Select Page

Ευχαριστήριο γράμμα

Ευχαριστήριο γράμμα

Κατά ένα περίεργο τρόπο, τα φετινά Χριστούγεννα δεν ήταν για το Θωμά ευκαιρία για διασκέδαση, διακοπές και ξεφάντωμα, όπως το συνήθιζε.
Η ζωή του ολόκληρη θα έλεγα, πως δεν ήταν ίδια μετά τον Αύγουστο του περασμένου καλοκαιριού.
Παραμονή Χριστουγέννων πρωί, πριν καλά - καλά ανατείλει ο ήλιος, και βρίσκονταν κιόλας στο πόδι, εγκαταλείποντας την ολονύχτια προσπάθεια του να κοιμηθεί, ντύθηκε με αργές κινήσεις και έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο της αγαπημένης του. Έριξε στο μπράτσο το μαύρο παλτό του και στάθηκε έξω από την πόρτα του παιδικού δωματίου. Κατόπιν γλιστρώντας αθόρυβα στο εσωτερικό, φίλησε με στοργή και τρυφερότητα τα δυο του αγγελούδια. Στη συνέχεια κατέβηκε την εσωτερική σκάλα για να οδηγηθεί στο καθιστικό, όπου βολεύτηκε τελικά στην αγαπημένη του πολυθρόνα. Όχι πως έτρεφε κάποιο αίσθημα για την ίδια την πολυθρόνα, δεν το συνήθιζε άλλωστε να συνδέεται συναισθηματικά με κανένα υλικό αγαθό. Η θέση της όμως, πίσω ακριβώς από τη μεγάλη γυάλινη επιφάνεια δίπλα στο τζάκι, χάριζε σε όποιον αναπαυόταν στην αγκαλιά της μια μοναδική θέα! Το καταπράσινο δάσος Κουρί που κάλυπτε την έκταση από το μικρό πανόρι, μέχρι το μικρό πέτρινο βουνό με το παλιό εγκαταλειμμένο λατομείο. Θαρρείς πως ένα γιγάντιο μαχαίρι έκοψε με μιας το βουνό στη μέση για να αποκαλύψει το εσωτερικό του. Αφήνοντας το τελικά σύξυλο μιας και αυτό που αποκαλύφθηκε ήταν σκέτη λευκή πέτρα! Πώς ήταν δυνατόν; Καταπράσινο από αριστερά, το ίδιο και από δεξιά, μέχρι το νοσοκομείο Παπανικολάου. Πλαγιές γεμάτες με θυμάρι, τσάι του βουνού και ρίγανη, και στο εσωτερικό… Σκέτη λευκή σκληρή, κρύα πέτρα! Κι όμως... Κάθε, μα κάθε φορά που αναρωτιόταν για το ίδιο πράγμα ο Θωμάς, καθήμενος στην αγαπημένη του πολυθρόνα, θαυμάζοντας το ιδιόμορφο και περίεργο βουνό, έπαιρνε πάντα την ίδια απάντηση. Από το ίδιο το βουνό μάλιστα!
"Απορείς Θωμά που γεννιέται και θεριεύει όλη αυτή η ομορφιά, πάνω στην κρύα πέτρα. Αχ βρε Θωμά! Δεν έμαθες πως εγώ και τα δέντρα ήμαστε αδέρφια! Ήμαστε ένα! Εγώ και όλα τα ζωάκια και τα έντομα που ζουν και πεθαίνουν κάθε μέρα πάνω μου, ήμαστε αδέρφια! Δεν μπορεί ο ένας χωρίς τον άλλο. Αχ Θωμά - Θωμά! Εγώ και εσύ ήμαστε αδέρφια! Μα το ξέχασες. Έψαξες μέσα μου και βρήκες πέτρα. Τώρα σου φαίνομαι τελείως άχρηστο, νεκρό! Γι’ αυτό απορείς που υπάρχει τόση ζωή επάνω μου. Θαυμάζεις όλη αυτή την ομορφιά πίσω απ’ το παράθυρο σου. Δεν είναι παράθυρο αυτό Θωμά! Ξύπνα επιτέλους… Καθρέφτης είναι! Ναι καθρέφτης. Γιατί εμείς και όλοι εσείς ήμασταν αδέρφια! Ήμασταν το ίδιο! Τώρα είστε οι άνθρωποι και εμείς απλά τα όμορφα δέντρα και οι νεκρές πέτρες, που