Select Page

Δύο όνειρα

Δύο όνειρα

 

 

 

Γαντζώθηκε από το συρματόπλεγμα κι άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στο πουθενά. Αυτό το πουθενά που, μαζί με την περίφραξη, οριοθετούσε πια τα μονοπάτια της ζωής της. Σε ανήλιαγο κελί η ψυχή της κι ας έκαιγε τα μάτια της ένας ολόλαμπρος ήλιος.

   Γύρω της, η φύση διαλαλούσε μία προχωρημένη άνοιξη, στέλνοντας το μήνυμά της μέσα από τα τραγούδια των πουλιών, το φλερτάρισμα των μελισσών, τη χρωματική πανδαισία των λουλουδιών. Έξω από τo κέντρο κράτησης, κάποια παιδιά κυνηγούσαν συνεπαρμένα τα χιονένια άνθη της λεύκας, που όλο τους ξέφευγαν.

   Μια πεταλούδα πέταξε απαλά μπροστά της κι ήρθε να ξαποστάσει πάνω στο μανίκι της. Την κοίταξε τρυφερά κ έμεινε ακίνητη για να μην την τρομάξει.

   «Εσύ, κατάφερες να μεταμορφωθείς», ψέλλισε.

   Ενώ η ίδια, από ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας, πάνω που είχε αρχίσει να σπάει το κουκούλι της και να απλώνει δειλά-δειλά τα εύθραυστα φτερά της προς το φως, ο μηχανισμός αντιστράφηκε κι έγινε πάλι κάμπια.

   Στη σκέψη αυτή, η απελπισία άπλωσε για ακόμη μία φορά τα δίχτυα της και την φυλάκισε μέσα τους. Ένιωσε το κορμί της να τρέμει και το οξυγόνο να στερεύει. Πήρε μία βαθιά ανάσα και σαν τη μοναδική κίνηση σωτηρίας, έβγαλε προσεκτικά από την τσέπη της την φωτογραφία. Το μοναδικό ενθύμιο από την προηγούμενη ζωή της.

   Την έφερε μπροστά στα διεσταλμένα από φόβο μάτια της. Πάνω στο φανερά ταλαιπωρημένο χαρτί, αμυδρά διακρίνονταν πια, δύο χαμογελαστά πρόσωπα. Όμως, όσο κι αν είχε φθαρεί, όσο κι αν τα χρώματα της είχαν ξεθωριάσει, ήταν το μοναδικό αντικείμενο που της θύμιζε αυτήν που ήταν κάποτε, αυτά που ονειρευόταν, αυτά που έλπιζε να συμβούν.

   Την κοίταξε πολλή ώρα, μέχρι που τα δάκρυά θόλωσαν τελείως την εικόνα μπροστά της και της φάνηκε πως τα χαμόγελα μετατράπηκαν σε μάσκες πόνου. Έτσι συνέβαινε κάθε φορά. Την έφερε στα χείλη της και την φίλησε, σχεδόν ευλαβικά. Αμέσως μετά, την έβαλε ξανά απαλά στην τσέπη της, για να κάνει παρέα στα δύο χαμένα όνειρα που, προσεκτικά σκεπασμένα, κοιμόνταν εκεί μέσα. Δύο όνειρα, tο δικό της και του άντρα της. που δεν επρόκειτο ποτέ πια να ξυπνήσουν. Θα έμεναν για πάντα εκεί, βυθισμένα σε έναν αιώνιο ύπνο. Ήταν τα όνειρα τους για μία καλύτερη ζωή γι’ αυτούς και για το αγέννητο ακόμη παιδί τους, που τους οδήγησαν εδώ. Μακριά από τον αδελφοκτόνο πόλεμο, μακριά από την ολοήμερη περιπολία του θανάτου, που καιροφυλακτούσε σε κάθε τους βήμα.

