε άνθη».(XIII)

Εξαιρετική η έμπνευση στο «Ούτε» που προτάσσεται λεκτικά και καταλυτικώς νοηματικά σε αισθήσεις, φυσικά στοιχεία και ανθρώπινα μέλη δίνοντας τη ερημιά στον έρωτα. «Ούτε ξημέρωμα αντρικό σε θηλυκή βραδιά / …ούτε φωτιές ούτε χείλια που τις δυναμώνουν στις ερημιές του χειμώνα / ούτε εγώ ούτε εσύ /».(XIV)

Στα ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ , ο ποιητής μας δίνει μιαν ανάγνωση σοφά συμπυκνωμένη σε φράσεις που αναδύουν νοσταλγία και μια πικρή γεύση για την πατρίδα μεταφέροντάς μας πολύτιμα εμβάσματα. Εικόνες της Ελλάδας, νερά κι αμπελώνες, τα περάματα κατακτητών, μνήμη του Μυστρά και του Δευκαλίωνα

«η Αττική μεσημεριάτικη άχνη αξέχαστων προγόνων /…λίγο Ευκλείδη στην ανάσα / …μέσα στην γαλακτώδη ορμή της μέρας ουρανός ο Ξενοφάνης / « Η ιστορία παίζει με τη ζωή ,η τρυφερότητα αιχμαλωτίζεται απ’ την πλάνη... / και αξέχαστο τ’ αηδόνι… / το μυστικό δεν είναι να σε πάρει η λησμονιά».

Στη συνέχεια αναφέρεται στο προκοσμικό τέρας «το μηδέν» που ορίζει το σχηματισμό του κόσμου, τρομαχτικό και ζωηφόρο. Η αλυσίδα της ορμόνης που «χάνεται στην ορμή της», ο σπόρος που σαπίζει και η φθορά οδηγεί στη συνέχεια. «Η αυγή ξανά πηγαίνει στην αυγή / … το μάτι φυτρώνει μέσα σ’ εκείνο που βλέπει».

Στα ΘΗΡΑΜΑΤΑ, ο Δ. Παπαδίτσας μας δίνει τα καλέσματα του έρωτα, ερμηνεύει το σεισμό τους με εικόνες εκρηκτικές και αλληγορικές για την προαιώνια μέθη και την έκσταση.

Ανιχνεύει και ανιχνεύεται διαρκώς διδάσκοντας ποιητικά τρόπους να κερδίσουμε την αιωνιότητα μιλώντας και σιωπώντας μέσα απ’ τις λέξεις. Αποκαλυπτικός επίσης στην ΑΠΟΘΕΩΣΗ ΑΥΛΗΤΡΙΔΑΣ καθώς στο νυν και αεί της μνήμης σε ομοιοκατάληκτο στίχο δίνει το γρίφο και την κιβωτό των δημιουργικών αρχών της ζωής και της βιολογικής και κοσμικής αλήθειας.

Στο εκπληκτικό ποίημα ΕΜΒΡΥΟ ΦΩΣ οι στίχοι σημαίνουν ασταμάτητα με βαθιά τρυφερότητα και σοφία, ολοκληρώνοντας στο βιβλίο, την εικόνα αυτού του δημιουργού με την πολύ προσωπική γραφή, που συνεπαίρνει και μας παρασύρει σε ενδοσκόπηση, σε μιαν άλλη σφαίρα γεμάτη μυστικά φανερωμένα, λυτρωτικά και σπαρακτικά μαζί, με την δικιά του θέαση. Η ενόραση του ποιητή και η φιλοσοφική του σκέψη μας κατηχούν στον πρόναο της άλλης νύχτας, στο σπήλαιο όπως ο Ενδυμίων όπου σ’ ένα οικουμενικό πέλαγος κοινωνούμε στη συνέχεια την άλλη εκδοχή των πραγμάτων πάντοτε με το άλλο φως. « Εκείνο το έμβρυο φως που σ’ ανεβάζει στην ανάστασή του απ’ το φονιά της καρδιάς σου … / Χαρά του χεριού να το πλάθει / Χαρά του ματιού που το αντιφεγγίζει με όλα τα σύννεφα και τις πενίες / …Η χάρις έρχεται από το πούπουλο κι όχι απ’ το φτέρωμα του παγωνιού / Κι από μια συλλαβή σ’ ένα δάσος κατεβαίνει κανείς στο τίποτα της ρίζας του».

 

_

γράφει Μαρία Σκουρολιάκου

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!