χρειαζόσαστε μόνο για να κατασκευάσετε τα σπίτια που θεωρείτε όμορφα και κλείνεστε μέσα τους ξεχνώντας για πάντα, πως ήμαστε το ίδιο υλικό! Ήμαστε αδέρφια! Θα θυμηθείτε άραγε ποτέ την καταγωγή σας Θωμά; Μα τι ρωτάω; Εσείς αποξενωθήκατε και μεταξύ σας! Κοιτάτε ο ένας τον άλλο στα μάτια και τον θεωρείται διαφορετικό αλλιώτικο! Ξεχάσατε Θωμά, ξεχάσατε! Αν ποτέ θυμηθείτε Θωμά πως όλοι στην ίδια σούπα κολυμπάμε, δεν θα αναρωτηθείς ξανά πως αναπτύσσεται ζωή πάνω στη νεκρή πέτρα!
"Αν είχα αδερφό, σήμερα θα ζητούσα να με συμβουλέψει… Να με στηρίξει ψυχολογικά! Αφού ισχυρίζεσαι πως ήμαστε αδέρφια, εμπρός λοιπόν, βοήθησε με. Δώσε μου το κουράγιο που χρειάζομαι τώρα για να ανοίξω αυτό το γράμμα και να αντιμετωπίσω ό,τι και αν διαβάσω. Αυτό σου ζητάω να κάνεις μόνο, χωρίς να γκρινιάζεις και να διαμαρτύρεσαι πως δήθεν σε ξέχασα."
Έτσι σκεφτόταν ο Θωμάς τη στιγμή που σήκωνε το βλέμμα του προκειμένου να αντικρίσει το βουνό στο δάσος Κουρί. Μα έκπληκτος συνειδητοποιούσε πως το βουνό δεν υπήρχε! Ούτε το δάσος! Είχαν εξαφανιστεί! Ένα πελώριο λευκό σύννεφο είχε πάρει τη θέση τους. Ένα σύννεφο είχε μπει ανάμεσα στο Θωμά και τα αδέρφια του και δεν επέτρεπε να επικοινωνήσουν εκείνη τη στιγμή. Όμως, σαν από θαύμα, επάνω στο αφράτο σύννεφο στεκόταν ο προφήτης Ηλίας! Όχι ο ίδιος φυσικά. Το ξωκλήσι του προφήτη Ηλία, που δέσποζε στην κορυφή του βουνού. Επομένως ο αδερφός του βρίσκονταν στη θέση του. Η πρωινή ομίχλη είχε καλύψει όμως όλη τη γύρω περιοχή. Εκτός από το μικρό εκκλησάκι που εκείνη τη στιγμή έμοιαζε να του λέει: "Είμαι και εγώ εδώ! Κανένα σύννεφο δεν μπορεί να με κρύψει. Είμαι εγώ εδώ για σένα αδερφέ!"
Ο Θωμάς πετάχτηκε όρθιος. Αλίμονο… Έπρεπε με κάθε τρόπο εκείνο το πρωινό να πάρει τη δύναμη που χρειαζόταν και δεν θα επέτρεπε σε κανένα συννεφάκι να του χαλάσει τα σχέδια. Ενώ βρίσκονταν πίσω από τη βαριά θωρακισμένη εξώπορτα, έβαλε το χέρι του στην εσωτερική τσέπη του παλτού του, και έβγαλε ένα λευκό φάκελο. Διάβασε ακόμη μια φορά το όνομα του αποστολέα.
«ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ». Άφησε έναν στεναγμό, έβαλε πάλι το φάκελο στην τσέπη του και άνοιξε την πόρτα.
Κοίταξε προς την ανατολή. Κάπου εκεί ψηλά τα σύννεφα άρχισαν να κοκκινίζουν. Το ξημέρωμα ήταν η αγαπημένη εκδήλωση της ημέρας για το Θωμά. Όσες φορές ήθελε να νιώσει τη μαγεία αυτής της στιγμής, φρόντιζε να το κάνει τελείως μόνος, προκειμένου να καταφέρνει αναπόσπαστος να διαλογιστεί. Ένιωσε την πρωινή υγρασία να τον κυριεύει, προκαλώντας του στιγμιαία μια ανατριχίλα, που άρχισε από το στήθος, απλώθηκε στην κοιλιακή χώρα για να καταλήξει στα γόνατα. Κούμπωσε αμέσως και τα τέσσερα κουμπιά του παλτού του, με μια απότομη