   Στην αρχή, νόμιζαν πως όλα αυτά θα τελείωναν σύντομα. Αλλά ο καιρός περνούσε κι η κατάσταση όλο και χειροτέρευε. Μάθαιναν για κόσμο που εγκατέλειπε ομαδικά τη χώρα. Κι ήρθε και γι’ αυτούς το φευγιό, αρχικά απλά σαν σκέψη. Κατόπιν έγινε ελπίδα. Και μετά όνειρο με, σίγουρα, ευτυχισμένο τέλος. Η πατρίδα τους δεν μπορούσε να τους προσφέρει πια τίποτα. Ήταν νέοι, δυνατοί, κι έπρεπε να τολμήσουν. Να τα αφήσουν όλα πίσω και να ξεκινήσουν μία καινούργια ζωή σε άλλο τόπο. Το όφειλαν στον καρπό της αγάπης τους, που είχε φυτρώσει μέσα στα σπλάχνα της. Ναι, θα περνούσαν πρώτα στην Ελλάδα, κάτι που, όπως άκουγαν, ήταν πολύ εύκολο κι από εκεί θα έβρισκαν τον τρόπο να φτάσουν σε κάποια χώρα της βόρειας Ευρώπης. Μακριά. Πολύ μακριά από τους βομβαρδισμούς και τους ελεύθερους σκοπευτές.

   Βδομάδες ολόκληρες κράτησε η περιπέτειά τους. Άλλοτε με αυτοκίνητο, άλλοτε με τα πόδια. Κινούνταν πάντα στα κρυφά, τις νύχτες, μαζί με δεκάδες άλλους ανθρώπους. Ένα ανακατεμένο κουβάρι κουρασμένων κορμιών. Διαφορετικές φυλές, διαφορετικό χρώμα δέρματος, διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικές θρησκείες. Αλλά με έναν κοινό πόθο. Ένα καινούργιο ξεκίνημα.

   Μέχρι που κατάφεραν να φτάσουν στα τουρκικά παράλια. Τα βάσανά τους είχαν τελειώσει. Οι ακτές του Ελληνικού νησιού που θα κατέφευγαν, διακρίνονταν καθαρά στον ορίζοντα.

   Το μικρό αλιευτικό στο οποίο τους ανέβασαν, της προκάλεσε μία παράξενη ταραχή κι έναν αναιτιολόγητο φόβο. Μία φωνή μέσα της, της έλεγε να μην επιβιβαστούν. Προσπάθησε να το αποδώσει στην κούραση και δεν είπε τίποτα. Αλλά το ένστικτό της, δεν την άφηνε να ηρεμήσει. Κοιτούσε συνέχεια επιφυλακτικά γύρω της, προσπαθώντας να διακρίνει κάτι, αόρατο μέχρι στιγμής. Το φεγγάρι ήταν στη χάση του κι επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι. Η νύχτα ήταν πολύ κρύα, φυσούσε δυνατά και τα κύματα, όσο ανοίγονταν, θέριευαν, κάνοντας το πλοιάριο να κλυδωνίζεται άσχημα στους ρυθμούς τους.

   Δεν είχε περάσει πολύ ώρα απ’ όταν απέπλευσαν και μία σειρήνα ακούστηκε. Κάποια φώτα φάνηκαν μακριά, σπάζοντας το μελανό μοτίβο του ορίζοντα. Τότε, οι έμποροι του ανθρώπινου πόνου, δεν δίστασαν στιγμή. Βρίζοντας, τους άρπαξαν άγρια και τους πέταξαν στα μαύρα, θυμωμένα νερά του Αιγαίου. Αμέσως μετά, εξαφανίστηκαν γρήγορα για να γλυτώσουν τη σύλληψη.

   Διψασμένη η θάλασσα για ζωές από ανθρώπινα συντρίμμια, άρπαξε στα πλοκάμια της όσες πρόλαβε, πριν φτάσει το σκάφος της διάσωσης. Εκεί, χάθηκε πρώτα το όνειρο του άντρα της, στην προσπάθειά του να κρατήσει την ίδια στην επιφάνεια. Μαζί χάθηκε και το δικό της. Βυθίστηκε κι αυτό μέσα στα παγωμένα νερά. Ίσα που πρόλαβε να αρπάξει τις αύρες τους την ώρα που αναδύονταν και να τις χώσει βιαστικά στην τσέπη. Για να έχει κάτι να θυμάται.

