τοβιβλίο.net

Select Page

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΨΥΧΗΣ, του Κώστα Καρούσου

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΨΥΧΗΣ, του Κώστα Καρούσου

γράφει η Χρύσα Νικολάκη

Κριτικός Λογοτεχνίας (Μaster of Arts), E.A.P

Συγγραφέας/Θεολόγος

Διαβάζοντας κανείς τα ποιήματα του Κώστα Καρούσου δεν μπορεί να μην ανατρέξει στη φράση του Γάλλου δοκιμιογράφου Ζουμπέρ Τζόζεφ: ”Δεν θα βρεις την ποίηση πουθενά αν δεν κουβαλάς κάποια μαζί σου”. Η ποίηση του ακροβατεί ανάμεσα στο εφήμερο και στο αιώνιο, ανάμεσα στο γήινο και στο θεϊκό, ενατενίζοντας πάντα προς τον ουρανό. Στο τέλος νικητής είναι ο ποιητής, ο οποίος αγκαλιάζει με την ψυχή του την αιωνιότητα, όπου εκεί στο επέκεινα βρίσκει απάντηση στα ερωτήματα της.

Η ποιητική συλλογή ξεκινά με το ποίημα «Προσευχή», που σαν Ακολουθία στον Εσπερινό της Αγάπης, προσκαλεί τον Πανάγαθο να αποδεχτεί την ακροβασία της Ποίησης, να «πεντασχιλλιώσει τα ψίχουλα της αγάπης». Ο Θεός της αγάπης, της ειρήνης και του ελέους καλείται στο μεγάλο τραπέζι της ζωής να ευλογήσει και να συγχωρέσει, να περιχωρήσει στις αγκάλες του όλα τα δεινά της ανθρωπότητας, όλα τα προβλήματα που μαστίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο και για τα οποία με άρρητο σεβασμό και ευαισθησία οι ποιητές μάχονται.

Η ποίηση, αυτή η θεραπαινίδα τέχνη, γίνεται σε πολλά του ποιήματα πηγή όπου ο νους καταλαγιάζει και δροσίζεται από τα θαμπωμένα ρωτήματα και τις ανάσες μιας ηθικά παρακρουσμένης εποχής. Αδημονεί και αναρωτιέται για την ανάπαυση της ψυχής μέσα στους δύσβατους καιρούς στο ποίημα του «Ακροβατείς».

Στα πατριωτικά του ποιήματα η Σολωμική επιρροή φαίνεται από τον διάχυτο λυρισμό στη φύση. Δεν λησμονά να τη μπολιάσει με το αρχαιοελληνικό πνεύμα χωρίς να αμελεί να τη συνδέσει με την σύγχρονη πραγματικότητα. Σε αυτό φροντίζει να διατηρήσει υφολογικά ακέραιο το συναίσθημα της ασίγαστης περηφάνιας για την πατρίδα συνδεδεμένο με τη «σιωπή» στην οποία περιέρχεται μέσα στο «απροσδόκητο του χρόνου».

Ο Ελληνισμός του τονίζεται στο ποίημα που είναι αφιερωμένο στην Αμφίπολη και σε όσα δεν κατόρθωσαν να βγουν στο φως! Η θρησκευτικότητα και η επίγνωση του αρχαίου κάλλους αποτελούν τον τέλειο συγκερασμό αρχαιοελληνικού πνεύματος και ορθόδοξης λατρείας στους στίχους:

«Πηγή της ύπαρξης μου

ο θεμέλιος λίθος των λεγεώνων σου

και της απόδημης ιεροσύνης

ο σπλαχνικός οργασμός του οράματος».

Η αγωνία για την εκποίηση της πατρώας γης φανερώνεται στο ποίημα: «Μια συννεφιά», που πάραυτα καταλήγει ελπιδοφόρα με τους στίχους: «Της αειπάρθενης γης είναι βλαστάρι/γίνεται φάρος κι αντίδωρο/ της κρύφιας εποχής το καλωσόρισμα!»

Η οικουμενικότητα και η νοσταλγία για τις χαμένες πατρίδες υμνείται (στο ποίημα Καππαδοκία) μέσα από διάχυτο λυρισμό και πλούσια εικονοποιεία. «Στην πράσινη θωπεία του κήπου σου /βλάστησε το κιονόκρανο βλέμμα σου».