κίνηση των χεριών του σήκωσε το γιακά ως τα αυτιά. Τέλος κρύβοντας τα χέρια στις βαθιές του τσέπες, ανηφόρισε για τον προφήτη Ηλία. Δεν ήθελε να μπει στο αυτοκίνητο τούτη την ώρα. Λαχταρούσε όσο τίποτα άλλο να μυρίσει, να αφουγκραστεί και να γευτεί κάθε στιγμή αυτού του πρωινού, πριν ικανοποιήσει την περιέργεια του, και δώσει τέλος στην αδημονία, που σαν ένα πελώριο χέρι τον είχε αρπάξει από το κεφάλι χθες το απόγευμα. Από εκείνη τη στιγμή, το όνομα Πολιτάκης στριφογύρναγε στο μυαλό του, χωρίς να αφήνει να δημιουργηθεί καμία άλλη σκέψη.
Ενώ βάδιζε ανάμεσα στις βελανιδιές του δάσους Κουρί, χάθηκε μέσα στο πυκνό σύννεφο ομίχλης. Η ορατότητα του μειώθηκε στο ελάχιστο. Μόλις που διέκρινε τα παπούτσια του να εναλλάσσονται πάνω σε ένα τετραγωνικό μέτρο χωμάτινο μονοπάτι. Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου τού επέτρεπαν ακόμη να διακρίνει τις σκοτεινές φιγούρες των δέντρων που προσπερνούσε. Κοντοστάθηκε κάπως, εισπνέοντας εκείνες τις ηλιαχτίδες. Με μεγάλη έκπληξη συνειδητοποίησε πως μπορούσε να μυρίσει το σύννεφο, μα και να το γευτεί. Δεν κατάφερε να προσδιορίσει και να περιγράψει με λέξεις τη γεύση και τη μυρωδιά του, μα ήταν σίγουρος πως αυτά ήταν υπεύθυνα για τη δυσκολία στην αναπνοή του. Το τοπίο τελικά άρχισε να ξεκαθαρίζει, καθώς αυξάνονταν το υψόμετρο. Μπροστά του άρχισε να διακρίνεται ο κόκκινος μικρός τρούλος με το σκουριασμένο σταυρό του προφήτη Ηλία. Στη συνέχεια το υπόλοιπο φρεσκοβαμμένο κτήριο με τα ορθογώνια πολύχρωμα παράθυρα. Στάθηκε για λίγο έξω από την σιδερένια πόρτα του ναού. Δεν ήταν στα σχέδια του να εισέλθει στη μικρή εκκλησία. Δεν τα πήγαινε ποτέ καλά με τις εκκλησίες άλλωστε. Χρειαζόταν όμως όσο τίποτε άλλο ένα ζεστό μέρος για να καθίσει και να διώξει το τρέμουλο που του προξένησε η υγρασία, καθώς απλώθηκε σε όλο του το κορμί. Περίμενε να βρει την πόρτα κλειδωμένη, ενώ διστακτικά άγγιζε το κρύο μεταλλικό της πόμολο, που όχι μόνο άνοιξε, αλλά προς μεγάλη του έκπληξη διαπίστωσε ότι στο εσωτερικό του ναού κάποιος λίγο νωρίτερα είχε ανάψει τα κεριά στους κηροστάτες και τα καντηλάκια των αγιογραφιών που διακοσμούσαν το ξυλόγλυπτο τέμπλο. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε να διαταράσσεται η μοναξιά που τόσο επιζητούσε. Στη συνέχεια κατάλαβε πως ήταν τελείως μόνος. Θα υπήρχε κάποιος υπεύθυνος για το άναμμα των κεριών, που εξαιτίας της πυκνής ομίχλης δεν τον πρόσεξε καθώς έφευγε, σκέφτηκε. Χωρίς να χάσει άλλο χρόνο, κάθισε σε ένα από τα στασίδια της δεξιάς πλευράς του κυρίως ναού. Έχωσε το χέρι του στην τσέπη, έβγαλε το λευκό φάκελο και κάτω από το λιγοστό τρεμάμενο φως των κεριών ξεκίνησε την ανάγνωση ενός τρισέλιδου χειρόγραφου.

"Αγαπητέ κύριε Παντελιάδη. Ευχόμαστε ολόψυχα με τη σύζυγο μου, το γράμμα αυτό να βρει υγιείς και ευτυχισμένους εσάς και την οικογένεια σας.
Πέρασαν τρεις μήνες από την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε. Τρεις μήνες που για εμάς κύλησαν αργά και οδυνηρά. Γεμάτοι πόνο, θλίψη και δάκρυα, για το αδικοχαμένο μονάκριβο παιδί μας. Τώρα που τα μάτια μας άρχισαν να στερεύουν. Τώρα που η θύμηση του ερχομού του σωτήρα στον κόσμο απαλύνει κάπως τον αγιάτρευτο πόνο στην ψυχή μας. Σκεπτόμαστε πως σ’ αυτή τη ζωή τίποτα δεν γίνεται χωρίς να υπάρχει κάποιος ανώτερος λόγος. Τούτη την ώρα λοιπόν αποφασίσαμε να γράψουμε αυτό το γράμμα σε εσάς, που ο δικός μας πόνος και οδυρμός γέννησε την ευτυχία τη χαρά και την ελπίδα, πως τα όνειρά σας μπορούν να πραγματοποιηθούν.
Τώρα που τα δάκρυα καθάρισαν τα κουρασμένα και άυπνα μάτια μας. Μπορούμε να δούμε πλέον καθαρά πως ο αγαπημένος μας μπορεί να έφυγε άδοξα, μα είχε φροντίσει από πριν το κενό και τη θλίψη που θα άφηνε σε εμάς, να τα ισορροπήσει με χαρά και ευτυχία, δωρίζοντας την καρδούλα του σε εσάς κύριε Θωμά!
Θα θέλαμε λοιπόν, έστω και καθυστερημένα, να ζητήσουμε μια ειλικρινή συγγνώμη από εσάς και την οικογένεια σας. Μια συγγνώμη που ζητάμε κάθε βράδυ στις προσευχές μας από το Μανόλη. Για όλες τις φορές που διαφωνούσαμε και τον αποπαίρναμε λέγοντας του πως μιλούσε ανόητα, κάθε φορά που μας έκανε λόγο για την περίπτωση που θα του συνέβαινε κάτι κακό και μας επέμενε πως θα ήθελε να δωρίσει τα ζωτικά όργανα του σώματος του. Μας ακούγονταν ως ανοησίες τότε τα λόγια ενός εικοσάχρονου αγοριού. «Αν είναι να πεθάνω νέος, θα ήθελα ο θάνατος μου να μην είναι αιτία θλίψης και στενοχώριας, αλλά χαράς και αισιοδοξίας.» Θυμάμαι σαν να ήταν χθες, τη συχωρεμένη τη μάνα μου, που τον κρατούσε αγκαλιά, πεντάχρονο τότε αγοράκι, λέγοντας του συχνά. «Όταν πεθάνω Μανολάκη μου, δε θέλω να στενοχωριέσαι, ούτε και να κλαις. Θέλω να νιώθεις χαρά και ευτυχία για τις στιγμές που ζήσαμε μαζί. Να με θυμάσαι και να μη με ξεχάσεις ποτέ.» Θυμάμαι το Μανόλη να την αγκαλιάζει σφιχτά και να ξεσπά σε κλάματα με λυγμούς. «Δε θα πεθάνεις ποτέ γιαγιά, δεν θα πεθάνεις ποτέ.»
Την αγαπούσε υπερβολικά τη γιαγιά του ο Μανόλης. Αυτή του η αγάπη, την έκανε να μην ανησυχεί για το θάνατο, ακόμη και στις τελευταίες στιγμές της ζωής της, πριν από τέσσερα χρόνια.
Αν και σε ευαίσθητη ηλικία ο Μανόλης, τήρησε το θέλημα της γιαγιάς του. Μπορεί για δυο ολόκληρες μέρες να μην μίλησε σε κανένα, αλλά δεν έκλαψε καθόλου!
Στα χρόνια που ακολούθησαν μιλούσε πολύ συχνά για τις στιγμές που έζησε μαζί της. «Θυμάστε η γιαγιά αυτό; Θυμάστε η γιαγιά εκείνο;» Και σχεδόν πάντα κατάφερνε να γελάσει, όπως εκείνη ήθελε.
Τέτοιο παιδί ήταν ο Μανόλης. Εξοικειωμένος με το θάνατο. Τον απασχολούσε περισσότερο να κάνει οτιδήποτε μπορούσε προκειμένου να αφήσει πίσω του ένα κόσμο λιγότερο δυστυχισμένο και όχι τόσο ο ίδιος ο θάνατος.
Θα ήταν αδύνατον επομένως για εμάς τους γονείς του να μην σεβαστούμε την επιθυμία του να δωρίσει σε εσάς, μαζί με την καρδιά του, και την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή.
Θέλουμε λοιπόν αγαπητέ μας Θωμά, όσο και αν σου φαίνεται περίεργο, να σε ευχαριστήσουμε για τη φιλοξενία που προσφέρεις στην καρδούλα του παιδιού μας. Και για το ότι εσύ συντέλεσες στο να εκπληρωθεί η επιθυμία του Μανόλη.
Τον φαντάζομαι τώρα στην αγκαλιά της γιαγιάς του, γελαστό και ευτυχισμένο, για τη χαρά που πρόσφερε σε όλη την οικογένειά σας. Μαζί με τις συγγνώμες μου, του υπόσχομαι πως επειδή με δίδαξε καλά, στο εξής θα θυμάμαι όλες τις καλές στιγμές, θα νιώθω ευτυχία και καμάρι για εκείνον. Όσο για τη μητέρα του... Ας της δώσει λίγο περισσότερο χρόνο. Δεν θα αργήσει και αυτή να καταλάβει πως τίποτε δεν γίνεται άδικα και χωρίς λόγο.
Αυτά είχα την ανάγκη να σου γράψω κύριε Θωμά. Και να σε παρακαλέσω σαν πατέρας, να ζεις τη ζωή σου με ευτυχία και να σκορπίζεις την ευτυχία παντού γύρω σου! Για να δώσεις νόημα στο δώρο του Μανόλη!
Τέλος θα θέλαμε με τη γυναίκα μου να σας δούμε σύντομα στο νησί μας. Το σπίτι μας και η ψυχή μας είναι άδεια και λαχταρούν να σας φιλοξενήσουν. Να γεμίσουν με την ευτυχία σας και τις ανέμελες φωνούλες των παιδιών σας.
Ειλικρινά θα το χαρούμε πολύ! Το έχουμε ανάγκη!
Ευχαριστούμε για ακόμη μια φορά, και ευχόμαστε ολόψυχα, «Καλά Χριστούγεννα!»
Δημοσθένης και Ελευθερία Πολιτάκη."

Η καρδιά του Θωμά εκείνη τη στιγμή σφίχτηκε, και αμέσως με ένα διπλό χτύπημα σαν φτερούγισμα έπιασε ξανά το ρυθμό τη. Ταυτόχρονα σήκωσε το κεφάλι του προς το φως των κεριών, που λαμπύριζαν περίεργα και έφερναν ένα τσούξιμο στα μάτια. Καθώς ο Θωμάς έκλεισε τα βλέφαρα του, για να απαλλαγεί από εκείνο το τσούξιμο, δυο δάκρυα ξεχύθηκαν από τα μάτια του, για να ακολουθούσουν κι άλλα, κι άλλα, που ενώθηκαν σε δυο ρυάκια δακρύων, στάζοντας από την κορυφή του σαγονιού του, αφού πρώτα πέρασαν ξυστά από τις άκρες των χειλιών του, χαρίζοντάς του την αλμυρή τους γεύση. Λίγα δευτερόλεπτα κράτησαν όλα αυτά. Ο Θωμάς σηκώθηκε απότομα, σκούπισε με τα δυο χέρια το πρόσωπο του, πήρε μια βαθιά ανάσα, χαμογέλασε και έδωσε μια σπρωξιά στη σιδερένια πόρτα. Με γρήγορα βήματα κατευθύνθηκε προς το πανόραμα που αποκάλυπτε η πέτρινη περίφραξη του ναού. Σαν από θαύμα, είχε εξαφανιστεί και το τελευταίο ίχνος της ομίχλης, ενώ ο χειμωνιάτικος ήλιος μοίραζε ήδη το πολύτιμο φως του! Άνοιξε τα χέρια του διάπλατα, λες και ήθελε να αγκαλιάσει όλο τον κόσμο. Εισέπνευσε τον πρωινό αέρα του βουνού, κοίταξε το χωριό του, το σπίτι του, ενώ την ίδια στιγμή ένιωσε την ανάγκη να βρεθεί στην αγκαλιά των δικών του ανθρώπων γεμίζοντάς τους με φιλιά. Τέλος φώναξε με όλη του τη δύναμη.
«Όχι άλλα δάκρυα Μανόλη, όχι πια... Σου υπόσχομαι πως ήταν τα τελευταία!»

 

_

γράφει ο Κωνσταντίνος Μεταλίδης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Νίκος Φάκος

Μελισσουργώ, διαβάζω και γράφω. Σ' αυτά τα τρία αντίβαρα ακροβατώ και ζω στιγμές. Σ' αυτήν την πορεία βρέθηκα στην όμορφη οικογένεια του δικτυακού τόπου τοβιβλίο.net όπου φιλοξενούνται γραπτά μου. Πιστεύω ότι η δύναμη της γλώσσας έχει μία απειρίζουσα εντροπία και η γραφή είναι ο μοχλός που αποτυπώνει την ύπαρξή μας. Ίσως και τη ματαιοδοξία μας. Ζω στην όμορφη Κύμη και έχω ως το σημείο ισορροπίας μου τις δυο μου κόρες.

4 Σχόλια

  1. Σοφία Ντούπη

    Κύριε Μεταλίδη έχετε τον τρόπο να μας συγκλονίζεται πάντα!!!! Μεγάλο το θέμα και το κατέγραψε τόσο συγκλονιστικά η πένα σας που το μπράβο μου σήμερα νομίζω ότι θα είναι λειψό… λιγοστό στο να εκφράσω όλα όσα ένιωσα διαβάζοντας το!!!! Παρόλα αυτά μπράβο σας!!!!!!

    Απάντηση
    • metalkonblog

      Τώρα εγώ, πρέπει να γράψω κάτι γι’ αυτό το σχόλιο Κυρία Ντούπη… Ένα ευχαριστώ ας πούμε; Λες και το ευχαριστώ δεν είναι λειψό… δεν είναι λιγοστό στο να εκφράσω κι εγώ όσα ένιωσα διαβάζοντας το σχόλιο σας. Δεν δίνω μεγάλη σημασία στις λέξεις, γιατί πολλές φορές αδυνατούν να εκφράσουν τα πιο δυνατά… Τα πιο ειλικρινή συναισθήματα. Αυτά είναι που με ενδιαφέρουν! Κι αντί να προσπαθείς να τα περιγράψεις, είναι καλύτερο να τα νιώσεις! Κυρία Ντούπη… Ένιωσα με τον πιο ωραίο τρόπο τα συναισθήματα που θέλετε να εκφράσετε! Είναι μια πανέμορφη εμπειρία! Σας ευχαριστώ!

      Απάντηση
  2. Σοφία Ντούπη

    Κύριε Μεταλίδη πριν οκτώ χρόνια έχασα το πιο αγαπημένο πρόσωπο της ζωής μου δεν ήταν δυνατόν…όμως παρόλα αυτά θα ήταν ότι μεγαλύτερο θα μπορούσε να μου είχε χαριστεί αν ένιωθα την καρδούλα του να χτυπάει σε κάποιο σώμα!

    Απάντηση
    • metalkonblog

      Τέτοια φορτία είναι αδύνατον να μοιραστούν… Όποιος τα κουβαλάει φέρει τεράστια δύναμη που δεν μπορεί αλλιώς να αποκτηθεί. Το μόνο που μπορώ να πω εγώ, ένας αδύναμος μπροστά σε εσάς Κυρία Ντούπη, είναι πως με βεβαιότητα, θα άλλαζα τον ήχο απ’ το χτύπο μιας καρδιάς, με ένα ζεστό χαμόγελο και μια γλυκια αίσθηση ανακούφισης ακόμη κι αν ήταν σε όνειρο. Όμως αυτά είναι λόγια της λογικής, πως να εκφράσουν τον πόνο της ψυχής;

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!