Και μετά σιωπές

σε τζάμια κρύσταλλα σιωπές

ζωγραφισμένες στην οθόνη βουλιάζοντας

 στο μέγεθος της μοναξιάς

με ψυχές ξεγυμνωμένες άδειες κενές

οι μέρες μας μουντές

σαν τις κουρτίνες τις ξεθωριασμένες

να στέκουν χρόνια ακίνητες

προσμένοντας ένα χέρι αόρατο 

μήπως και τις τραβήξει

Συνήθεια είναι η σιωπή

οι τοίχοι δεν ακούνε αγγίγματα καρδιάς

κι η πολυθρόνα στέκει γερασμένη

στη γωνία το τζάκι που σπίθες δε χωράει πια

το κόκκινο το χρώμα της φωτιάς

δεν περιμένει μες στη στάχτη

Όλα ανύπαρκτα

κι ο έρωτας στα μάτια τους βαθύσκιωτος

σαν το ποτάμι που το θόλωσαν

οι πρώτες του φθινόπωρου βροχές

με τα κιτρινισμένα φύλλα

να μη λυτρώνει την ορμή

το πάθος την αντάρα

στείρα η γεύση του φιλιού

διψάσαν οι αγάπες που ανθίζαν

 με χαμόγελο στο πρώτο σταυροδρόμι

Πάνω σε οθόνες ακριβές χαράχτηκε

της δολοφονίας τους η ημερομηνία

 

_

γράφει η Πολυξένη Βακιρλή