Ο Κώστας Καρούσος πετυχαίνει με την ποίηση του αυτό που γράφει ο Σίλερ: « Ότι μια αυτόνομη ψυχή από κάθε φοβερό αντικείμενο ηξεύρει να γεννήσει υψηλό.» Ακροβατώντας μεταξύ ερέβους και φωτός η ψυχή αναζητά την χαρά, τον ήλιο να ξεδιψάσει με τις αχτίδες θάλπους της. Όπως στο ποίημα «Θα σε γιορτάσω», όπου η ποίηση, συμπλοηγός της χαράς, «γιορτάζει στο φύλλο μιας λέξης που τρέμει», μέσα σε «ρήματα γαλάζιας κρούστας και μεθυσμένα ρόδα». Οι εικόνες πότε λειτουργούν ελπιδοφόρα και πότε αποτυπώνουν σύμβολα ψυχικών καταστάσεων. Και στις δύο περιπτώσεις εκφράζουν τη μέθη του ποιητή από τις εντυπώσεις που προμηθεύει η οπτική του ικανότητα.

Στα ερωτικά του ποιήματα «ακροζυγιάζεται ο ήλιος», η ποίηση πανταχού παρούσα, «με δύο στίχους γυμνούς παντεπόπτες μαθαίνει να ανακρούει στο κατάκρυμνο του βίου πεδίο», ενώ η γνώση λειτουργεί λυτρωτικά με σύντεχνο τον χρόνο, πορευόμενη προς τη λήθη.

Ο έρωτας στο πέρασμα του χρόνου ευωδιάζει. Είναι «ένα φιλί χρυσάκτινης ευωδίας» παραπέμποντάς μας στην Ιλιάδα. Η προσμονή, ως κυρίαρχος του έρωτα, παρομοιάζεται με κόρη – λέξη που στάζει μέλι στον άσπρο κόρφο, στο μέρος της καρδιάς. «Τα μάτια της» αγαπημένης είναι εκείνα τα μάτια που αποτελούν το άγρυπνο διάσελο της ψυχής για να περάσει το μεγάλο δρόμο. Είναι το εφαλτήριο για την εκτίναξη του δυναμικού του στο έπακρο.

Το πιο ερωτικό του ποίημα είναι η «Οπτασία Ιουλίου», όπου υπερρεαλιστικά μας κάνει να ανατρέξουμε στους στίχους της Σονάτας του Σεληνόφωτος. Γράφει: « Το μεσονύκτιο κάδρο σου γεννάει κλάδους /ήχους /δάχτυλα κι αέρινη οπτασία φωτός. Τα πλήκτρα μόνα τους αναπνέουν την αδρανή σονάτα των δαχτύλων σου» παραπέμποντας μας στους στίχους του Ρίτσου: «…Αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια — δε θέλω να τ’ ακούσω.»

Στα θεοκεντρικά του ποιήματα, όπως το «Είσαι το Μεταίχμιο», η απόλυτη αγάπη, η άσπιλη συγχώρεση και η διαδικασία εξόδου απ τη φθαρτότητα συμπυκνώνεται στους στίχους:

«Είσαι μιαν επιούσια φάτνη/που δικάζει κι’ ανακρούει/την εγχώρια λιτάνευση κι όλη τη γήινη φθορά μας;»

Μέσα από την χρήση του θρησκευτικού στοιχείου και της παράδοσης (Εικονικές Αλήθειες) αναφέρεται στον αδηφάγο χρόνο που στο πέρασμα του αφαιμάζει την παράδοση, βαθιά τίκτει την καθημερινότητα οδηγώντας στη διάβρωση των ηθών και στην παρακμή της κοινωνίας. Το μόνο που μένει είναι ένα κρυογάλανο κύμα ποίησης.

Στο ποίημα «Θα ‘ρθεις» απευθυνόμενος στον Λόγο, μας παραπέμπει στο ποίημα «Επιλογικόν» του Γιάννη Ρίτσου. (Νὰ μὲ θυμόσαστε – εἶπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα χωρὶς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σὲ πέτρες κι ἀγκάθια) Θα ‘ρθεις γράφει..» όταν θα προβάλει το αδιέξοδο και το πέρασμα της γης θα σε χωράει».