   Νόμιζαν πως είχαν ξεγελάσει τη μοίρα. Πίστευαν πως είχαν καταφέρει να αλλάξουν τα σχέδιά της γι’ αυτούς. Το μόνο που, τελικά, είχαν καταφέρει, ήταν να της κλέψουν κάποια όνειρα και να τα χώσουν λαθραία στις αποσκευές τους. Θυμωμένη αυτή, τους κυνήγησε για να τα πάρει πίσω. Κι έμειναν με ένα τίποτα.

   Τώρα πια, στο ασφαλές καταφύγιο-φυλακή της, περιμένει την ώρα της απέλασής της. Όσο περνούν οι μέρες, το μωρό της διαμαρτύρεται όλο και περισσότερο. Βιάζεται να γνωρίσει τον κόσμο.

   Κάθεται και αναλογίζεται. Έχουν, άραγε, τα όνειρα πατρίδα; Έχουν φυλή; Έχουν γλώσσα; Έχουν χρώμα; Είναι δικαίωμα όλων ή προνόμιο κάποιων; Και κυρίως, περνάνε μέσα από κυτταρικό επίπεδο στις επόμενες γενιές; Γιατί ξέρει καλά πως η ίδια, δεν θα καταφέρει ποτέ πια να διδάξει στο παιδί της πώς να τα αποκτά και πώς να τα διεκδικεί.

   Τις νύχτες κρυώνει. Κρυώνει πολύ. Όσα σκεπάσματα κι αν ρίξει, δεν καταφέρνει να ζεσταθεί. Περιμένει μόνο την ώρα που θα έρθει ο άντρας της να την κρατήσει στην αγκαλιά του. Κι όταν αυτός έρχεται, της χαϊδεύει τα μαλλιά, της χαμογελάει και της ψιθυρίζει να είναι δυνατή και να ελπίζει. Γιατί η ελπίδα, ακόμη και στις πιο δύσκολες καταστάσεις, πάντα βρίσκει τον τρόπο να αναγεννιέται από τις στάχτες της.

   Κι αυτή ελπίζει. Ελπίζει να προλάβει να γεννήσει εδώ, πριν την απελάσουν. Να κερδίσει λίγο καιρό. Λίγα χρόνια ήρεμης ζωής, μέχρι να μεγαλώσει το παιδί τους.

   Απλά ελπίζει. Δεν ονειρεύεται τίποτα πλέον. Γιατί τα όνειρα, κοστίζουν πολύ ακριβά. Ειδικά τα κλεμμένα.

 

_

γράφει η Ρίτα Μενεξίδου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

4 Σχόλια

  1. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    “Απλά ελπίζει. Δεν ονειρεύεται τίποτα πλέον. Γιατί τα όνειρα, κοστίζουν πολύ ακριβά. Ειδικά τα κλεμμένα.”

    Υπέροχο!!! Δεν βρίσκω άλλη λέξη να το περιγράψω!
    Με συγκίνησε, με άγγιξε σε πάρα πολλά σημεία του, με έκανε να ανατριχιάσω σε ορισμένα από αυτά!
    Θερμά συγχαρητήρια, φίλη μου Ρίτα!

    Απάντηση
    • Ρίτα Μενεξίδου

      Σ’ ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια, Βάσω!

      Απάντηση
  2. Ανώνυμος

    Πάρα πολύ δυνατή περιγραφή μιας δύσκολης ζωής…αυτών των ανθρώπων που δεν είναι βολεμένοι στον πλανήτη μας…που κάνουν όνειρα και ελπίζουν…

    Απάντηση
  3. Ευτυχία Κοσμαδοπούλου

    Πολύ καλή γραφή και καθόλου ‘αυτιστική’! Μπράβο, Ρίτα!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αναζήτηση στη σελίδα

Προσαρμοσμένη αναζήτηση

Αρχείο

Είσοδος