Σωρός οι πέτρες στ' αυλάκια της ζωής
Και τα χέρια βαριά να τις σηκώσουν
Κουράστηκαν να οργώνουν
του χρόνου τα χωράφια
κι έμειναν ανήμπορα, δίχως πνοή
Πλήθυναν οι ήττες στις ανηφοριές
και ήρθαν πάνω σε σαλαμάνδρες
τα όνειρα να φαρμακώσουν
Κρύφτηκαν οι μνήμες στους λάκκους της ιστορίας
πίνοντας σκοτάδι και νερό
Γύρω τους ξεψυχούσαν οι διαβάτες
Τη μοναξιά θεά τους είχαν κάνει
Και στους λόφους με τους ασφοδέλους
οι φύλακες μάταια κοιτούσαν να σβήσουν τις φωτιές
που έρχονταν αργά τα καλοκαίρια
Άνοιγαν πληγές στο χώμα
και γεννούσαν άνδρες
που κάποτε ήταν σύννεφα

 

_

γράφει ο Χριστόφορος Τριάντης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!