Ο ποιητής, αδελφοποιημένος με τη θνητότητα, κρύβει στα ποιήματα του (πως θ απαλύνεις;) το νόημα του Επέκεινα, αναζητά να οικοδομήσει μια γέφυρα που ενώνει το θεϊκό με το ανθρώπινο στοιχείο. Ως προς αυτό μας παραπέμπει στα ποιήματα του Α. Σικελιανού. Η εξομολογητική διάθεση είναι φανερή. Άλλες φορές πάλι στα ποιήματα του οι Ελυτικές καταβολές είναι διάχυτες αναφορικά με την αισθητική τους αξία και την τεχνική τους αρτιότητα. Αυτή η ικανότητα του να σμιλεύει τις λέξεις άλλοτε ακριβολογώντας και άλλοτε με υπερρεαλισμό διαφαίνεται κυρίως στα πατριωτικά του ποιήματα, όπως στο ποίημα: «Όρθρος Βαθύς Πατρίδα μου: «Πώς την ηχώ της λέξης επαλήθευσες /και της αδιάφθορης γαλήνης τη ροή σου/πώς λαμπάδιασες του χρόνου τ’ απροσδόκητο/στην καταχνιά που σέρνεται η σιωπή σου;»

Στους στίχους της Άνοιξης συμβολικά παρομοιάζει την Ποίηση με πέταλα που ευωδιάζουν το κλέος των ανθρώπων. Με ευωδιές ανθών στιχοπλέκει αισιόδοξα την επερχόμενη Άνοιξη της ψυχής: «Μια νοτισμένη ελπίδα διάφανη άνθισε μέσα μου!» γράφει. Η λέξη γίνεται «ηλιογέννητη διαφάνεια, εύχυμη περηφάνια, φώς δροσοφόρο, πυροφάνι αγάπης στην εσάρπα της ψυχής». Ο διάλογος είναι «πολύχυμος ερμηνευτής, ανεξάντλητο ρόπτρο της μέρας, ανερμήνευτος νόστος και θριαμβικός έρωτας».

Η ψυχή του ποιητή στεγάζεται και συμπλέει υπέρ της άνυδρης ψυχής των κρυπτομένων. Φροντίζει ότι προεξέχει του καιρού να το ντύσει κι ότι περισσεύει να το περισώσει. Στηρίζεται στον προπατορικό λόγο χωρίς επιδεξιότητα και αστρολάβο και ευλογείται από τις καταδύσεις στα άβατα της ύπαρξης.

Το δίκιο της ποίησης πάντα πορεύεται μπροστά, είναι «ένωση θεία και ανάγλυφο στεφάνι, χορός των εορτών και των άστρων». Ενώ η ψυχή είναι πλάγιος ήχος ποιητικός, φτεροδάκρυ του φωτός. Ψυχή και ποίηση συμπορεύονται, συνταξιδεύουν, ως οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Η ποίηση του αισιόδοξη, παρά την βαθιά αντίθεση της ισχνής πραγματικότητας τολμά να ακροβατεί ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι με στίχους μεταίχμιους που αγκαλιάζουν πιότερο το φως:

«Πόσες λευκές μέρες κρύβουν οι μνήμες/πόσες ανοιχτές αγκαλιές κρύβει το ξημέρωμα;»

Με βαθιά ταπείνωση και στοχασμό ενστερνίζεται τους γοργούς ρυθμούς της εποχής αποδεχόμενος τη φθαρτότητα του χρόνου. Απευθυνόμενος στον Κ. Βάρναλη γράφει με υπόγεια κυνική διάθεση, σεβόμενος το ύφος του σπουδαίου διδασκάλου:

Όταν στο επιτρέπουν να σχολιάζεις την περιώνυμη συστολή των ημερών μας.»

Ο ίδιος, πνεύμα ανήσυχο με μεγάλη οξυδέρκεια, στοχαστής με λεπτή ποιητική ευαισθησία στα μηνύματα των καιρών δίνει σαν άνθρωπος γενναίος και συνάμα ανιδιοτελής το παρόν πάντα. Τη συνείδηση του την γεμίζει το τρικυμισμένο πνεύμα του 21ου αιώνα. Προκειμένου να κατανοήσει τις δραματικές συνθήκες των ημερών επιστρατεύει την ψυχή του για να επεξεργαστεί τις απαντήσεις. Σε αρκετά του ποιήματα μας παραπέμπει στον Μίλτο Σαχτούρη αναφορικά με την σχέση του ποιητή με τους ανθρώπους. Το κύριο πρόσωπο στην γραφή του είναι ο Ποιητής:

«Ένας πεζός καλλιστήμονας έγινες με πολλές κεραμικές αλήθειες κι ένας καθρέφτης αμφίδρομος. Είδες τη σταχτωμένη πολιτεία και τ’ ανυπόδητο κοχύλι του Θησέα;», όπου με λαχτάρα και ευαισθησία αφουγκράζεται τη λαχτάρα του ποιητή για το δίκαιο.

