Πίσω στο διάσελο της νιότης,
ο άνεμος χαϊδεύει τις χορδές των κλώνων!
Παίζει ο μελωδός νοτιάς τις αναμνήσεις
και γύρω του χορεύουν ξεραμένα φύλλα!
Φέρνει μαζί του απ’ της νιότης τα πεδία,
πέταλα ξεραμένα από ρόδα
κι αρώματα νοσταλγικά,
από λεμονανθούς και πεύκα!
Ανοίγουν τα παραθυρόφυλλα της μνήμης,
στης αναθύμησης τον κόσμο τον ξεθωριασμένο.
Ένας ξενομερίτης με καμπάνα παντελόνι
και με πουκάμισο μεσάτο όλο περικοκλάδες,
χαιρετάει!
Στη χούφτα του κρατεί κεράσια μισογινωμένα,
κλεμμένα από μια άνοιξη,
που στοίχειωσε στη μνήμη!
Είναι ο Έρωτας που ροβολάει απ’ τ’ αλαργινά τα χρόνια!
Είναι αυτός που έγραψε,
με της σαΐτας την ηδύαλγη την πένα,
στα αγιασμένα από δάκρυα λευκώματα
και χάραξε με τον σουγιά ασημωτές σημύδες!
Είναι αυτός που έγραφε τα «σ’ αγαπώ»,
πίσω από μαυρόασπρες φωτογραφίες
κι απ’ των βιβλίων τα οπισθόφυλλα τα σκεβρωμένα!
Νότες αποδημητικές μινόρε τιτιβίζουν!
Φτεροκοπούν κάτω απ’ το ξέφλουδο περβάζι,
Δάκρυα τρέχουν να ξεπλύνουν,
των όρκων των ξεψυχισμένων τα κουφάρια!
Τ’ αστέρια τότε που μετρούσαμε,
έχουν πια σβήσει!
Την άνοιξη αγέλαστη την παρατήσαμε
σε μια στερνομαγιά!
Οι μίσχοι απ’ τα ροδόλευκα τα «σ’ αγαπώ»
Στεγνώσαν!
Κι ο Έρωτας στο χώμα νηπενθής,
μια μαραμένη στρώση
από κύκνεια ευωδία.
_
γράφει ο Αντώνης Παπαδόπουλος








0 Σχόλια