Άνθρωπε, ενώ στην πλάτη σου ταιριάζουν δυο φτερά
Έσκυψες και σου κρέμασαν ατέλειωτες κλωστές
Κι αντί να χτίζεις όνειρα και ηλιόφωτα οχυρά
Έγινες ένα άβουλο ανθρώπινο εκκρεμές

Ζηλεύεις όποιον έχει μακρύτερο σκοινί
Κι αγώνα δίνεις μάταιο να είναι από μετάξι
Πουλιέται η ελευθερία σου κι εσύ ρωτάς τιμή
Γιατί δεν αγοράζεις φως προτού να σκοτεινιάσει;

Με τις δικές σου τις ευχές στήνουν το θάνατό σου
Και βάζουν στο κεφάλι σου ιδέες ευτελείς
Ρημάζουνε τη φύση με τα χέρια τα δικά σου
Κι εσύ αργοπεθαίνεις προτού να γεννηθείς

Και περπατάνε ανίδεε μέσα απ’ τα πέλματά σου
και βλέπουνε τα πάντα απ’ τα μάτια τα δικά σου
και όταν σου μιλούνε δικιά σου είναι η φωνή

Πώς νιώθεις που κατάφερε το ίδιο σου το είδος
να σε έχει μετατρέψει σε κούκλα με σκοινί;

Κι έτσι περνούν και φεύγουνε οι μέρες και τα χρόνια σου... κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα...
Ταυτίστηκε η ζωή σου με παράσταση και κλαίει για σωτηρία μια ελπίδα
Άνθρωπε, «ευτυχισμένε σκλάβε μου»... ως πότε θα αγαπάς την αλυσίδα;

 

_

γράφει η Ίλα Μήσηα

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!