Η Ποίηση εκτός από αποκωδικοποιητής της ψυχής είναι και ο ορισμός της εξιδανίκευσης του κόσμου, αφού κατορθώνει να αναθρέψει «τον ομφαλό της ευγένειας των ανθρώπων» αλλά και να πατάξει την «συλλεκτική ψυχή των Απόκρεω!»

Η θέαση του κόσμου πηγάζει από το όνειρο μιας γαληνεμένης ανθρωπότητας. Ποιος απαλύνει με σοφία τα οράματα και γίνεται κρύπτη φωτός ο άνθρωπος;» Μπορεί να ελλοχεύει η υπόγεια ειρωνεία της δύσκολης βιωτής αλλά πρυτανεύει η ασίγαστη πίστη στη δύναμη της αγάπης και της συγχώρεσης. Η παιδικότητα αναδύεται στο διάβα της ζωής για να λάμψει η αλήθεια του προσώπου. Κατόπιν έρχεται η κάθαρση στην σκληρότητα της ζήσης. «Στο συναπάντημα των δακρύων τους, υγραίνεται η ψυχή σου.»

Στο «Σπαραγμό» «η ψυχή γεμίζει μέσα από την κάθοδο των Μουσών!». Ο ποιητής στοχάζεται τη ζωή μέσα από μια ασπροθάλασσα από μνήμες και καταδύσεις στο βυθό της ψυχής. Δεν εκλείπει η διερώτηση για το «Πως» της ποίησης υπονοώντας τις αντοχές της… για να απαντήσει στον καταληκτικό στίχο: «Είσαι ποίηση η ανθρώπινη γαλήνη!».

Ο Κώστας Καρούσος αναζητά το φως που περιθάλπεται στην ψυχή (Αναστάσιμο), ενώ ξαναγυρνά στην χαμένη αθωότητα που ανασύρει «η μήτρα της έμπνευσης». Έντεχνα αντιπαραβάλει την αναλγησία της εποχής, σαν Μεγάλη Παρασκευή, σιωπηρή και πένθιμη. Όλοι μας παρατηρεί, διαβαίνουμε την ζωή ως «μοναχικοί ξωμάχοι της οδύνης στο βωμό μιας ακήδευτης ψυχής!» προοικονομώντας την Αθανασία της.

Στην «Κινητική Προσωπογραφία», απευθυνόμενος σε β΄ πρόσωπο, προσκαλεί την ελπίδα, καλεί για αναστοχασμό του παρόντος, προτρέπει για γαλήνεψη της σκέψης, της ψυχής. Σαν να συνομιλεί με το alter ego του αναστοχάζεται την ίδια τη ζωή. Βλέποντας μέσα από ένα διοπτρικό καθρέφτη προτρέπει για αισιοδοξία, για εγρήγορση, για εναγκαλισμό της ζωής. «Πάρε μέσα σου τον ορίζοντα/στη πυρόξανθη αγκαλιά σου!» γράφει προτρέποντας όλους εμάς να αγκαλιάσουμε την ελπίδα την αγάπη την συγχώρεση.

Δίνοντας καταληκτική απάντηση στα Ερωτήματα Ψυχής κλείνει ελπιδοφόρα το βιβλίο του με το ποίημα Μάης. Ο Μάης γράφει.. με μπρεχτικό κυνισμό «παρέρχεται σαν απλό μειδίαμα χαραυγής. Ο μόνος μήνας που επιδέχεται φιλοφρόνηση.» Με αυτό του το ποίημα αισιόδοξα και αυτοσαρκαστικά σκιαγραφεί τον εαυτό του δίνοντας έμφαση στο όνειρο, στην ελπίδα που σφαλίζει δυνατά στην καρδιά του. Παρά τους χειμώνες και τις αντιξοότητες που μπορεί να επιφέρουν στην ψυχή, φυλάσσει μέσα του την Άνοιξη σαν συνταγή Αθανασίας. Ο Μάης, γράφει, είναι χρονοτύμπανος και παράσπονδος/σαν τοξοβολία, σαν όραμα/που αναρριπίζει το σύμπαν. Ο Κώστας Καρούσος επιβεβαιώνει τη ρήση του Φρόυντ, ότι «Όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί», αποδεικνύοντας ότι η Ποίηση είναι ζωντανός ανταποκριτής όλων των ερεθισμάτων της ψυχής και αποτύπωμα ζωής!

 

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος