Στου ονείρου τις διαδρομές έχτιζε πολιτείες στα σύννεφα. Στη ζωή έμελλε να φτάσει ψηλότερα. Έγινε κοσμοναύτης! Μόλις τον εγκατέλειψε εκείνη, ορκίστηκε να μην ξαναπατήσει το πόδι του στη γη.  Αφού δεν μπορούσε να βλέπει τα αστέρια στην αγκαλιά της, θα γινόταν ο ίδιος αστρόσκονη που θα σκέπαζε νοερά το κορμί της τα δειλινά!

Από το παράθυρο του Διαστημικού Σταθμού, όπου εργαζόταν, θαύμαζε ανελλιπώς τα ουράνια σώματα. Εκείνη η μέρα σημαδεύτηκε ανεξίτηλα στο μυαλό του. Ένα κοπάδι από διάττοντες αστέρες χάιδεψε απαλά τη γήινη ατμόσφαιρα.

Καθώς αιωρούνταν, μετέωρος στις σκέψεις του, τη θυμήθηκε. Έσφιξε στην παλάμη του το σταυρουδάκι, που εκείνη του είχε χαρίσει, κι ευχήθηκε να ήταν και πάλι μαζί της! Και τότε, ένα δάκρυ κύλησε στο τζάμι. Ρωγμή στο χωροχρόνο κι εκείνος, χαμένος ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, να περιπλανιέται στο παράλληλο σύμπαν ενός ανεκπλήρωτου έρωτα…

 

_

γράφει ο Σάββας Ρουμελιώτης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!